Endika Mesa %2B Anagkastiki Ektelesi

June 12, 2018 | Author: Kiriaki Pappa | Category: N/A


Comments



Description

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ -------ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ Γ. Θ. ΡΑΜΜΟΥ † – Ν. Κ. ΚΛΑΜΑΡΗ – Γ. Τ. ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ -------ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ ΑΘΗΝΑ - ΚΟΜΟΤΗΝΗ 2012 Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται πάντως ότι κατά τον Ν. 2121/1993 (όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τον Ν. 100/1975) απαγορεύεται η αναδημοσίευση και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου, η ηλεκτρονική του αντιγραφή (σκανάρισμα), η αποθήκευσή του σε βάση δεδομένων, η αναμετάδοσή του σε ηλεκτρονική ή μηχανική ή οποιαδήποτε άλλη μορφή, η φωτοανατύπωσή του και η ηχογράφησή του με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη. Γεωργίου Θ. Ράμμου † – Νικολάου Κ. Κλαμαρή – Γεωργίου Τσ. Ορφανίδη Εγχειρίδιο Αστικού Δικονομικού Δικαίου, 2η έκδοση, [Ένδικα Μέσα – Aναγκαστική Εκτέλεση] Georgios Th. Rammos † – Nikolaos K. Klamaris – Georgios Ts. Orfanidis Manual of Civil Procedural Law, Second edition, [Methods of Appeal – Enforcement proceedings] (in greek) Manuel de droit judiciaire privé, Edition deuxième, [Voies de recours – Exécution forcée] (en grec) Lehrbuch des Zivilprozeßrechts, 2. Auflage, [Rechtsmittel –Zwangsvollstreckung] (auf griechisch) Αθήνα, 2012 © Γεώργιος Θ. Ράμμος, Νικόλαος Κ. Κλαμαρής, Γεώργιος Τσ. Ορφανίδης Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Σόλωνος 69 – 106 79 Αθήνα Τηλ.: 210/3618198-3615440• Fax: 3610425 Στοά του βιβλίου: Πεσμαζόγλου 5, τηλ./Fax: 210 3217437 Κομοτηνή: Ν. Ζωίδου 88 – 69 100, τηλ.: 25310/26323 – 33245 © Georgios Th. Rammos, Nikolaos K. Klamaris, Georgios Ts. Orfanidis Ant. N. Sakkoulas Publishers, 69, Solonos Str. – 106 79 Athens – Greece Tel.: 210/3618198-3615440• Fax: 3610425 Stoa tou vivliou: 5, Pesmazoglou Str., Tel./Fax: 210 3217437 Komotini: 88, N. Zoidou Str. – 69 100, Tel.: 25310/26323 – 33245 email: [email protected][email protected][email protected] Αφιερούται Εις τας Σκιάς των εκλιπόντων : Α) Γονέων και Αδελφών μου Β) Του Συναδέλφου, Συνεργάτου και Φίλου μου Αλεξάνδρου Ν. Τσιριντάνη Εις ευλαβή και προσφιλή ανάμνησιν (Αφιέρωση του Γεωργίου Θ. Ράμμου για την πρώτη έκδοση του όλου έργου που άρχισε να εκδίδεται το έτος 1978, ο πρώτος τόμος, και ολοκληρώθηκε το έτος 1985 με την έκδοση του τετάρτου τόμου). Για λόγους σεβασμού προς τη μνήμη του αειμνήστου Δασκάλου η αφιέρωση που είχε επιλέξει ο ίδιος παραμένει και στην παρούσα έκδοση αναλλοίωτη. ΠΡΟΛΟΓΟΣ (των Καθηγητών Ν. K. Κλαμαρή και Γ. Tσ. Ορφανίδη) για την παρούσα ενιαία έκδοση (του Εγχειριδίου Αστικού Δικονομικού Δικαίου) «Ένδικα Μέσα – Αναγκαστική Εκτέλεση» Με την παρούσα ενιαία έκδοση (του Εγχειριδίου Αστικού Δικονομικού Δικαίου) που αφορά τα Ένδικα Μέσα και την Αναγκαστική Εκτέλεση στο πλαίσιο της δευτέρας εκδόσεως (αλλά ήδη και ενημερωμένης και με το Ν. 3994/2011) του Εγχειριδίου Αστικού Δικονομικού Δικαίου του αειμνήστου Δασκάλου Γεωργίου Θ. Ράμμου, συνεχίζεται η προσπάθεια που έχει αρχίσει από καιρό για να δοθεί η δυνατότητα στους φοιτητές νομικής και στη νεώτερη γενιά νομικών να εντρυφήσουν στην έγκυρη διδασκαλία του Αστικού Δικονομικού Δικαίου, όπως αυτή διδάχθηκε και εκφράστηκε από το Γεώργιο Θ. Ράμμο. Όπου – σε πολύ περιορισμένη έκταση πάντως – κρίθηκε αναγκαίο – για λόγους που επέβαλε είτε η σύγχρονη επιστημονική κίνηση, είτε η νομολογιακή εξέλιξη, είτε η νεώτερη δικονομική νομοθεσία – έγιναν οι αντίστοιχες τροποποιήσεις. To παρόν βιβλίο με τίτλο «Ένδικα Μέσα - Αναγκαστική Εκτέλεση» είναι κατανεμημένο σε δύο επί μέρους ενότητες, από τις οποίες η μεν μία (για τα Ένδικα Μέσα) βασίζεται, αν και πιο ενημερωμένη μέχρι τέλους 2011, από πλευράς περιεχομένου αντιστοίχως στο σύγγραμμα Γ. Θ. Ράμμος† – Ν. Κ. Κλαμαρής – Γ. Τσ. Ορφανίδης, Εγχειρίδιο Αστικού Δικονομικού Δικαίου, 2η έκδοση, Τόμος ΙΙ, Ημίτομος Β΄, Ένδικα Μέσα (Αθήνα, 2011), η δε άλλη (για την Αναγκαστική Εκτέλεση) βασίζεται στο υπό προετοιμασία σε νεώτερη έκδοση σύγγραμμα Γ. Θ. Ράμμου† – Ν. Κ. Κλαμαρή - Γ. Τσ. Ορφανίδη, Εγχειρίδιο Αστικού Δικονομικού Δικαίου, Τόμος ΙΙΙ, Ημίτομος Α, Αναγκαστική Εκτέλεση. Η ανάγκη για την παρούσα ενιαία έκδοση προέκυψε μετά από τη γνωστή εγκύκλιο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατά τα έτη 2010-2011, για την ενοποίηση σε μία ενιαία έκδοση διαφόρων συγγραμμάτων, ώστε να μπορούν να διανεμηθούν σε φοιτητές. Αυτό πράξαμε και εμείς ενοποιώντας την αντίστοιχη ως άνω ύλη σε μία ενιαία έκδοση. Η παρούσα ενιαία έκδοση είναι ενημερωμένη μέχρι και το Ν. 3994/ 2011 και απευθύνεται στους φοιτητές της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδίως στους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΣΤ΄ εξαμήνου του προπτυχιακού προγράμματος Σπουδών και ανταποκρίνεται σε όλο το φάσμα του μαθήματος «Πολιτική Δικονομία ΙΙ» του ΣΤ΄ εξαμήνου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθη- X Πρόλογος (Ν. Κλαμαρή – Γ. Ορφανίδη) της παρούσας εκδόσεως νών, το οποίο περιλαμβάνει την ύλη των Ενδίκων Μέσων και της Αναγκαστικής Εκτελέσεως. Διευκρινίζεται, ότι η παρούσα ενιαία έκδοση – η οποία είναι και η μοναδική που είναι σε κυκλοφορία ενημερωμένη μέχρι και το Ν. 3994/2011 – δεν αντικαθιστά τα αντίστοιχα ξεχωριστά ανά τόμους και ημιτόμους βιβλία του ως άνω Εγχειριδίου Αστικού Δικονομικού Δικαίου, τα οποία θα συνεχίσουν επίσης ενημερωμένα με τις εκάστοτε νομοθετικές τροποποιήσεις, τη νεώτερη νομολογία τις σύγχρονες νομοθετικές κατευθύνσεις και με συνεχώς επαυξημένη ύλη να κυκλοφορούν παράλληλα ως ανεξάρτητα συγγράμματα των αντίστοιχων συγγραφέων. Ευχαριστούμε και από τη θέση αυτή θερμά την κ. Ευγενία Κουμάντου – Κολοκούρη για την έγκρισή της ως προς τη συνέχιση με τη δική μας επιστημονική ευθύνη του βασικού συγγράμματος του αειμνήστου Καθηγητού Γ.Θ. Ράμμου. Θερμές ευχαριστίες εκφράζονται για την πολύτιμη συνδρομή τους ιδίως από πλευράς βιβλιογραφικής και νομολογιακής ενημερώσεως του παρόντος έργου, αλλά και από πλευράς διορθώσεως των τυπογραφικών δοκιμίων, και από τη θέση αυτή στους Λέκτορες κ.κ. Ν. Κατηφόρη και Ι. Δεληκωστόπουλο, στον Ειδικό Επιστήμονα της Πολιτικής Δικονομίας κ. Κ. Α. Γιαννόπουλο, στο Διδάκτορα Νομικής κ. Γ. Κόντη, στους δικηγόρους κατόχους Μ.Δ.Ε. στην Πολιτική Δικονομία κυρία Κ. Χρονοπούλου, κυρία Α. Πάνου, κ. Μ. Μαρκουλάκη, κ. Ι. Γερμανό, κ. Χ. Σαββόπουλο, καθώς και στο Δικηγόρο κ. Π. Ματσίνο (Μεταπτυχιακό Φοιτητή). Ιδίως η συμβολή του υποψηφίου διδάκτορος στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κολωνίας κ. Μ. Μαρκουλάκη (Δικηγόρου, ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία) στη βιβλιογραφική ενημέρωση από πλευράς γερμανικού δικαίου ήταν πολύ σημαντική Για την αφιλοκερδή βοήθεια από πολλά χρόνια και σε όλα τα στάδια αυτής της προσπάθειας θέλουμε να ευχαριστήσουμε επίσης θερμά τις κ.κ. Α. Λιάζου και Σ. Πιπιλή. Θερμότατες ευχαριστίες οφείλουμε επίσης στον κ. Αντώνιο Ν. Σάκκουλα (Εκδόσεις Αντ Ν. Σάκκουλα) και στους συνεργάτες του για την αμέριστη συνδρομή του και στην έκδοση αυτή. Αθήνα, 29 Μαρτίου 2012 Ν. Κ. Κλαμαρής – Γ. Τσ. Ορφανίδης ΠΡΟΛΟΓΟΣ (του Γ. Θ. Ράμμου) (Α΄ ΤΟΜΟΥ, της πρώτης εκδόσεως) Ι) Δια της δημοσιεύσεως τον παρόντος αυτού τόμου του Εγχειριδίου Αστικού Δικονομικού Δικαίου γίνεται έναρξις εκπληρώσεως υποχρεώσεως από μακρού ήδη υφισταμένης και ειδικώς αναγνωρισθείσης δια του Προλόγου των Εισηγήσεων Αστικού Δικονομικού Δικαίου προ ικανού χρόνου. II) Η τόσον μεγάλη σχετικώς καθυστέρησις οφείλεται αφ’ ενός εις υποκειμενικούς λόγους (ατομικούς και οικογενειακούς), αλλεπαλλήλως επελθόντας, αφετέρου, και δύναται να λεχθή, περισσότερον εις αντικειμενικά αίτια. Ή από της ημέρας της εισαγωγής του ΚΠολΔ, πανηγυρικώς εορτασθείσης, εγκαινιασθείσα τροποποίησις αυτού και ή ευθύς αμέσως από διαφόρων πλευρών και δια πολλούς συγκεκριμένους και αορίστους, ενίοτε δε αντιθέτους, λόγους ζητούμενη γενική ή μερική αναθεώρησις τούτου και του ΕισΝ ΚΠολΔ, η οποία εύρεν απήχησιν δια της συστάσεως πλειόνων προς προπαρασκευήν ταύτης Επίτροπων, εδημιούργησαν ατμόσφαιραν νομοθετικής αστάθειας. Τα επακολουθήσαντα γεγονότα επεδείνωσαν την κατάστασιν. Δια σειράς νομοθετημάτων επηνέχθησαν πολλαί και εκτεταμέναι εις ωρισμένα σημεία μεταβολαί εις τον ΚΠολΔ και εις τον ΕισΝΚΠολΔ. Βαθείας τομάς επήνεγκον ιδίως τα ν.δ. 958/1971 και 490/1974 και οι προσφάτως δημοσιευθέντες νόμοι (693/1977, 702/1977, 733/1977, κ.λπ). Δια πάντων, αλλά κυρίως δια των δύο πρώτων, δεν θα είναι τολμηρόν να λεχθή ότι ανετράπη εις πολλά και βασικά σημεία το σύστημα της κωδικοποιήσεως του ΑΔΔ και διεσπάσθη η συνοχή μεταξύ των διαφόρων τμημάτων αυτού. Το από μακρού συγκεντρούμενον και συνεχώς υποβαλλόμενον εις επεξεργασίαν υλικόν δια την έκδοσιν συστήματος εν όψει των προπαρασκευαστικών εργασιών και του περιεχομένου των Σχεδίων της Συντακτικής και Αναθεωρητικής Επιτροπής και του οριστικού κειμένου του ΚΠολΔ και του ΕισΝΚΠολΔ των κυρωθέντων δια του α.ν. 64/1967, ήτο πλέον δυσχερές και επικίνδυνον να χρησιμοποιηθή και η επί τη βάσει ταύτης αρξαμένη και προβαίνουσα συγγραφική εργασία ανεκόπη. Επανειλημμένοι απόπειραι συνεχίσεως της ως άνω προσπάθειας εν όψει της δημιουργηθείσης νέας νομοθετικής καταστάσεως συνήντων πολλάς και διαφόρους δυσχέρειας και λόγω των ως άνω μεταρρυθμίσεων και ως εκ των καθ' εκάστην εξαγγελλόμενων νομοθετικών επεμβάσεων. Παρά πάντα ταύτα, περαιτέρω αναβολή και επιβράδυνσις της ενάρξεως δημοσιεύσεως έστω και συνοπτικού γενικού έργου θα εσήμαινεν εν όψει της προβαινούσης ηλικίας οριστικήν ματαίωσιν της από μακρού αρξαμένης προσπάθειας και αθέτησιν ανειλημμένων υποχρεώσεων έναντι του Noμικού Κοινού της Πατρίδος και XII Πρόλογος (του Γ. Θ. Ράμμου) (Α΄ τόμου, της πρώτης εκδόσεως) ιδία των δεκάδων χιλιάδων λίαν συμπαθών μαθητών και συνεργατών, δια τας εκδηλώσεις των οποίων εκφράζομεν και από της θέσεως ταύτης την ευγνωμοσύνην ημών. III) Προκειμένου να περιλάβει το έργον το σύνολον περίπου της ύλης του Α.Δ.Δ., προετιμήθη ο τύπος εγχειριδίου, συνοπτικής μορφής, αν δύναται να λεχθή τούτο ως εκ της πιθανής εκτάσεως αυτού. Το δημοσίευμα έχει χαρακτήρα (θεωρητικού και πρακτικού) προσανατολισμού και κατατοπισμού (του αναγνώστου) εις τα γενικά και ειδικά θέματα και προβλήματα του Α.Δ.Δ. Δεν είναι πηγή λύσεων, διότι δεν πρόκειται περί λεπτομερούς ερμηνείας των ισχυουσών διατάξεων, άλλα αφετηρία εκάστοτε προσπάθειας προς ανεύρεσιν παρομοίων λύσεων. Καίτοι αι επί των κατ ιδίαν ζητημάτων γνώμαι και θέσεις της Επιστήμης και της Νομολογίας των ημεδαπών κυρίως δικαστηρίων, έχουν ληφθή υπ' όψιν και παρά την βαρύνουσαν σημασίαν, την οποίαν έχουν αύται τόσον από θεωρητικής όσον και από πρακτικής πλευράς, δεν γίνονται ειδικαί παραπομπαί εις συγγραφείς και εις δικαστικάς αποφάσεις, πλην της μνείας ειδικής βιβλιογραφίας εις εκάστην παράγραφoν. Αι ειδικαί παραπομπαί, και η εκ τούτων επιβαλλομένη συνήθως κριτική των υιοθετουμένων λύσεων, αφ ενός θα εδιπλασίαζον τουλάχιστον την ήδη προβλεπομένην μεγάλην έκτασιν του βιβλίου και θά επεβράδυνον την ολοκλήρωσιν της δημοσιεύσεως, αφ ετέρου θα καθίστων εις τινας περιπτώσεις δυσχερή την χρησιμοποίησιν του έργου. Εξ αναλόγων σκέψεων, ενώ έχουν εις πάντα σχεδόν τα σημεία ληφθή υπ' όψιν η αλλοδαπή Επιστήμη και Νομολογία, είναι περιωρισμέναι aι σημειώσεις και παραπομπαί εις το Συγκριτικόν Δίκαιον. Αι ευρύτεραι επιδιώξεις επιφυλάσσονται δια περαιτέρω προσπάθειας, εάν καταστούν αύται, θεία Βουλήσει, δυναταί εις το μέλλον. Θα είναι ουχί άνευ σημασίας εάν διαπιστωθή εις το μέλλον το γεγονός ότι αι εκτιθέμεναι σκέψεις έδωσαν αφορμήν προς ευρυτέρας, γενικωτέρας ή μεμονωμένας ερμηνευτικάς προσπάθειας. IV) Είναι περιττόν να τονισθή ότι, παρά την μακράν επεξεργασίαν, το έργον θα παρουσίαση ελλείψεις, κενά, λάθη, παραδρομάς, αντιφάσεις και ασάφειας των οποίων αι υποδείξεις δι' ας απευθύνεται θερμή παράκλησις, θα γίνωνται ευχαρίστως και ευγνωμόνως δεκταί. Ευχαριστίαι οφείλονται εις πάντας τους παρασχόντας τήν συνδρομήν των κατά την εκτύπωσιν του παρόντος, ιδιαιτέρως δε εις τον αγαπητόν Μαθητήν και Συνεργάτην κ. Νικ. Κ. Κλαμαρήν, Δ. Ν. δικηγόρον, κλπ. Αθήναι 25 Μαρτίου 1978 Γ. Θ. Ρ. ΠΡΟΛΟΓΟΣ (του Γ. Θ. Ράμμου) (Β΄ ΤΟΜΟΥ, της πρώτης εκδόσεως) Συνεχιζόμενης της αναληφθείσης από τινός χρόνου προσπάθειας παραδίδεται εις την δημοσιότητα ο παρών Τόμος περιλαμβάνων τα μέρη περί αποδείξεως, περί ενδίκων μέσων, περί ειδικών διατάξεων επί ωρισμένων υποθέσεων και περί των ειδικών διαδικασιών διαγνωστικής φύσεως. Η εξέτασις των θεμάτων και η εν γένει συγγραφή γίνεται κατά το δια τον πρώτον Τόμον τηρηθέν σύστημα. Εκφράζονται και από της θέσεως ταύτης ευχαριστίαι δι' επιεικείς κρίσεις επί του πρώτου Τόμου και δια τας γενομένας ολίγας όμως αξιόλογους υποδείξεις δια την διατύπωσιν των οποίων εις ευρύτερον πεδίον εκφράζεται και πάλιν θερμή παράκλησις. Η προσπάθεια συνεχίζεται εν τω μέτρω των Θεία Βουλήσει διατηρουμένων ολίγων δυνάμεων. Ευχαριστίαι περαιτέρω οφείλονται δια την παρασχεθείσαν υπό διαφόρους μορφάς συνδρομήν. Αθήναι 25 Μαρτίου 1980 Γ. Θ. Ρ. ΠΡΟΛΟΓΟΣ (του Γ. Θ. Ράμμου) (Γ΄ ΤΟΜΟΥ, της πρώτης εκδόσεως) Ο παρών τόμος, ο όποιος Θεία Χάριτι κατέστη δυνατόν να δημοσιευθή νυν, περιλαμβάνει τα της αναγκαστικής εκτελέσεως και τα των ασφαλιστικών μέτρων, συμπληρουμένης ούτω της εκθέσεως των θεμάτων της κυρίας ύλης του Αστικού Δικονομικού Δικαίου. Υπολείπονται τα συναφή τμήματα της εκουσίας δικαιοδοσίας, της διαιτησίας και του διαχρονικού δικαίου, ή περί των οποίων ανάπτυξις ελπίζεται να μη βραδύνη να εμφανισθή δημοσία επί πολύ. Kai εις τον παρόντα τόμον ετηρήθη η αυτή μέθοδος αναλύσεως, οία και εις τους δύο προηγουμένους τόμους. Παρελείφθησαν δηλαδή αι παραπομπαί εις συγγραφείς, ως και η παράθεσις και η κριτική της νομολογίας εις τα κατ ιδίαν ζητήματα, παρά το από θεωρητικής και πρακτικής πλευράς πρόδηλον ενδιαφέρον αυτών, διότι, εάν τούτο εγίνετο, θα ελάμβανε μεγάλας διαστάσεις η έκτασις της μελέτης και θα εβράδυνεν η περάτωσις του Έργου, ως εσχεδιάσθη απ’ αρχής εν όψει του κυρίου σκοπού αυτού. Κύριος οίδε, αν εν όψει των υφισταμένων συνθηκών (ηλικίας κλπ.), υπό τας οποίας τελεί ο γράφων, θα καταστή δυνατόν να αναληφθή άγων ευρυτέρας και πληρεστέρας εμφανίσεως του Έργου. Kaι ο παρών τόμος θα παρουσίαση σφάλματα, ατελείας, παραλείψεις, ως και οι προηγούμενοι. Δια την υπόδειξιν αυτών διατυπούται και πάλιν θερμή παράκλησις. Ευχαριστίαι εκφράζονται δια τας ολίγας, αλλ' εύστοχους και ευγενείς παρατηρήσεις δια παρόμοια ελαττώματα των προηγουμένων τόμων. Χάριτες οφείλονται εις τους παρασχόντας την συνδρομήν των καθ' οιονδήποτε τρόπον κατά την συγγραφήν και την έκδοσιν του παρόντος τόμου. Αθήναι Πεντηκοστή 1982 Γ. Θ. Ρ. ατελείας. Θ. Ράμμου) (Δ΄ ΤΟΜΟΥ. Αθήναι Κυριακή της Ορθοδοξίας 1985 Γ. Κύριον του Παντός και μετ’ Αυτόν ευχαριστίαι πρέπει να εκφρασθούν εις πολλούς διά πολλαχώς παρασχεθείσαν συνδρομήν. όσον ίσως θα ήτο ευκταίον. . δεν είναι πολύ ευνοϊκαί. Δια την υπόδειξιν αυτών. η έκτασις του έργου δεν περιωρίσθη. τα όποια έχουν γεννηθή και καθ' εκάστην δημιουργούνται εις την επιστήμην και εις την νομολογίαν. την οποίαν δικαίως θα ανέμενεν ο αναγνώστης. τολμώμεν να ελπίζωμεν και υποτασσόμεθα εις την οιανδήποτε Θείαν Ευδοκίαν. η οποία θα είναι οπωσδήποτε χρήσιμος.ΠΡΟΛΟΓΟΣ (του Γ. Παρά ταύτα προσευχόμεθα. τον οποίον η δημοσίευσις κατέστη Χάριτι Θεία έστω μετά τινός βραδύτητος. Περαιτέρω περικοπαί. και λόγω του απαιτουμένου χρόνου. Δημιουργούνται ως εκ τούτου καθήκοντα του γράψαντος. Θ. Αι κατά κόσμον συνθήκαι. ετηρήθη η εις τους προηγουμένους τόμους χρησιμοποιηθείσα μέθοδος. δεν ήσαν δυναταί άνευ κινδύνου δημιουργίας κενών εις ουσιώδη θέματα. διατυπούται και επαναλαμβάνεται και από της θέσεως ταύτης θερμή παράκλησις και εκφράζονται ευχαριστίαι δι όμοιας υποδείξεις επί των προηγουμένων τόμων και δια την διατύπωσιν επιεικών κρίσεων περί αυτών. της πρώτης εκδόσεως) Δια του παρόντος τόμου. παραδρομάς και λάθη. κενά. η εκπλήρωσις των οποίων εξαρτάται εκ της συνδρομής πολλών προϋποθέσεων και πρωτίστως και κυρίως εκ των ανεξερευνήτων Βουλών του Δημιουργού. Παρά την εις πάντας τους τόμους παράλειψιν μνείας συγκεκριμένων παραπομπών εις συγγραφείς και νομολογίαν και της εξετάσεως ειδικών ζητημάτων. νυν δυνατή. περάτωσιν και ευόδωσιν της προσπάθειας. εν όψει της ηλικίας του υποφαινομένου και άλλων μειονεκτημάτων. Ρ. Διάπυρος ευγνωμοσύνη οφείλεται κατά πρώτον εις τον επιτρέψαντα την ανάληψιν. Και κατά την επεξεργασίαν της εις τον τόμον τούτον περιεχόμενης ύλης. Και ο προκείμενος τόμος θα παρουσιάση (ως και οι προηγούμενοι). παρά την ζωηράν επιθυμίαν αυτού. περιλαμβάνοντος ολόκληρον την συστηματικώς εις τον κλάδον τούτον του Δικαίου ανήκουσαν και συνήθως υπαγομένην ύλην. συμπληρούται η έκδοσις του Εγχειριδίου Αστικού Δικονομικού Δικαίου. επιστέγασμα των οποίων αναμφίβολα αποτελεί το «Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου» σε 4 τόμους που κυκλοφόρησαν τα έτη 1978-1985 (και του οποίου η δεύτερη έκδοση. Η πρώτη προσπάθεια είχε αναληφθεί τα έτη 1935-1936. Ράμμου. ενίοτε από τους κατά καιρούς βοηθούς του. Η παρούσα έκδοση αποτελεί χρονικά την τρίτη εκδοτική προσπάθεια (από μαθητές/συνεργάτες του Γεωργίου Θ. δόξασε και διέδοσε). κατά περίπτωση. Η. Ράμμου. Νικόλαο Αλαβάνο (αργότερα δικηγόρο και βουλευτή Κυκλάδων).Θ. ενημερωμένη και διευρυμένη επιχειρείται με δέος και σεβασμό τώρα). Ράμμος επιμελείτο προσωπικώς των εκδόσεων των συγγραμμάτων του (βοηθούμενος. Ράμμου με τίτλο «Επιτομή του αστικού δικονο- . Στη συνέχεια.διέκοψε την επίγειον παρουσία του και ανήλθεν εις τους Ουρανούς (εις Εκείνον στον οποίο με όλη του την καρδιά πίστευσε και τη διδασκαλία του Οποίου με λόγια και έργα και κυρίως με το παράδειγμα της ζωής του γενικά και του καθημερινού του βίου ειδικότερα συνειδητά και κατ' αποτέλεσμα βίωσε. του εισαγωγικού και συνοπτικού βοηθήματος προοριζομένου για φοιτητές. Θ. σε μεταγλώττιση στη δημοτική. οι οποίοι ανέλαβαν την επιμέλεια για την έκδοση των τότε πανεπιστημιακών παραδόσεων του Γ. Ράμμου) για την εκδοτική κυκλοφορία της. Μ.ΠΡΟΛΟΓΟΣ (του Ν. από τους τότε μαθητές του Γεωργίου Θ. ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη αυτής της εκδόσεως). Κωνσταντινίδη και Α. Εμμανουήλ Μιχελάκη (αργότερα εντεταλμένο Υφηγητή της Πολιτικής Δικονομίας και τακτικό καθηγητή της Έδρας της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου). ήδη αειμνήστους. Θ. με νόημα και εν πλήρει συνειδήσει τόνιζε στους προλόγους των συγγραμμάτων του. του Γ. και μέχρι της εκδημίας του. Ράμμου. Καμπίτση (αργότερα Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας). ο Καθηγητής Γεώργιος Θ. Ράμμος. ο Γ. ευρισκόμενος στην πατρογονική του κατοικία στο χωριό Κορακοβούνι της Κυνουρίας (Αρκαδίας) ανάμεσα στα χειρόγραφα του «υποτασσόμενος εις την Θείαν Ευδοκίαν» και στη «Βουλή του Δημιουργού και Κυρίου του Παντός» -όπως ο ίδιος πάντοτε με έμφαση. αποτυπωμένης σε σύγγραμμα. διδασκαλίας του αειμνήστου καθηγητού Γεωργίου Θ. ημέρα Πέμπτη. υπηρέτησε. ζώντος βέβαια τότε του αειμνήστου Δασκάλου. Κλαμαρή) για τη δεύτερη έκδοση [του τρίτου ημιτόμου (Ειδικές Διαδικασίες) του δεύτερου τόμου] Την 22αν Ιανουαρίου 1987. ο χρονικά τελευταίος των οποίων είναι ο έχων την τιμή να είναι και εκείνος. Παπαλάμπρο (αργότερα Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας). Πριν από λίγα χρόνια επιχειρήθηκε από το γράφοντα η δεύτερη έκδοση της «Επιτομής του αστικού δικονομικού δικαίου». να εναποθέσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα με ανεξίτηλο τρόπο τη σφραγίδα του στη διδασκαλία. Ήδη είκοσι πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της πρώτης εκδόσεως από τον ίδιο τον αείμνηστο Δάσκαλο ήλθε η ώρα και για τη δεύτερη έκδοση του θεμελιώδους για την ελληνική επιστήμη του Αστικού Δικονομικού Δικαίου τετράτομου συγγράμματος του Γεωργίου Θ.1968 του Γεωργίου Θ. όποιος επιχειρεί να ασχοληθεί με την επιμέλεια της επανεκδόσεως. Είναι αυτονόητο. ο οποίος ευτύχησε. στην επιστήμη και στη νομοθεσία του ελληνικού αστικού δικονομικού δικαίου: Στην αρχή για τρία χρόνια (1934-1937) έκτακτος καθηγητής και στη συνέχεια για τριανταένα χρόνια συνεχώς τακτικός καθηγητής της Πολιτικής Δικονομίας (1937-1968) μέχρι το 1968. σεβαστού και αγαπητού Δασκάλου ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα έργο πολύ δύσκολο. Ράμμου και αντ' αυτού γίνεται παραπομπή σε νεότερα έργα άλλων συγγραφέων. λόγω του πλούτου των νοημάτων της επιστημονικής αναλύσεως. καθώς βέβαια και με την επικαιροποιημένη και αναπροσαρμοσμένη στη νεότερη νομοθεσία και νομολογία συγγραφή της ύλης του έργου αυτού.το 2009 και σε τέταρτη έκδοση και σε σημαντικά διευρυμένη και επαυξημένη έκταση (πάντοτε στον εκδοτικό οίκο του Αντωνίου Ν. Ράμμος. Ράμμου) να επηρεάζουν τόσο τη θεωρία όσο και τη νομολογία.8. Ράμμου από την ενεργό υπηρεσία .ως τρίτος ημίτομος της «Επιτομής αστικού δικονομικού δικαίου». που στηρίζονται όμως στη διδασκαλία του Γεωργίου Θ. τον αείμνηστο Νικόλαο Α. ο Γ. όσο ίσως κανένας άλλος Καθηγητής του Αστικού Δικονομικού Δικαίου σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο στην ίδια ή έστω σε ανάλογη με αυτόν έκταση και βαρύτητα.Πρόλογος (του Ν. χρονιά που αποχώρησε -έχοντας ήδη πληθώρα μαθητών.τον λύπησε αφάνταστα και τον άγγιξε σε πολύ . Ράμμος είχε αποκλειστική συνεργασία και στενή φιλία).προώρως πριν συμπληρώσει το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του (λόγω της γνωστής μεθοδεύσεως της μειώσεως του ορίου της ηλικίας από τη Δικτατορία) και μέλος (για τριάντα συνεχή χρόνια. Σάκκουλα. Θ. οι γνώμες του οποίου στο μεγάλο τους ποσοστό εξακολουθούν και σήμερα άμεσα ή έμμεσα (ακόμα και όταν λησμονείται ενίοτε η παραπομπή στα έργα του Γ.και μάλιστα με τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύθηκε από το δικτατορικό καθεστώς. στην οποία προβαίνει ο Γ. 1932-1961) της Συντακτικής Επιτροπής και της Αναθεωρητικής Επιτροπής για τη σύνταξη του νέου ΚΠολΔ. Η πρόωρη αποχώρηση την 31. Θ. με το οποίο καταλαμβάνεται. ότι η ανάληψη της προσπάθειας για συνέχιση πλέον και της εκδόσεως του βασικού ολοκληρωμένου συστηματικού και διδακτικού συγγράμματος του αειμνήστου. Θ. Σάκκουλα. με τον ιδρυτή του οποίου. Δύσκολο πρώτα απ' όλα λόγω του δέους. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ειδικές Διαδικασίες) XVII μικού δικαίου» κατανεμημένη σε δύο ημιτόμους που κυκλοφορούν ήδη σε τρίτη έκδοση. του προσέδωσαν την ιδιότητα και του κύριου αυθεντικού ερμηνευτή των δικονομικών διατάξεων. ενώ ειδικά το τμήμα αυτής που αφορά την απόδειξη κυκλοφόρησε. Ράμμου με τίτλο «Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου» (το οποίο άλλωστε αποτελεί μέχρι σήμερα ως γνωστόν και το μοναδικό ολοκληρωμένο σύγγραμμα Αστικού Δικονομικού Δικαίου στην Ελλάδα). Τη μεγάλη αυτή στενοχώρια του τη διαδέχθηκε η ικανοποίηση και η χαρά του για τη διαδοχή του στην έδρα της Πολιτικής Δικονομίας από το Γεώργιο Μητσόπουλο. ήδη από το 1950 διεθνώς αναγνωρισμένο Δικονομολόγο. γνωσιοθεωρητική και φιλοσοφική του παιδεία και σκέψη άνοιξε νέους δρόμους σε ελληνικό και σε διεθνές επίπεδο. Ράμμος. Ήμουν αρκετές φορές αυτήκοος μάρτυς και της λύπης του Γ. Είναι μάλιστα ιδιαιτέρως χαρακτηριστικές και οι ακόλουθες ειδικότερες επισημάνσεις τον Γεωργίου Μητσοπούλου κατά το εναρκτήριο μάθημά του στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τη μοναδική προσφορά του προκατόχου του Γ. και με πληθωριστικό τρόπο. Ο δε δισταγμός μου οφείλεται εις τον λόγον. Την έδραν ταύτην εδόξασεν ο Βασίλειος Οικονομίδης και ελάμπρυναν οι μεταγενέστεροι. που λόγω της εν τω μεταξύ αποχωρήσεώς του από το Πανεπιστήμιο πολλοί. Το πολύτιμον και εκτεταμένον έργον του Γεωργίου Ράμμου. φιλοσοφικά. και την οποία οδήγησε -μακριά από επιστημονικούς νομικούς ακροβατισμούς και πειραματισμούς και με σεβασμό πάντοτε στην ελληνική επιστημονική δικονομική παράδοση. Ράμμου για την πρόωρη αποχώρησή τον από την ενεργό υπηρεσία και της ικανοποιήσεώς του για τη διαδοχή του από το Γ. τα «σέβη» τους ξαφνικά τον ξέχασαν). στη σπουδάζουσα νεολαία. παρ' ων εδιδάχθην την μέθοδον και την αξίαν της επιστήμης ου μην αλλά και το καθήκον τον επιστήμονος. Θ. κοντά του από το 1966 μέχρι το 1987. στη Νομική Σχολή. Θ. επειδή πολλές φορές ο αείμνηστος Διδάσκαλος μου έκανε την τιμή να μου εκμυστηρευθεί τις μύχιες σκέψεις του για πολλά θέματα (επειδή ήμουν. Μητσόπουλο. και ήξερε ότι ήμουν. που άρχισε με το Βασίλειο Τρ. στην οποία ο Γεώργιος Μητσόπουλος με τη στερεά δογματική. αλλά και η καρποφόρος επί τριάκοντα και έξ έτη διδασκαλία αυτού. μεταξύ των οποίων εξέχουσαν θέσιν θα κατέχη ο Γεώργιος Ράμμος. συνεχίζοντας την υψηλή παράδοση της ελληνικής επιστήμης του Αστικού Δικονομικού Δικαίου. Ράμμος ευτύχησε τελικά και στη διαδοχή του [αλλά μαζί με αυτόν και η Ελληνική Επιστήμη τον Αστικού Δικονομικού Δικαίου. γεωγραφικά) επεξέτεινε και διεύρυνε στην Ελλάδα και στην Αλλοδαπή . Ράμμου στο Πανεπιστήμιο. και έτσι ο Γ. υπήρξαν τοι- . Θ. τον οποίον έχω την τιμήν να διαδεχθώ.με δογματική ασφάλεια και φιλοσοφική νηνεμία από τον 20° στον 21° αιώνα]. που έσπευδαν σε άλλες εποχές αυτοβούλως να του υποβάλουν καθημερινώς. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ειδικές Διαδικασίες) ευαίσθητες χορδές.XVIII Πρόλογος (του Ν. στη Διδασκαλία και στην Επιστήμη τον Δικαίου γενικά και τον Αστικού Δικονομικού Δικαίου ειδικότερα: «Η συγκίνησίς μου απορρέει εκ της σκέψεως της φερομένης μετ' ευγνωμοσύνης προς τους πανεπιστημιακούς διδασκάλους μου. Δικαστικό Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και εντεταλμένο Υφηγητή της Πολιτικής Δικονομίας στη Νομική Σχολή τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Οικονομίδη και στερέωσε περίπου για 50 χρόνια στον εικοστό αιώνα ο Γεώργιος Θ. και μάλιστα κατά κύριο λόγο σε εποχές. ότι αναλογίζομαι ποίους είχον προκατόχους και οπόσον μεγάλας διά τούτο αναλαμβάνω υποχρεώσεις. ποιοτικά γνωσιοθεωρητικά. την οποία περαιτέρω θεμελίωσε και (ποσοτικά. Πολλά προβλήματα. καθώς και για τους φοιτητές νομικής. Ράμμου. όπως καταστή γνωστή εν τη αλλοδαπή η παρ' ημίν θεωρητική και νομοπαρασκευαστική κίνησις εν τω κλάδω του δικονομικού δικαίου. του Β' τόμου (1980) και του Γ' τόμου (1982)]. αλλά και συνέδεσαν εν ζωογόνω αλληλεπιδράσει θεωρίαν και πράξιν. το ως άνω έργο δύσχρηστο έως απρόσιτο για τη νεότερη γενεά νομικών. Μητσόπουλο. 1). σελ. Τρίτον λόγοι Σεβασμού προς το επιστημονικό/διδακτικό έργο του Γεωργίου Θ.καθιστά. Η θεωρία του Αστικού Δικονομικού Δικαίου. που ολοκληρώθηκε. Θ. ζώντος του Γεωργίου Θ. ανακαλύπτεται ότι έχουν βρεί τη λύση τους ή την αφετηρία λύσεως τους και θεμελιώσεως τους στη δόκιμη διδασκαλία του Γεωργίου Θ. γεγονός το οποίο -δυστυχώς. Δεύτερον επειδή η πρώτη έκδοση του έργου είναι διατυπωμένη στην καθαρεύουσα. Ανάτυπο. Η διαδοχή στο βασικό συστηματικό σύγγραμμα του Γ. Πρώτον επειδή όλοι οι τόμοι του έργου αυτού έχουν ήδη εξαντληθεί προ πολλού. Ράμμου είναι ακριβώς ο πλούτος των νοημάτων της επιστημονικής αναλύσεως και της επιστημονικής γλώσσας του Γ. Ράμμου. τα οποία ενίοτε σε μεταγενέστερες μελέτες νεότεροι συγγραφείς αντιμετωπίζουν πολλές φορές προτείνοντας λύσεις που εμφανίζονται ως πρωτότυπες (μάλιστα ενίοτε και από τους ίδιους με ιδιαίτερα αυτάρεσκο ύφος). ενώ έχουν παρέλθει περισσότερα χρόνια από την έκδοση του Α' τόμου (1978). Μακριά από τάσεις για «πρωτοτυπία» χάριν της πρωτοτυπίας και για επιστημονικούς ή μεθοδολογικούς / ερμηνευτικούς «ακροβατισμούς» και «αλκιβιαδισμούς» η διδασκαλία του Γεωργίου Θ. Ράμμου συνιστά για μένα μία ιδιαιτέρως πολύ μεγάλη τιμή. Εκείνο το οποίο εκπλήσσει τον προσεκτικό μελετητή του επιστημονικού έργου του Γεωργίου Θ.Πρόλογος (του Ν. 1970. Γ. αλλά και διά της ισχυράς αυτού προσωπικότητος συνέβαλε σπουδαίως. Ράμμου και στη μνήμη του Σεβαστού Δασκάλου.Θ. . Ράμμου αποτελεί ένα βασικό τμήμα του θεμελίου της λεγόμενης παραδοσιακής διδασκαλίας και θεωρίας της ελληνικής επιστήμης του αστικού δικονομικού δικαίου. ώστε ού μόνον επέφερον την παρ' ημίν άνθησιν των δικονομικών σπουδών. Ράμμου. όλο και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου. Δεν υπήρξε δε μόνον λαμπρός πανεπιστημιακός διδάσκαλος ο Γεώργιος Ράμμος και δεν εγαλούχησε μόνον τους νεωτέρους εις τα νάματα του δικονομικού δόγματος. το 1985 [και επομένως έχουν παρέλθει ήδη είκοσι πέντε (25) χρόνια από την ολοκλήρωση του όλου έργου με την έκδοση του Α΄ τόμου (1985). όπως καθοδήγηση την τε θεωρίαν και πράξιν εις την πρώτην και δυσχερή φάσιν της εφαρμογής του νέου Κώδικος της Πολ. Οι ακόλουθοι λόγοι με ώθησαν να αναλάβω την προσπάθεια για τη δεύτερη έκδοση του «Εγχειριδίου αστικού δικονομικού δικαίου». Αι ευχαί συνοδεύουν τον διακεκριμένον και αγαπητόν διδάσκαλον εν τη ακαμάτω αυτού δράσει και ιδία εν τη αναληφθείση παρ' αυτού προσπάθεια. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ειδικές Διαδικασίες) XIX αύτης δυνάμεως. Δικονομίας» (βλ. Η κατ' αυτάς κυκλοφορήσασα εν Γερμανία μετάφρασις του νέου Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οφείλεται εις την τοιαύτην προσπάθειαν αποτελεί δε εν ταυτώ εκδήλωσιν του ζωηρού ενδιαφέροντος της αλλοδαπής θεωρίας διά την παρ' ημίν επιστημονικήν κίνησιν. Θ. Επιφυλάσσομαι όμως σε μελλοντική άλλη έκδοση και εφόσον διευκρινιστεί η βούληση της Πολιτείας για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ να επιχειρήσω επαυξημένη νεότερη έκδοση. ώστε η χρήση του ογκώδους αυτού έργου να καταστεί πιο εύχρηστη και προσιτή. Ράμμου. Ράμμου. η μοναδική φορά που ο Γ. πλην όμως οι τόμοι κατανεμήθησαν σε αντίστοιχους ημιτόμους. Ράμμου παρατίθενται και όλοι οι πρόλογοί του στον καθένα από τους τέσσερις τόμους της πρώτης εκδόσεως. Σε περιορισμένο επίπεδο προστέθηκε. αλλ' όχι μόνο. β) Δεν επιχειρήθηκε μεν αναδιάρθρωση της ύλης των επί μέρους τόμων του έργου. Έχοντας την επιστημονική ευθύνη της εκδόσεως αυτής αυτοπεριορίσθηκα στο πλαίσιο της παρούσας δεύτερης εκδόσεως και στο στάδιο αυτό. ιδίως όταν νεότερες νομοθετικές τροποποιήσεις επέβαλαν προσθαφαιρέσεις στο κείμενο ή προσαρμογή.νομοθετικές τροποποιήσεις. απ' όσο μπορώ να γνωρίζω. Ράμμος μου είχε κάνει ήδη από τότε την πολύ μεγάλη τιμή να με ευχαριστήσει επωνύμως στον πρόλογο του Α' τόμου του ως άνω έργου (ας μου επιτραπεί να επισημάνω. Για τους ίδιους λόγους επαναλαμβάνεται και στην παρούσα έκ- . Προσθήκες οποιασδήποτε άλλης φύσεως έγιναν σε περιορισμένη έκταση.XX Πρόλογος (του Ν. που έχουν επιχειρηθεί από το 1985 μέχρι σήμερα στο πεδίο τον αστικού δικονομικού δικαίου καθιστούν αναγκαία την ενημέρωση αυτού του συστηματικού ογκώδους έργου του Γεωργίου Θ. νεότερη βιβλιογραφία. ε) Για λόγους σεβασμού προς τη μνήμη του Γεωργίου Θ. Έχοντας αναλάβει την επεξεργασία αυτής της δεύτερης εκδόσεως οφείλω να διευκρινίσω τα ακόλουθα: α) Η παρούσα έκδοση συνιστά βέβαια κατά μεγάλο ποσοστό απόδοση στη δημοτική της πρώτης εκδόσεως. Πέμπτον επειδή είχα πολύ στενά συνεργασθεί ήδη και στην πρώτη έκδοση του ίδιου έργου με τον αείμνηστο Δάσκαλο. και απέφυγα στην έκδοση αυτή την άμεση ή έμμεση «εμφύτευση» δικών μου απόψεων (με εξαίρεση μόνο ίσως σε κάποιες περιορισμένες περιπτώσεις ιδίως. νομοθετικών τροποποιήσεων). του κειμένου στα νεότερα νομοθετικά δεδομένα και στη νεότερη νομική ρύθμιση. ότι είναι. (σε αντίθεση με την αντίστοιχη αρίθμηση των υποσημειώσεων της πρώτης εκδόσεως. γ) Δεν αναριθμήθηκαν επίσης εκ νέου οι παράγραφοι και τα τμήματα του έργου. η οποία ήταν ανά «παράγραφο»). Ράμμος ευχαρίστησε σε πρόλογο διδακτικού ή συστηματικού συγγράμματός του επωνύμως έναν επιστημονικό συνεργάτη του/μαθητή του). εξ ου λόγου ο Γεώργιος Θ. Στόχος ήταν να μην αλλοιωθεί η βασική/θεμελιώδης διδασκαλία του Γεωργίου Θ. ή εκ νέου συγγραφή ή αναδιατύπωση. ώστε να είναι κατανοητή και στις νεότερες γενεές νομικών. επίσης. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ειδικές Διαδικασίες) Τέταρτον επειδή οι περίπου εξήντα (60) -σε μεγάλο δε ποσοστό απρογραμμάτιστες και εμβαλωματικές. Άλλωστε ενόψει της επιχειρούμενης από το 2005 νομοπαρασκευαστικής εργασίας -με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνηςκαι των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων δεν θα είχε νόημα η κατά τη στιγμή αυτή ευρύτερη αναδιαμόρφωση του κλασικού συγγράμματος του Σεβαστού Δασκάλου. δ) Οι υποσημειώσεις του παρόντος Γ΄ ημιτόμου του δεύτερου τόμου της δεύτερης εκδόσεως αριθμήθηκαν ενιαίως. αδελφή του αειμνήστου καθηγητού Γεωργίου Θ. ιδιαιτέρως χρήσιμη σε όλους εκείνους. Ευελπιστώ. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ειδικές Διαδικασίες) XXI δοση η αφιέρωση που είχε κάνει ο ίδιος ο Γεώργιος Θ. Ιωάννου Παπανικολάου Ειδικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. που διακονούν την επιστήμη του αστικού δικονομικού δικαίου (δικαστικούς λειτουργούς. στο δε Παράρτημα III το σχέδιο νόμου (έτους 2009) της υπό την προεδρία του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου κ.Εκούσια Δικαιοδοσία . η οποία ανανεώνοντας τη σχετική άδεια που μου είχε χορηγήσει η αείμνηστη μητέρα της Μεταξία Ε.Πρόλογος (του Ν. θα είναι ιδίως χρήσιμος στους φοιτητές νομικής του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών αφενός μεν στο πλαίσιο του μαθήματος υποχρεωτικής επιλογής του έκτου εξαμήνου «Ασφαλιστικά Μέτρα . στους οποίους και κατά κύριο λόγο απευθύνεται. δικηγόρους. είτε στο πεδίο της ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου. όσο και κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος του ογδόου εξαμήνου «Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας (που από τη φύση του περιλαμβάνει όλη την ύλη της Πολιτικής Δικονομίας). Κουμάντου-Κολοκούρη. Θα ήθελα όμως επίσης να ευχαριστήσω και από τη θέση αυτή τη δικηγόρο κυρία Ευγενία Γ. της 12ης Δεκεμβρίου 2006 για την Ευρωπαϊκή Διαταγή Πληρωμής παρατίθεται για λόγους ενημερότητας στο Παράρτημα Ι η σχετική ρύθμιση μαζί με τα υποδείγματα των αντιστοίχων δικογράφων.Ειδικές Διαδικασίες. αφετέρου δε τόσο στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος του έκτου εξαμήνου «Πολιτική Δικονομία II». Επειδή ήδη έχει τεθεί σε ισχύ και ο Κανονισμός 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. δικαστικούς επιμελητές) είτε ως θεωρητικοί του δικαίου. Θα ήθελα και από τη θέση αυτή να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στην αείμνηστη Μεταξία Ε. ταυτόχρονα όμως -όπως (θέλω να) πιστεύω . Κολοκούρη. άδεια που για μένα μεν είναι ιδιαιτέρως τιμητική. Ράμμος στην πρώτη έκδοση του έργου. συμβολαιογράφους. ακριβώς όπως και η πρώτη έκδοση. που περιλαμβάνει ως διδακτέα ύλη τα Ένδικα Μέσα και την Αναγκαστική Εκτέλεση. η οποία μου εμπιστεύθηκε τη συνέχιση και αυτού του επιστημονικού έργου του αειμνήστου Δασκάλου και την επιμέλεια αυτής της εκδόσεως. ο οποίος περιλαμβάνει την ύλη των Ειδικών Διαδικασιών. ότι το σύγγραμμα αυτό θα είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο και σε όλους τους φοιτητές νομικής. Ράμμου. μου επέτρεψε να συνεχίσω την έκδοση του έργου αυτού. Επίσης για λόγους ενημερότητας ειδικά ως προς τις προτάσεις των δύο νομοπαρασκευαστικών επιτροπών που λειτούργησαν με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης παρατίθενται στο μεν Παράρτημα II η πρόταση σχεδίου νόμου (έτους 2008) της υπό την προεδρία μου Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την Αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κολοκούρη. Ο παρών τρίτος ημίτομος του δεύτερου τόμου. ότι και η δεύτερη έκδοση του «Εγχειριδίου αστικού δικονομικού δικαίου» θα είναι. Είναι αυτονόητο όμως. πανεπιστημιακούς καθηγητές. /Γερμανίας). που αρχίζει με την κυκλοφορία και του παρόντος τρίτου ημιτόμου του δευτέρου τόμου. Δημήτριο Τσικρικά.Ν. ήδη Εφέτη. τον αείμνηστο (και πολύ προώρως με τραγικό τρόπο εκλιπόντα) Στυλιανό Κουσούλη. Στέφανο Πανταζόπουλο. Η βασική βοήθεια προήλθε πριν από αρκετά χρόνια από τον κ. τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών κ. όταν έχοντας ήδη λάβει το πτυχίο μου νομικής με άριστα με προσέλαβε ως έκτακτο βοηθό της έδρας της Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα επιθυμώ να ευχαριστήσω θερμά όλους τους νέους συναδέλφους. Κ. και συνεχίστηκε με συνεχώς στενότερη επιστημονική και ανθρώπινη/συναισθηματική διασύνδεση μέχρι την εκδημία του το έτος 1987. τον Επίκουρο Καθηγητή κ. Η επιστημονική ευθύνη και η αντίστοιχη τιμή για τη διαδοχή στο βασικό επιστημονικό/διδακτικό σύγγραμμα του Γεωργίου Θ.ανταποκρίνεται πλήρως και στη βούληση του αειμνήστου Δασκάλου μου. Ράμμου. Πολύ σημαντική υπήρξε όμως και η βοήθεια νεοτέρων ακόμη επιστημόνων και μαθητών μου (που συμμετέχουν ως ερευνητές/επιστημονικοί συνεργάτες και στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών): Ιδίως επιθυμώ να ευχαριστήσω τον κ. ταυτόχρονα όμως με βοήθησαν πολύ και με τις επιστημονικές παρατηρήσεις τους είτε ως προς την επιστημονικά ορθή απόδοση ορισμένων όρων είτε ως προς την ερμηνεία ορισμένων νομικών διατάξεων (νεοτέρων ή παλαιοτέρων). Ν.με είχαν βοηθήσει σημαντικά στη μεταγλώττιση στη Δημοτική ορισμένων τμημάτων του βιβλίου. Η δεύτερη έκδοση. η οποία εντατικοποιήθηκε και επισημοποιήθηκε με ακαδημαϊκό τρόπο από το 1966. Δικηγόρο. θα ήταν αδύνατη χωρίς την ουσιαστική συνδρομή μερικών αξίων νέων συναδέλφων. την Επίκουρη Καθηγήτρια κυρία Φ. στο οποίο αποτυπώνεται και η θεμελιώδης πανεπιστημιακή διδασκαλία του Σεβαστού αειμνήστου διδασκάλου. ήδη (και μετά από ιδιαιτέρως θερμή εισήγηση του καθηγητού κ. Νικόλαο Νικολάου. Ράμμο (και έτσι η ακαδημαϊκή δικονομική παράδοση συνεχίζεται και στις νεότερες γενεές των δικονομολόγων). Δ. Δ. (της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Tübingen).XXII Πρόλογος (του Ν. οι οποίοι πολλαπλώς με συνέδραμαν στην πραγματοποίηση αυτού του βιβλίου.Br. Όλοι τους . οι οποίοι επίσης είχαν γνωρίσει το Γεώργιο Θ. τον Λέκτορα κ. ήδη Καθηγητή της Πολιτικής Δικονομίας. H. (της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Freiburg i. τους ευχαριστώ πολύ. Κουκουζέλη. είναι για μένα πολύ μεγάλη. Prütting) διδάκτορα νομικής στην Πολιτική Δικονομία με την ανώτατη διάκριση «summa cum laude» του Πανεπιστημίου Κολωνίας (και Ειδικό Επιστήμονα της Πολιτικής Δικονομί- . Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ειδικές Διαδικασίες) ακράδαντα. Για τη βοήθειά τους.που από πολλά χρόνια είναι και μέλη του Ερευνητικού Προσωπικού του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών . Γιαννόπουλο. Άλλωστε με τον αείμνηστο Δάσκαλο είχα μία στενή και αδιατάρακτη σχέση μαθητού προς Δάσκαλο ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια.N. Αλμπανίδου-Τριανταφύλλου. Γεώργιο Ορφανίδη. συνεργάτες και μαθητές μου. Κατηφόρη και την κυρία Μ. τον Επίκουρο Καθηγητή κ. και από τη θέση αυτή. . Α. Κοσσαρά. Θερμότατες ευχαριστίες οφείλω επίσης στον κ. όπως συνάγεται από τα γραπτά του. Ρ. ψυχολογικά και ηθικά προετοιμασμένος. υπόδειγμα συνεπούς πιστού Χριστιανού Ορθόδοξου και κατά κυριολεξία φιλοσοφημένου Ανθρώπου. Για την αφιλοκερδή βοήθεια από πολλά χρόνια και σε όλα τα στάδια αυτής της προσπάθειας θέλω να ευχαριστήσω επίσης θερμά τις κ. κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία στο Τμήμα Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Κλαμαρής _________________ * Στις 18:45 της Πέμπτης 22 Ιανουαρίου 1987 μου τηλεφώνησαν (στο γραφείο μου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών) από το πατρογονικό σπίτι του Γεωργίου Θ. Σακκά και Κ. Σάκκουλα (Εκδόσεις Αντ. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ειδικές Διαδικασίες) XXIII ας στο Τμήμα Νομικής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). κάτοχο μεταπτυχιακού διπλώματος στο Ποινικό Δίκαιο και ήδη υποψήφια διδάκτορα Νομικής στο Τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. 22 Ιανουαρίου 2009 * Νικόλαος Κ. κατόχους ΜΔΕ αντιστοίχως στο Δημόσιο Δίκαιο και στο Αστικό Δίκαιο τον Τμήματος Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.). Ι.κ. τις κυρίες Ε. Αντώνιο Ν. Στο ημερολόγιο μου και στο μυαλό μου η στιγμή αυτή έχει μείνει και θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλη μαζί με την ευγνωμοσύνη μου προς το πρόσωπό Του. Ν. Σάκκουλα) και στους συνεργάτες του για την αμέριστη συνδρομή του και στην έκδοση αυτή. Γερμανό (κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία της Νομικής Σχολής τον Πανεπιστημίου Freiburg i. Καπτανή. κάτοχο Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδικεύσεως στην Πολιτική Δικονομία και ήδη υποψήφιο διδάκτορα νομικής στο Τμήμα Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και την κυρία Κ. Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.Br. Παπαδόπουλο (κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία τον Τμήματος Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). Διεθνολόγο. Πιπιλή. καθώς και την κυρία Μ. Γαλανού. Πτυχιούχο του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Νομικών. καθώς και τον κ. Ν. στο Γραφείο του Νομικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού. Για την υπαρξιακή αυτή στιγμή της μεταβάσεως από την επίγειο εις την Ουράνιο Ζωή ο Σεβαστός Δάσκαλος. Γ. Κόντη.κ. Μπαλατσού. κατόχους Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδικεύσεως (ΜΔΕ) στην Πολιτική Δικονομία τον Τμήματος Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ράμμου στο χωριό Κορακοβούνι της Κυνουρίας (Αρκαδίας). ότι ο Αγαπητός και Σεβαστός Δάσκαλος ανήλθεν εις τους Ουρανούς. απόλυτα. όπως επίσης και τις συνεργάτιδές μου. τους κ. Ευαγγέλου. ήταν. Λιάζου και Σ. Χρονοπούλου (συνεργάτιδα μου και στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού).Πρόλογος (του Ν. Σ. Κοροβέση και Ι. αλλά και από τους προλόγους του στους τέσσερις τόμους της πρώτης εκδόσεως αυτού του έργου του. κυρία Ελένη Τενεδίου. Δ. οι οποίοι ανέλαβαν την επιμέλεια για την έκδοση των τότε πανεπιστημιακών παραδόσεων του Γ. Παπαλάμπρο (αργότερα Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας). Ράμμου. διδασκαλίας του αειμνήστου καθηγητού Γεωργίου Θ. με νόημα και εν πλήρει συνειδήσει τόνιζε στους προλόγους των συγγραμμάτων του. ζώντος βέβαια τότε του αειμνήστου Δασκάλου. ο Καθηγητής Γεώργιος Θ. Η. Κωνσταντινίδη και Α. ο Γ. Εμμανουήλ Μιχελάκη (αργότερα εντεταλμένο Υφηγητή της Πολιτικής Δικονομίας και τακτικό καθηγητή της Έδρας της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου). του Γ. και μέχρι της εκδημίας του. από τους τότε μαθητές του Γεωργίου Θ.Θ. Κλαμαρή) για τη δεύτερη έκδοση [του δευτέρου ημιτόμου (Ασφαλιστικά Μέτρα) του τρίτου τόμου] Την 22αν Ιανουαρίου 1987. επιστέγασμα των οποίων αναμφίβολα αποτελεί το «Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου» σε 4 τόμους που κυκλοφόρησαν τα έτη 1978-1985 (και του οποίου η δεύτερη έκδοση. κατά περίπτωση. Ράμμου. Νικόλαο Αλαβάνο (αργότερα δικηγόρο και βουλευτή Κυκλάδων). Θ. αποτυπωμένης σε σύγγραμμα. Πριν από λίγα χρόνια επιχειρήθηκε από το γράφοντα η δεύτερη έκδοση της «Επιτομής του αστικού δικονομικού δικαίου». ημέρα Πέμπτη.ΠΡΟΛΟΓΟΣ (του Ν. Η παρούσα έκδοση αποτελεί χρονικά την τρίτη εκδοτική προσπάθεια (από μαθητές/συνεργάτες του Γεωργίου Θ. ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη αυτής της εκδόσεως). Μ. δόξασε και διέδοσε). ενημερωμένη και διευρυμένη επιχειρείται με δέος και σεβασμό τώρα).διέκοψε την επίγειον παρουσία του και ανήλθεν εις τους Ουρανούς (εις Εκείνον στον οποίο με όλη του την καρδιά πίστευσε και τη διδασκαλία του Οποίου με λόγια και έργα και κυρίως με το παράδειγμα της ζωής του γενικά και του καθημερινού του βίου ειδικότερα συνειδητά και κατ' αποτέλεσμα βίωσε. Ράμμου. Θ. ήδη αειμνήστους. Στη συνέχεια. Ράμμου με τίτλο «Επιτομή του αστικού δικονο- . ευρισκόμενος στην πατρογονική του κατοικία στο χωριό Κορακοβούνι της Κυνουρίας (Αρκαδίας) ανάμεσα στα χειρόγραφα του «υποτασσόμενος εις την Θείαν Ευδοκίαν» και στη «Βουλή του Δημιουργού και Κυρίου του Παντός» -όπως ο ίδιος πάντοτε με έμφαση. υπηρέτησε. Καμπίτση (αργότερα Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας). Ράμμου) για την εκδοτική κυκλοφορία της. ενίοτε από τους κατά καιρούς βοηθούς του. Η πρώτη προσπάθεια είχε αναληφθεί τα έτη 1935-1936. Ράμμος. Ράμμος επιμελείτο προσωπικώς των εκδόσεων των συγγραμμάτων του (βοηθούμενος. του εισαγωγικού και συνοπτικού βοηθήματος προοριζομένου για φοιτητές. σε μεταγλώττιση στη δημοτική. ο χρονικά τελευταίος των οποίων είναι ο έχων την τιμή να είναι και εκείνος. Πρόλογος (του Ν. ο οποίος ευτύχησε. με τον ιδρυτή του οποίου.1968 του Γεωργίου Θ. σεβαστού και αγαπητού Δασκάλου ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα έργο πολύ δύσκολο. που στηρίζονται όμως στη διδασκαλία του Γεωργίου Θ. ενώ ειδικά το τμήμα αυτής που αφορά την απόδειξη κυκλοφόρησε -ως τρίτος ημίτομος της «Επιτομής αστικού δικονομικού δικαίου». Σάκκουλα. οι γνώμες του οποίου στο μεγάλο τους ποσοστό εξακολουθούν και σήμερα άμεσα ή έμμεσα (ακόμα και όταν λησμονείται ενίοτε η παραπομπή στα έργα του Γ. Ήδη είκοσι πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της πρώτης εκδόσεως από τον ίδιο τον αείμνηστο Δάσκαλο ήλθε η ώρα και για τη δεύτερη έκδοση του θεμελιώδους για την ελληνική επιστήμη του Αστικού Δικονομικού Δικαίου τετράτομου συγγράμματος του Γεωργίου Θ. Η πρόωρη αποχώρηση την 31. όποιος επιχειρεί να ασχοληθεί με την επιμέλεια της επανεκδόσεως. καθώς βέβαια και με την επικαιροποιημένη και αναπροσαρμοσμένη στη νεότερη νομοθεσία και νομολογία συγγραφή της ύλης του έργου αυτού. Ράμμος.προώρως πριν συμπληρώσει το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του (λόγω της γνωστής μεθοδεύσεως της μειώσεως του ορίου της ηλικίας από τη Δικτατορία) και μέλος (για τριάντα συνεχή χρόνια.και μάλιστα με τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύθηκε από το δικτατορικό καθεστώς. Σάκκουλα.το 2009 και σε τέταρτη έκδοση και σε σημαντικά διευρυμένη και επαυξημένη έκταση (πάντοτε στον εκδοτικό οίκο του Αντωνίου Ν. Ράμμου και αντ' αυτού γίνεται παραπομπή σε νεότερα έργα άλλων συγγραφέων. να εναποθέσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα με ανεξίτηλο τρόπο τη σφραγίδα του στη διδασκαλία. στην επιστήμη και στη νομοθεσία του ελληνικού αστικού δικονομικού δικαίου: Στην αρχή για τρία χρόνια (1934-1937) έκτακτος καθηγητής και στη συνέχεια για τριανταένα χρόνια συνεχώς τακτικός καθηγητής της Πολιτικής Δικονομίας (1937-1968). Ράμμου από την ενεργό υπηρεσία . ότι η ανάληψη της προσπάθειας για συνέχιση πλέον και της εκδόσεως του βασικού ολοκληρωμένου συστηματικού και διδακτικού συγγράμματος του αειμνήστου. τον αείμνηστο Νικόλαο Α. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ασφαλιστικά Μέτρα) XXV μικού δικαίου» κατανεμημένη σε δύο ημιτόμους που κυκλοφορούν ήδη σε τρίτη έκδοση. 1932-1961) της Συντακτικής Επιτροπής και της Αναθεωρητικής Επιτροπής για τη σύνταξη του νέου ΚΠολΔ. Ράμμου με τίτλο «Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου» (το οποίο άλλωστε αποτελεί μέχρι σήμερα ως γνωστόν και το μοναδικό ολοκληρωμένο σύγγραμμα Αστικού Δικονομικού Δικαίου στην Ελλάδα). Θ. στην οποία προβαίνει ο Γ. Θ. Θ. με το οποίο καταλαμβάνεται. λόγω του πλούτου των νοημάτων της επιστημονικής αναλύσεως. Δύσκολο πρώτα απ' όλα λόγω του δέους. όσο ίσως κανένας άλλος Καθηγητής του Αστικού Δικονομικού Δικαίου σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο στην ίδια ή έστω σε ανάλογη με αυτόν έκταση και βαρύτητα. Ράμμου) να επηρεάζουν τόσο τη θεωρία όσο και τη νομολογία.τον λύπησε αφάνταστα και τον άγγιξε σε πολύ .8. μέχρι το 1968. του προσέδωσαν την ιδιότητα και του κύριου αυθεντικού ερμηνευτή των δικονομικών διατάξεων. Είναι αυτονόητο. ο Γ. χρονιά που αποχώρησε -έχοντας όμως πληθώρα μαθητών. Ράμμος είχε αποκλειστική συνεργασία και στενή φιλία). στη σπουδάζουσα νεολαία. αλλά και η καρποφόρος επί τριάκοντα και έξ έτη διδασκαλία αυτού. παρ' ων εδιδάχθην την μέθοδον και την αξίαν της επιστήμης ού μήν αλλά και το καθήκον του επιστήμονος. Είναι μάλιστα ιδιαιτέρως χαρακτηριστικές και οι ακόλουθες ειδικότερες επισημάνσεις του Γεωργίου Μητσοπούλου κατά το εναρκτήριο μάθημα του στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τη μοναδική προσφορά του προκατόχου του Γ.με δογματική ασφάλεια και φιλοσοφική νηνεμία από τον 20° στον 21° αιώνα]. τα «σέβη» τους ξαφνικά τον ξέχασαν). Ράμμος ευτύχησε τελικά και στη διαδοχή του [αλλά μαζί με αυτόν και η Ελληνική Επιστήμη του Αστικού Δικονομικού Δικαίου.XXVI Πρόλογος (του Ν. ποιοτικά. ότι αναλογίζομαι ποίους είχον προκατόχους και οπόσον μεγάλος διά τούτο αναλαμβάνω υποχρεώσεις. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Aσφαλιστικά Μέτρα) ευαίσθητες χορδές. την οποία περαιτέρω θεμελίωσε και (ποσοτικά. Ήμουν αρκετές φορές αυτήκοος μάρτυς και της λύπης του Γ. γεωγραφικά) επεξέτεινε και διεύρυνε στην Ελλάδα και στην Αλλοδαπή. πολλοί που έσπευδαν σε άλλες εποχές αυτοβούλως να του υποβάλουν καθημερινώς. στην οποία ο Γεώργιος Μητσόπουλος με τη στερεά δογματική. Θ. Δικαστικό Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και εντεταλμένο Υφηγητή της Πολιτικής Δικονομίας στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. και την οποία οδήγησε -μακριά από επιστημονικούς νομικούς ακροβατισμούς και πειραματισμούς και με σεβασμό πάντοτε στην ελληνική επιστημονική δικονομική παράδοση. που άρχισε με το Βασίλειο Τρ. Ράμμος. μεταξύ των οποίων εξέχουσαν θέσιν θα κατέχη ο Γεώργιος Ράμμος. και μάλιστα κατά κύριο λόγο σε εποχές που λόγω της εν τω μεταξύ αποχωρήσεώς του από το Πανεπιστήμιο. γνωσιοθεωρητικά. Ράμμου για την πρόωρη αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και της ικανοποιήσεώς του για τη διαδοχή του από το Γ. Μητσόπουλο. τον οποίον έχω την τιμήν να διαδεχθώ. και ήξερε ότι ήμουν. και με πληθωριστικό τρόπο. στη Νομική Σχολή. επειδή πολλές φορές ο αείμνηστος Διδάσκαλος μου έκανε την τιμή να μου εκμυστηρευθεί τις μύχιες σκέψεις του για πολλά θέματα (επειδή ήμουν. Τη μεγάλη αυτή στενοχώρια του τη διαδέχθηκε η ικανοποίηση και η χαρά του για τη διαδοχή του στην έδρα της Πολιτικής Δικονομίας από το Γεώργιο Μητσόπουλο. κοντά του από το 1966 μέχρι το 1987. Την έδραν ταύτην εδόξασεν ο Βασίλειος Οικονομίδης και ελάμπρυναν οι μεταγενέστεροι. και έτσι ο Γ. γνωσιοθεωρητική και φιλοσοφική του παιδεία και σκέψη άνοιξε νέους δρόμους σε ελληνικό και σε διεθνές επίπεδο. ήδη από το 1950 διεθνώς αναγνωρισμένο Δικονομολόγο. συνεχίζοντας την υψηλή παράδοση της ελληνικής επιστήμης του Αστικού Δικονομικού Δικαίου. Θ. Ράμμου στο Πανεπιστήμιο. Ο δε δισταγμός μου οφείλεται εις τον λόγον. Οικονομίδη και στερέωσε περίπου για 50 χρόνια στον εικοστό αιώνα ο Γεώργιος Θ. στη Διδασκαλία και στην Επιστήμη του Δικαίου γενικά και του Αστικού Δικονομικού Δικαίου ειδικότερα: «Η συγκίνησίς μου απορρέει εκ της σκέψεως της φερομένης μετ' ευγνωμοσύνης προς τους πανεπιστημιακούς διδασκάλους μου. φιλοσοφικά. Το πολύτιμον και εκτεταμένον έργον του Γεωργίου Ράμμου. Θ. υπήρξαν . ενώ έχουν παρέλθει περισσότερα χρόνια από την έκδοση του Α' τόμου (1978). αλλά και διά της ισχυράς αυτού προσωπικότητος συνέβαλε σπουδαίως. Αι ευχαί συνοδεύουν τον διακεκριμένον και αγαπητόν διδάσκαλον εν τη ακαμάτω αυτού δράσει και ιδία εν τη αναληφθείση παρ' αυτού προσπάθεια. Οι ακόλουθοι λόγοι με ώθησαν να αναλάβω την προσπάθεια για τη δεύτερη έκδοση του «Εγχειριδίου αστικού δικονομικού δικαίου». αλλά και συνέδεσαν εν ζωογόνω αλληλεπιδράσει θεωρίαν και πράξιν. του Β' τόμου (1980) και του Γ' τόμου (1982)]. Ανάτυπο. όπως καταστή γνωστή εν τη αλλοδαπή η παρ' ημίν θεωρητική και νομοπαρασκευαστική κίνησις εν τω κλάδω του δικονομικού δικαίου. Θ. όλο και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου. . Ράμμου αποτελεί ένα βασικό τμήμα του θεμελίου της λεγόμενης παραδοσιακής διδασκαλίας και θεωρίας της ελληνικής επιστήμης του αστικού δικονομικού δικαίου. όπως καθοδηγήση την τε θεωρίαν και πράξιν εις την πρώτην και δυσχερή φάσιν της εφαρμογής του νέου Κώδικος της Πολ. καθώς και για τους φοιτητές νομικής. Πρώτον επειδή όλοι οι τόμοι του έργου αυτού έχουν ήδη εξαντληθεί προ πολλού. Ράμμου. Ράμμου. Ράμμου συνιστά για μένα μία ιδιαιτέρως πολύ μεγάλη τιμή. σελ. Μακριά από τάσεις για «πρωτοτυπία» χάριν της πρωτοτυπίας και για επιστημονικούς ή μεθοδολογικούς / ερμηνευτικούς «ακροβατισμούς» και «αλκιβιαδισμούς» η διδασκαλία του Γεωργίου Θ. το 1985 [και επομένως έχουν παρέλθει ήδη είκοσι πέντε (25) χρόνια από την ολοκλήρωση του όλου έργου με την έκδοση του Α΄ τόμου (1985). Πολλά προβλήματα. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ασφαλιστικά Μέτρα) XXVII τοιαύτης δυνάμεως.Πρόλογος (του Ν. Ράμμου είναι ακριβώς ο πλούτος των νοημάτων της επιστημονικής αναλύσεως και της επιστημονικής γλώσσας του Γ. ζώντος του Γεωργίου Θ. που ολοκληρώθηκε. ανακαλύπτεται ότι έχουν βρεί τη λύση τους ή την αφετηρία λύσεως τους και θεμελιώσεως τους στη δόκιμη διδασκαλία του Γεωργίου Θ. ώστε ου μόνον επέφερον την παρ' ημίν άνθησιν των δικονομικών σπουδών. Δεύτερον επειδή η πρώτη έκδοση του έργου είναι διατυπωμένη στην καθαρεύουσα. Η διαδοχή στο βασικό συστηματικό σύγγραμμα του Γ. 1970. Δικονομίας» (βλ. γεγονός το οποίο -δυστυχώς. 1). Εκείνο το οποίο εκπλήσσει τον προσεκτικό μελετητή του επιστημονικού έργου του Γεωργίου Θ. Τρίτον λόγοι Σεβασμού προς το επιστημονικό/διδακτικό έργο του Γεωργίου Θ. τα οποία ενίοτε σε μεταγενέστερες μελέτες νεότεροι συγγραφείς αντιμετωπίζουν πολλές φορές προτείνοντας λύσεις που εμφανίζονται ως πρωτότυπες (μάλιστα ενίοτε και από τους ίδιους με ιδιαίτερα αυτάρεσκο ύφος). το ως άνω έργο δύσχρηστο έως απρόσιτο για τη νεότερη γενεά νομικών. Η κατ' αυτάς κυκλοφορήσασα εν Γερμανία μετάφρασις του νέου Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οφείλεται εις την τοιαύτην προσπάθειαν αποτελεί δε εν ταυτώ εκδήλωσιν του ζωηρού ενδιαφέροντος της αλλοδαπής θεωρίας διά την παρ' ημίν επιστημονικήν κίνησιν.Θ.καθιστά. Δεν υπήρξε δε μόνον λαμπρός πανεπιστημιακός διδάσκαλος ο Γεώργιος Ράμμος και δεν εγαλούχησε μόνον τους νεωτέρους εις τα νάματα του δικονομικού δόγματος. Μητσόπουλο. Η θεωρία του Αστικού Δικονομικού Δικαίου. Ράμμου. Γ. Ράμμου και στη μνήμη του Σεβαστού Δασκάλου. δ) Οι υποσημειώσεις του παρόντος Β' ημιτόμου του τρίτου τόμου της δεύτερης εκδόσεως αριθμήθηκαν ενιαίως (σε αντίθεση με την αντίστοιχη αρίθμηση των υποσημειώσεων της πρώτης εκδόσεως. που έχουν επιχειρηθεί από το 1985 μέχρι σήμερα στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου. Ράμμος μου είχε κάνει ήδη από τότε την πολύ μεγάλη τιμή να με ευχαριστήσει επωνύμως στον πρόλογο του Α' τόμου του ως άνω έργου (ας μου επιτραπεί να επισημάνω. απ' όσο μπορώ να γνωρίζω. Ράμμος στην πρώτη έκδοση του έργου. Έχοντας την επιστημονική ευθύνη της εκδόσεως αυτής αυτοπεριορίσθηκα στο πλαίσιο της παρούσας δεύτερης εκδόσεως και στο στάδιο αυτό. ώστε να είναι κατανοητή και στις νεότερες γενεές νομικών. ε) Για λόγους σεβασμού προς τη μνήμη του Γεωργίου Θ. Προσθήκες οποιασδήποτε άλλης φύσεως έγιναν σε περιορισμένη έκταση. νεότερη βιβλιογραφία. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Aσφαλιστικά Μέτρα) Τέταρτον επειδή οι περίπου εξήντα (60!!) -σε μεγάλο δε ποσοστό απρογραμμάτιστες και εμβαλωματικές. ιδίως όταν νεότερες νομοθετικές τροποποιήσεις επέβαλαν προσθαφαιρέσεις στο κείμενο ή προσαρμογή ή εκ νέου συγγραφή ή αναδιατύπωση του κειμένου στα νεότερα νομοθετικά δεδομένα και στη νεότερη νομική ρύθμιση. Για τους ίδιους λόγους επαναλαμβάνεται και στην παρούσα έκδοση η αφιέρωση που είχε κάνει ο ίδιος ο Γεώργιος Θ.XXVIII Πρόλογος (του Ν. . Σε περιορισμένο επίπεδο προστέθηκε. και απέφυγα στην έκδοση αυτή την άμεση ή έμμεση «εμφύτευση» δικών μου απόψεων (με εξαίρεση μόνο ίσως σε κάποιες περιορισμένες περιπτώσεις ιδίως.νομοθετικές τροποποιήσεις. νομοθετικών τροποποιήσεων). αλλ' όχι μόνο. πλην όμως οι τόμοι κατανεμήθησαν σε αντίστοιχους ημιτόμους. ώστε η χρήση του ογκώδους αυτού έργου να καταστεί πιο εύχρηστη και προσιτή. Ράμμου παρατίθενται και όλοι οι πρόλογοί του στον καθένα από τους τέσσερις τόμους της πρώτης εκδόσεως. Ράμμος ευχαρίστησε σε πρόλογο διδακτικού ή συστηματικού συγγράμματός του επωνύμως έναν επιστημονικό συνεργάτη του/μαθητή του). Ράμμου. ότι είναι. επίσης. β) Δεν επιχειρήθηκε μεν αναδιάρθρωση της ύλης των επί μέρους τόμων του έργου. η οποία ήταν ανά «παράγραφο»). Επιφυλάσσομαι όμως σε μελλοντική άλλη έκδοση και εφόσον διευκρινιστεί η βούληση της Πολιτείας για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ να επιχειρήσω επαυξημένη νεότερη έκδοση. Στόχος ήταν να μην αλλοιωθεί η βασική/θεμελιώδης διδασκαλία του Γεωργίου Θ. εξ ού λόγου ο Γεώργιος Θ. Πέμπτον επειδή είχα πολύ στενά συνεργασθεί ήδη και στην πρώτη έκδοση του ίδιου έργου με τον αείμνηστο Δάσκαλο. Έχοντας αναλάβει την επεξεργασία αυτής της δεύτερης εκδόσεως οφείλω να διευκρινίσω τα ακόλουθα: α) Η παρούσα έκδοση συνιστά βέβαια κατά μεγάλο ποσοστό απόδοση στη δημοτική της πρώτης εκδόσεως. καθιστούν αναγκαία την ενημέρωση αυτού του συστηματικού ογκώδους έργου του Γεωργίου Θ. Θ. η μοναδική φορά που ο Γ. γ) Δεν αναριθμήθηκαν επίσης εκ νέου οι παράγραφοι και τα τμήματα του έργου. Άλλωστε ενόψει της επιχειρούμενης από το 2005 νομοπαρασκευαστικής εργασίας -με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνηςκαι των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων δεν θα είχε νόημα η κατά τη στιγμή αυτή ευρύτερη αναδιαμόρφωση του κλασικού συγγράμματος του Σεβαστού Δασκάλου. Ράμμου. Θα ήθελα και από τη θέση αυτή να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στην αείμνηστη Μεταξία Ε. στο δε Παράρτημα II το σχέδιο νόμου (έτους 2009) της υπό την προεδρία του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου κ. Επίσης για λόγους ενημερότητας ειδικά ως προς τις προτάσεις των δύο νομοπαρασκευαστικών επιτροπών που λειτούργησαν με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης παρατίθενται στο μεν Παράρτημα Ι η πρόταση σχεδίου νόμου (έτους 2008) της υπό την προεδρία μου Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την Αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. που διακονούν την επιστήμη του αστικού δικονομικού δικαίου (δικαστικούς λειτουργούς. είτε στο πεδίο της ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου. που περιλαμβάνει ως διδακτέα ύλη τα Ένδικα Μέσα και την Αναγκαστική Εκτέλεση. Ιωάννου Παπανικολάου Ειδικής Νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. θα είναι ιδίως χρήσιμος στους φοιτητές νομικής του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών αφενός μεν στο πλαίσιο του μαθήματος υποχρεωτικής επιλογής του έκτου εξαμήνου «Ασφαλιστικά Μέτρα . συμβολαιογράφους. ότι και η δεύτερη έκδοση τον «Εγχειριδίου αστικού δικονομικού δικαίου» θα είναι. Είναι αυτονόητο όμως. πανεπιστημιακούς καθηγητές. ταυτόχρονα όμως-όπως (θέλω να) πιστεύω ακράδαντα. η οποία μου εμπιστεύθηκε τη συνέχιση και αυτού του επιστημονικού έργου του αειμνήστου Δασκάλου και την επιμέλεια αυτής της εκδόσεως. δικηγόρους. Κολοκούρη. στους οποίους και κατά κύριο λόγο απευθύνεται. μου επέτρεψε να συνεχίσω την έκδοση του έργου αυτού. ακριβώς όπως και η πρώτη έκδοση.Ειδικές Διαδικασίες». δικαστικούς επιμελητές) είτε ως θεωρητικοί του δικαίου.Πρόλογος (του Ν. αδελφή του αειμνήστου καθηγητού Γεωργίου Θ. όταν έχοντας ήδη λάβει το πτυχίο μου νομικής με άριστα με προσέλαβε ως έκτακτο βοηθό της έδρας της Πολιτικής Δικονομί- .Εκούσια Δικαιοδοσία . Άλλωστε με τον αείμνηστο Δάσκαλο είχα μία στενή και αδιατάρακτη σχέση μαθητού προς Δάσκαλο ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια. Κουμάντου-Κολοκούρη. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ασφαλιστικά Μέτρα) XXIX Ευελπιστώ. Κολοκούρη. Ο παρών δεύτερος ημίτομος του τρίτου τόμου. όσο και κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος του ογδόου εξαμήνου «Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας» (που από τη φύση του περιλαμβάνει όλη την ύλη της Πολιτικής Δικονομίας). άδεια που για μένα μεν είναι ιδιαιτέρως τιμητική.ανταποκρίνεται πλήρως και στη βούληση του αειμνήστου Δασκάλου μου. η οποία εντατικοποιήθηκε και επισημοποιήθηκε με ακαδημαϊκό τρόπο από το 1966. Ράμμου. ιδιαιτέρως χρήσιμη σε όλους εκείνους. αφετέρου δε τόσο στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος του έκτου εξαμήνου «Πολιτική Δικονομία II». η οποία ανανεώνοντας τη σχετική άδεια που μου είχε χορηγήσει η αείμνηστη μητέρα της Μεταξία Ε. ότι το σύγγραμμα αυτό θα είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο και σε όλους τους φοιτητές νομικής. ο οποίος περιλαμβάνει την ύλη των ασφαλιστικών μέτρων. Θα ήθελα όμως επίσης να ευχαριστήσω και από τη θέση αυτή τη δικηγόρο κυρία Ευγενία Γ. Η βασική βοήθεια προήλθε πριν από αρκετά χρόνια από τον κ. θα ήταν αδύνατη χωρίς την ουσιαστική συνδρομή μερικών αξίων νέων συναδέλφων. (της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Tübingen). συνεργάτες και μαθητές μου. Δ. ταυτόχρονα όμως με βοήθησαν πολύ και με τις επιστημονικές παρατηρήσεις τους είτε ως προς την επιστημονικά ορθή απόδοση ορισμένων όρων είτε ως προς την ερμηνεία ορισμένων νομικών διατάξεων (νεοτέρων ή παλαιοτέρων). την Επίκουρη Καθηγήτρια κ. ήδη Καθηγητή της Πολιτικής Δικονομίας.Ν. τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών κ. Κατηφόρη και την κυρία Μ. τον αείμνηστο (και πολύ προώρως με τραγικό τρόπο εκλιπόντα) Στυλιανό Κουσούλη. Ράμμο (και έτσι η ακαδημαϊκή δικονομική παράδοση συνεχίζεται και στις νεώτερες γενεές των δικονομολόγων). Ειδικότερα επιθυμώ να ευχαριστήσω θερμά όλους τους νέους συναδέλφους. Γεώργιο Ορφανίδη. ήδη Εφέτη. και συνεχίστηκε με συνεχώς στενότερη επιστημονική και ανθρώπινη / συναισθηματική διασύνδεση μέχρι την εκδημία του το έτος 1987. Γερμανό (κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Freiburg i. Χρονοπούλου (συνεργάτιδα μου και στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού). Br. Μπαλατσού.XXX Πρόλογος (του Ν.με είχαν βοηθήσει σημαντικά στη μεταγλώττιση στη Δημοτική ορισμένων τμημάτων του βιβλίου. Πολύ σημαντική υπήρξε όμως και η βοήθεια νεοτέρων ακόμη επιστημόνων και μαθητών μου (που συμμετέχουν ως ερευνητές/επιστημονικοί συνεργάτες και στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών): Ιδίως επιθυμώ να ευχαριστήσω τον κ. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Aσφαλιστικά Μέτρα) ας. τον Λέκτορα κ. τις κυρίες Ε. Δ. Br). Κουκουζέλη. Prütting) διδάκτορα νομικής στην Πολιτική Δικονομία με την ανώτατη διάκριση «summa cum laude» του Πανεπιστημίου Κολωνίας (και Ειδικό Επιστήμονα της Πολιτικής Δικονομίας στο Τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). Δ. στο οποίο αποτυπώνεται και η θεμελιώδης πανεπιστημιακή διδασκαλία του Σεβαστού αειμνήστου Διδασκάλου. Νικόλαο Νικολάου. ήδη (και μετά από ιδιαιτέρως θερμή εισήγηση του καθηγητού κ. Ν. Σακκά και Κ. Δικηγόρο. τους ευχαριστώ πολύ. οι οποίοι επίσης είχαν γνωρίσει το Γεώργιο Θ.Ν. Ι. κατόχους Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδικεύσεως (ΜΔΕ) στην Πολιτική Δικονομία του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.που από πολλά χρόνια είναι και μέλη του Ερευνητικού Προσωπικού του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών . Κ. που αρχίζει με την κυκλοφορία και του παρόντος δεύτερου ημιτόμου του τρίτου τόμου. Η επιστημονική ευθύνη και η αντίστοιχη τιμή για τη διαδοχή στο βασικό επιστημονικό/διδακτικό σύγγραμμα του Γεωργίου Θ. Γιαννόπουλο. Η δεύτερη έκδοση. οι οποίοι πολλαπλώς με συνέδραμαν στην πραγματοποίηση αυτού του βιβλίου.κ. τον Επίκουρο Καθηγητή κ./Γερμανίας). τον Επίκουρο Καθηγητή κ. Ράμμου. ΑλμπανίδουΤριανταφύλλου. τους κ. Στέφανο Πανταζόπουλο. (της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Freiburg i. Δημήτριο Τσικρικά. H. Όλοι τους . Φ. και από τη θέση αυτή. Σ. Για τη βοήθεια τους. είναι για μένα πολύ μεγάλη. Παπαδό- . Πρόλογος (του Ν. Ν. Καπτανή. Λιάζου και Σ. υπόδειγμα συνεπούς πιστού Χριστιανού Ορθόδοξου και κατά κυριολεξία φιλοσοφημένου Ανθρώπου. Σάκκουλα) και στους συνεργάτες του για την αμέριστη συνδρομή του και στην έκδοση αυτή. Πτυχιούχο τον Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Νομικών. αλλά και από τους προλόγους του στους τέσσερις τόμους της πρώτης εκδόσεως αυτού του έργου του. προετοιμασμένος. Για την αφιλοκερδή βοήθεια από πολλά χρόνια και σε όλα τα στάδια αυτής της προσπάθειας θέλω να ευχαριστήσω επίσης θερμά τις κ. . Γαλανού. όπως συνάγεται από τα γραπτά του. όπως επίσης και τις συνεργάτιδές μου. Κόντη. κατόχους ΜΔΕ αντιστοίχως στο Δημόσιο Δίκαιο και στο Αστικό Δίκαιο τον Τμήματος Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. ψυχολογικά και ηθικά. Αντώνιο Ν. Στο ημερολόγιο μου και στο μυαλό μου η στιγμή αυτή έχει μείνει και θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλη μαζί με την ευγνωμοσύνη μου προς το πρόσωπό Του. κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία στο Τμήμα Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Κλαμαρής __________________ * Στις 18:45 της Πέμπτης 22 Ιανουαρίου 1987 μου τηλεφώνησαν (στο γραφείο μου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών) από το πατρογονικό σπίτι του Γεωργίου Θ. κάτοχο μεταπτυχιακού διπλώματος στο Ποινικό Δίκαιο και ήδη υποψήφια διδάκτορα Νομικής στο Τμήμα Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. καθώς και την κυρία Μ. κάτοχο Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδικεύσεως στην Πολιτική Δικονομία και ήδη υποψήφιο διδάκτορα νομικής στο Τμήμα Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και την κυρία Κ. Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Α. στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού. Ευαγγέλου. απόλυτα. Ράμμου στο χωριό Κορακοβούνι της Κυνουρίας (Αρκαδίας). Κοροβέση και Ι. Ρ. κυρία Ελένη Τενεδίου. Πιπιλή. Για την υπαρξιακή αυτή στιγμή της μεταβάσεως από την επίγειο εις την Ουράνιο Ζωή ο Σεβαστός Δάσκαλος. Σάκκουλα (Εκδόσεις Αντ. Κοσσαρά. Γ. ήταν. καθώς και τον κ. ότι ο Αγαπητός και Σεβαστός Δάσκαλος ανήλθεν εις τους Ουρανούς. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Ασφαλιστικά Μέτρα) XXXI πουλο (κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία τον Τμήματος Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). 22 Ιανουαρίου 2009 * Νικόλαος Κ. Ν.κ. Θερμότατες ευχαριστίες οφείλω επίσης στον κ. Διεθνολόγο. Η παρούσα έκδοση αποτελεί χρονικά την τρίτη εκδοτική προσπάθεια (από μαθητές/συνεργάτες του Γεωργίου Θ. κατά περίπτωση. Στη συνέχεια. ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη αυτής της εκδόσεως). και μέχρι της εκδημίας του. Ράμμος επιμελείτο προσωπικώς των εκδόσεων των συγγραμμάτων του (βοηθούμενος. ήδη αειμνήστους. Ράμμος. ο Καθηγητής Γεώργιος Θ. επιστέγασμα των οποίων αναμφίβολα αποτελεί το «Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου» σε 4 τόμους που κυκλοφόρησαν τα έτη 1978-1985 (και του οποίου η δεύτερη έκδοση. Θ. Θ. ημέρα Πέμπτη. Παπαλάμπρο (αργότερα Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας). Ράμμου. οι οποίοι ανέλαβαν την επιμέλεια για την έκδοση των τότε πανεπιστημιακών παραδόσεων του Γ. ο χρονικά τελευταίος των οποίων είναι ο έχων την τιμή να είναι και εκείνος. ευρισκόμενος στην πατρογονική του κατοικία στο χωριό Κορακοβούνι της Κυνουρίας (Αρκαδίας) ανάμεσα στα χειρόγραφα του «υποτασσόμενος εις την Θείαν Ευδοκίαν» και στη «Βουλή του Δημιουργού και Κυρίου του Παντός» -όπως ο ίδιος πάντοτε με έμφαση. Εμμανουήλ Μιχελάκη (αργότερα εντεταλμένο Υφηγητή της Πολιτικής Δικονομίας και τακτικό καθηγητή της Έδρας της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου).διέκοψε την επίγειον παρουσία του και ανήλθεν εις τους Ουρανούς (εις Εκείνον στον οποίο με όλη του την καρδιά πίστευσε και τη διδασκαλία του Οποίου με λόγια και έργα και κυρίως με το παράδειγμα της ζωής του γενικά και του καθημερινού του βίου ειδικότερα συνειδητά και κατ' αποτέλεσμα βίωσε. αποτυπωμένης σε σύγγραμμα. Ράμμου) για την εκδοτική κυκλοφορία της. με νόημα και εν πλήρει συνειδήσει τόνιζε στους προλόγους των συγγραμμάτων του. Κλαμαρή) για τη δεύτερη έκδοση [του πρώτου ημιτόμου (Εκούσια Δικαιοδοσία) του τετάρτου τόμου] Την 22αν Ιανουαρίου 1987. ο Γ. του Γ. από τους τότε μαθητές του Γεωργίου Θ. Κωνσταντινίδη και Α. Η πρώτη προσπάθεια είχε αναληφθεί τα έτη 1935-1936. δόξασε και διέδοσε). σε μεταγλώττιση στη δημοτική. Ράμμου. ενημερωμένη και διευρυμένη επιχειρείται με δέος και σεβασμό τώρα). Ράμμου με τίτλο «Επιτομή του αστικού δικονο- . ζώντος βέβαια τότε του αειμνήστου Δασκάλου.ΠΡΟΛΟΓΟΣ (του Ν. διδασκαλίας του αειμνήστου καθηγητού Γεωργίου Θ. ενίοτε από τους κατά καιρούς βοηθούς του. Μ. Θ. Καμπίτση (αργότερα Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας). υπηρέτησε. του εισαγωγικού και συνοπτικού βοηθήματος προοριζομένου για φοιτητές. Πριν από λίγα χρόνια επιχειρήθηκε από το γράφοντα η δεύτερη έκδοση της «Επιτομής του αστικού δικονομικού δικαίου». Ράμμου. Νικόλαο Αλαβάνο (αργότερα δικηγόρο και βουλευτή Κυκλάδων). Η. το 2009 και σε τέταρτη έκδοση και σε σημαντικά διευρυμένη και επαυξημένη έκταση (πάντοτε στον εκδοτικό οίκο του Αντωνίου Ν. τον αείμνηστο Νικόλαο Α. που στηρίζονται όμως στη διδασκαλία του Γεωργίου Θ. Δύσκολο πρώτα απ' όλα λόγω του δέους. καθώς βέβαια και με την επικαιροποιημένη και αναπροσαρμοσμένη στη νεότερη νομοθεσία και νομολογία συγγραφή της ύλης του έργου αυτού. Ράμμου και αντ' αυτού γίνεται παραπομπή σε νεότερα έργα άλλων συγγραφέων. ο Γ. Ράμμου με τίτλο «Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου» (το οποίο άλλωστε αποτελεί μέχρι σήμερα ως γνωστόν και το μοναδικό ολοκληρωμένο σύγγραμμα Αστικού Δικονομικού Δικαίου στην Ελλάδα). Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Εκούσια Δικαιοδοσία) XXXIII μικού δικαίου» κατανεμημένη σε δύο ημιτόμους που κυκλοφορούν ήδη σε τρίτη έκδοση. λόγω του πλούτου των νοημάτων της επιστημονικής αναλύσεως. Ράμμος. Η πρόωρη αποχώρηση την 31. με τον ιδρυτή του οποίου. Ήδη είκοσι πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της πρώτης εκδόσεως από τον ίδιο τον αείμνηστο Δάσκαλο ήλθε η ώρα και για τη δεύτερη έκδοση του θεμελιώδους για την ελληνική επιστήμη του Αστικού Δικονομικού Δικαίου τετράτομου συγγράμματος του Γεωργίου Θ. Είναι αυτονόητο. ότι η ανάληψη της προσπάθειας για συνέχιση πλέον και της εκδόσεως του βασικού ολοκληρωμένου συστηματικού και διδακτικού συγγράμματος του αειμνήστου. με το οποίο καταλαμβάνεται. χρονιά που αποχώρησε -έχοντας ήδη πληθώρα μαθητών. στην οποία προβαίνει ο Γ. Σάκκουλα.προώρως πριν συμπληρώσει το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του (λόγω της γνωστής μεθοδεύσεως της μειώσεως του ορίου της ηλικίας από τη Δικτατορία) και μέλος (για τριάντα συνεχή χρόνια. Θ. οι γνώμες του οποίου στο μεγάλο τους ποσοστό εξακολουθούν και σήμερα άμεσα ή έμμεσα (ακόμα και όταν λησμονείται ενίοτε η παραπομπή στα έργα του Γ. 1932-1961) της Συντακτικής Επιτροπής και της Αναθεωρητικής Επιτροπής για τη σύνταξη του νέου ΚΠολΔ.1968 του Γεωργίου Θ.Πρόλογος (του Ν. Ράμμου) να επηρεάζουν τόσο τη θεωρία όσο και τη νομολογία. να εναποθέσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα με ανεξίτηλο τρόπο τη σφραγίδα του στη διδασκαλία. Ράμμου από την ενεργό υπηρεσία -και μάλιστα με τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύθηκε από το δικτατορικό καθεστώς. Σάκκουλα. Θ. του προσέδωσαν την ιδιότητα και του κύριου αυθεντικού ερμηνευτή των δικονομικών διατάξεων. Ράμμος είχε αποκλειστική συνεργασία και στενή φιλία).τον λύπησε αφάνταστα και τον άγγιξε σε πολύ . ο οποίος ευτύχησε. όσο ίσως κανένας άλλος Καθηγητής του Αστικού Δικονομικού Δικαίου σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο στην ίδια ή έστω σε ανάλογη με αυτόν έκταση και βαρύτητα. Θ. ενώ ειδικά το τμήμα αυτής που αφορά την απόδειξη κυκλοφόρησε -ως τρίτος ημίτομος της «Επιτομής αστικού δικονομικού δικαίου». σεβαστού και αγαπητού Δασκάλου ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα έργο πολύ δύσκολο. στην επιστήμη και στη νομοθεσία του ελληνικού αστικού δικονομικού δικαίου: Στην αρχή για τρία χρόνια (1934-1937) έκτακτος καθηγητής και στη συνέχεια για τριανταένα χρόνια συνεχώς τακτικός καθηγητής της Πολιτικής Δικονομίας (1937-1968) μέχρι το 1968.8. όποιος επιχειρεί να ασχοληθεί με την επιμέλεια της επανεκδόσεως. στη Νομική Σχολή. μεταξύ των οποίων εξέχουσαν θέσιν θα κατέχη ο Γεώργιος Ράμμος. Ράμμος. Ο δε δισταγμός μου οφείλεται εις τον λόγον. ότι αναλογίζομαι ποίους είχον προκατόχους και οπόσον μεγάλας δια τούτο αναλαμβάνω υποχρεώσεις. τα «σέβη» τους ξαφνικά τον ξέχασαν). Θ. υπήρξαν . στη σπουδάζουσα νεολαία. Το πολύτιμον και εκτεταμένον έργον του Γεωργίου Ράμμου. Θ. γεωγραφικά) επεξέτεινε και διεύρυνε στην Ελλάδα και στην Αλλοδαπή . συνεχίζοντας την υψηλή παράδοση της ελληνικής επιστήμης τον Αστικού Δικονομικού Δικαίου. Οικονομίδη και στερέωσε περίπου για 50 χρόνια στον εικοστό αιώνα ο Γεώργιος Θ. που λόγω της εν τω μεταξύ αποχωρήσεώς του από το Πανεπιστήμιο πολλοί. και με πληθωριστικό τρόπο. και την οποία οδήγησε . Θ. παρ' ων εδιδάχθην την μέθοδον και την αξίαν της επιστήμης ού μήν αλλά και το καθήκον του επιστήμονος. που έσπευδαν σε άλλες εποχές αυτοβούλως να του υποβάλουν καθημερινώς. και ήξερε ότι ήμουν. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Εκούσια Δικαιοδοσία) ευαίσθητες χορδές. που άρχισε με το Βασίλειο Τρ. ήδη από το 1950 διεθνώς αναγνωρισμένο Δικονομολόγο. αλλά και η καρποφόρος επί τριάκοντα και έξ έτη διδασκαλία αυτού. γνωσιοθεωρητικά. και μάλιστα κατά κύριο λόγο σε εποχές. Δικαστικό Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και εντεταλμένο Υφηγητή της Πολιτικής Δικονομίας στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ράμμου για την πρόωρη αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και της ικανοποιήσεώς του για τη διαδοχή του από το Γ. 'Ήμουν αρκετές φορές αυτήκοος μάρτυς και της λύπης του Γ. γνωσιοθεωρητική και φιλοσοφική τον παιδεία και σκέψη άνοιξε νέους δρόμους σε ελληνικό και σε διεθνές επίπεδο. επειδή πολλές φορές ο αείμνηστος Διδάσκαλος μου έκανε την τιμή να μου εκμυστηρευθεί τις μύχιες σκέψεις του για πολλά θέματα (επειδή ήμουν. κοντά του από το 1966 μέχρι το 1987. φιλοσοφικά. Είναι μάλιστα ιδιαιτέρως χαρακτηριστικές και οι ακόλουθες ειδικότερες επισημάνσεις του Γεωργίου Μητσοπούλου κατά το εναρκτήριον μάθημά του στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τη μοναδική προσφορά του προκατόχου του Γ. Την έδραν ταύτην εδόξασεν ο Βασίλειος Οικονομίδης και ελάμπρυναν οι μεταγενέστεροι. και έτσι ο Γ.XXXIV Πρόλογος (του Ν. Ράμμος ευτύχησε τελικά και στη διαδοχή του [αλλά μαζί με αυτόν και η Ελληνική Επιστήμη τον Αστικού Δικονομικού Δικαίου στην οποία ο Γεώργιος Μητσόπουλος με τη στερεά δογματική. ποιοτικά. Τη μεγάλη αυτή στενοχώρια τη διαδέχθηκε η ικανοποίηση και η χαρά του για τη διαδοχή του στην έδρα της Πολιτικής Δικονομίας από το Γεώργιο Μητσόπουλο. τον οποίον έχω την τιμήν να διαδεχθώ.με δογματική ασφάλεια από τον 20° στον 21° αιώνα]. στη Διδασκαλία και στην Επιστήμη του Δικαίου γενικά και του Αστικού Δικονομικού Δικαίου ειδικότερα: «Η συγκίνησίς μου απορρέει εκ της σκέψεως της φερομένης μετ' ευγνωμοσύνης προς τους πανεπιστημιακούς διδασκάλους μου.μακριά από επιστημονικούς νομικούς ακροβατισμούς και πειραματισμούς και με σεβασμό πάντοτε στην ελληνική επιστημονική δικονομική παράδοση την οποία περαιτέρω θεμελίωσε και (ποσοτικά. Ράμμου στο Πανεπιστήμιο. Μητσόπουλο. Μακριά από τάσεις για «πρωτοτυπία» χάριν της πρωτοτυπίας και για επιστημονικούς ή μεθοδολογικούς/ερμηνευτικούς «ακροβατισμούς» και «αλκιβιαδισμούς» η διδασκαλία του Γεωργίου Θ. Ράμμου είναι ακριβώς ο πλούτος των νοημάτων της επιστημονικής αναλύσεως και της επιστημονικής γλώσσας του Γ. ενώ έχουν παρέλθει περισσότερα χρόνια από την έκδοση του Α΄ τόμου (1978). το ως άνω έργο δύσχρηστο έως απρόσιτο για τη νεότερη γενεά νομικών καθώς και για τους φοιτητές νομικής. Πρώτον επειδή όλοι οι τόμοι του έργου αυτού έχουν ήδη εξαντληθεί προ πολλού. 1970. Ράμμου. Ράμμου αποτελεί ένα βασικό τμήμα του θεμελίου της λεγόμενης παραδοσιακής διδασκαλίας και θεωρίας της ελληνικής επιστήμης του αστικού δικονομικού δικαίου.καθιστά. Θ. Ράμμου. Εκείνο το οποίο εκπλήσσει τον προσεκτικό μελετητή του επιστημονικού έργου του Γεωργίου Θ. όλο και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου. γεγονός το οποίο -δυστυχώς. Η διαδοχή στο βασικό συστηματικό σύγγραμμα του Γ.Πρόλογος (του Ν. Ράμμου και στη μνήμη του Σεβαστού Δασκάλου. Ράμμου συνιστά για μένα μία ιδιαιτέρως πολύ μεγάλη τιμή. όπως καταστή γνωστή εν τη αλλοδαπή η παρ' ημίν θεωρητική και νομοπαρασκευαστική κίνησις εν τω κλάδω του δικονομικού δικαίου. σελ. τα οποία ενίοτε σε μεταγενέστερες μελέτες νεότεροι συγγραφείς αντιμετωπίζουν πολλές φορές προτείνοντας λύσεις που εμφανίζονται ως πρωτότυπες (μάλιστα ενίοτε και από τους ίδιους με ιδιαίτερα αυτάρεσκο ύφος). Αι ευχαί συνοδεύουν τον διακεκριμένον και αγαπητόν διδάσκαλον εν τη ακαμάτω αυτού δράσει και ιδία εν τη αναληφθείση παρ' αυτού προσπάθεια. Η θεωρία του Αστικού Δικονομικού Δικαίου. που ολοκληρώθηκε. Δεν υπήρξε δε μόνον λαμπρός πανεπιστημιακός διδάσκαλος ο Γεώργιος Ράμμος και δεν εγαλούχησε μόνον τους νεωτέρους εις τα νάματα του δικονομικού δόγματος. Ανάτυπο. ώστε ού μόνον επέφερον την παρ' ημίν άνθησιν των δικονομικών σπουδών. Δικονομίας» (βλ. 1). ζώντος του Γεωργίου Θ. Οι ακόλουθοι λόγοι με ώθησαν να αναλάβω την προσπάθεια για τη δεύτερη έκδοση του «Εγχειριδίου αστικού δικονομικού δικαίου». όπως καθοδηγήση την τε θεωρίαν και πράξιν εις την πρώτην και δυσχερή φάσιν της εφαρμογής του νέου Κώδικος της Πολ. Δεύτερον επειδή η πρώτη έκδοση του έργου είναι διατυπωμένη στην καθαρεύουσα. Μητσόπουλο. Τρίτον λόγοι Σεβασμού προς το επιστημονικό/διδακτικό έργο του Γεωργίου Θ. Γ. Η κατ' αυτάς κυκλοφορήσασα εν Γερμανία μετάφρασις του νέου Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οφείλεται εις την τοιαύτην προσπάθειαν αποτελεί δε εν ταυτώ εκδήλωσιν του ζωηρού ενδιαφέροντος της αλλοδαπής θεωρίας διά την παρ' ημίν επιστημονικήν κίνησιν. . ανακαλύπτεται ότι έχουν βρεί τη λύση τους ή την αφετηρία λύσεως τους και θεμελιώσεώς τους στη δόκιμη διδασκαλία του Γεωργίου Θ. Θ. αλλά και συνέδεσαν εν ζωογονώ αλληλεπιδράσει θεωρίαν και πράξιν. Πολλά προβλήματα. Ράμμου. του Β' τόμου (1980) και του Γ' τόμου (1982)]. αλλά και διά της ισχυράς αυτού προσωπικότητος συνέβαλε σπουδαίως. το 1985 [και επομένως έχουν παρέλθει ήδη είκοσι πέντε (25) χρόνια από την ολοκλήρωση του όλου έργου με την έκδοση του Α΄ τόμου (1985). Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Εκούσια Δικαιοδοσία) XXXV τοιαύτης δυνάμεως. Ράμμος στην πρώτη έκδοση του έργου. Επιφυλάσσομαι όμως σε μελλοντική άλλη έκδοση και εφόσον διευκρινιστεί η βούληση της Πολιτείας για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ να επιχειρήσω επαυξημένη νεότερη έκδοση. (σε αντίθεση με την αντίστοιχη αρίθμηση των υποσημειώσεων της πρώτης εκδόσεως η οποία ήταν ανά «παράγραφο»). Ράμμου. απ' όσο μπορώ να γνωρίζω. η μοναδική φορά που ο Γ. Στόχος ήταν να μην αλλοιωθεί η βασική/θεμελιώδης διδασκαλία του Γεωργίου Θ. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Εκούσια Δικαιοδοσία) Τέταρτον επειδή οι περίπου εξήντα (60) -σε μεγάλο δε ποσοστό απρογραμμάτιστες και εμβαλωματικές. νεότερη βιβλιογραφία. Άλλωστε ενόψει της επιχειρούμενης από το 2005 νομοπαρασκευαστικής εργασίας -με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνηςκαι των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων δεν θα είχε νόημα η κατά τη στιγμή αυτή ευρύτερη αναδιαμόρφωση του κλασικού συγγράμματος του Σεβαστού Δασκάλου. Ράμμου παρατίθενται και όλοι οι πρόλογοί του στον καθένα από τους τέσσερις τόμους της πρώτης εκδόσεως. εξ ού λόγου ο Γεώργιος Θ. Ράμμου. Σε περιορισμένο επίπεδο προστέθηκε. Ράμμος μου είχε κάνει ήδη από τότε την πολύ μεγάλη τιμή να με ευχαριστήσει επωνύμως στον πρόλογο του Α' τόμου του ως άνω έργου (ας μου επιτραπεί να επισημάνω. επίσης. που έχουν επιχειρηθεί από το 1985 μέχρι σήμερα στο πεδίο τον αστικού δικονομικού δικαίου καθιστούν αναγκαία την ενημέρωση αυτού του συστηματικού ογκώδους έργου του Γεωργίου Θ. του κειμένου στα νεότερα νομοθετικά δεδομένα και στη νεότερη νομική ρύθμιση. νομοθετικών τροποποιήσεων). Προσθήκες οποιασδήποτε άλλης φύσεως έγιναν σε περιορισμένη έκταση. ώστε να είναι κατανοητή και στις νεότερες γενεές νομικών. . ε) Για λόγους σεβασμού προς τη μνήμη του Γεωργίου Θ. ή εκ νέου συγγραφή ή αναδιατύπωση. Για τους ίδιους λόγους επαναλαμβάνεται και στην παρούσα έκδοση η αφιέρωση που είχε κάνει ο ίδιος ο Γεώργιος Θ. Θ. ότι είναι. αλλ' όχι μόνο.XXXVI Πρόλογος (του Ν. ώστε η χρήση του ογκώδους αυτού έργου να καταστεί πιο εύχρηστη και προσιτή.νομοθετικές τροποποιήσεις. β) Δεν επιχειρήθηκε μεν αναδιάρθρωση της ύλης των επί μέρους τόμων του έργου. γ) Δεν αναριθμήθηκαν επίσης εκ νέου οι παράγραφοι και τα τμήματα του έργου. Έχοντας την επιστημονική ευθύνη της εκδόσεως αυτής αυτοπεριορίσθηκα στο πλαίσιο της παρούσας δεύτερης εκδόσεως και στο στάδιο αυτό. ιδίως όταν νεότερες νομοθετικές τροποποιήσεις επέβαλαν προσθαφαιρέσεις στο κείμενο ή προσαρμογή. Έχοντας αναλάβει την επεξεργασία αυτής της δεύτερης εκδόσεως οφείλω να διευκρινίσω τα ακόλουθα: α) Η παρούσα έκδοση συνιστά βέβαια κατά μεγάλο ποσοστό απόδοση στη δημοτική της πρώτης εκδόσεως. Πέμπτον επειδή είχα πολύ στενά συνεργασθεί ήδη και στην πρώτη έκδοση του ίδιου έργου με τον αείμνηστο Δάσκαλο. και απέφυγα στην έκδοση αυτή την άμεση ή έμμεση «εμφύτευση» δικών μου απόψεων (με εξαίρεση μόνο ίσως σε κάποιες περιορισμένες περιπτώσεις ιδίως. Ράμμος ευχαρίστησε σε πρόλογο διδακτικού ή συστηματικού συγγράμματός του επωνύμως έναν επιστημονικό συνεργάτη του). δ) Οι υποσημειώσεις του παρόντος Α' ημιτόμου του τετάρτου τόμου της δεύτερης εκδόσεως αριθμήθηκαν ενιαίως. πλην όμως οι τόμοι κατανεμήθησαν σε αντίστοιχους ημιτόμους. αδελφή του αειμνήστου καθηγητού Γεωργίου Θ. μου επέτρεψε να συνεχίσω την έκδοση του έργου αυτού. ακριβώς όπως και η πρώτη έκδοση. Ιωάννου Παπανικολάου Ειδικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ράμμου. ότι και η δεύτερη έκδοση του «Εγχειριδίου αστικού δικονομικού δικαίου» θα είναι. Θα ήθελα όμως επίσης να ευχαριστήσω και από τη θέση αυτή τη δικηγόρο κυρία Ευγενία Κουμάντου-Κολοκούρη. η οποία μου εμπιστεύθηκε τη συνέχιση και αυτού του επιστημονικού έργου του αειμνήστου Δασκάλου και την επιμέλεια αυτής της εκδόσεως.Ειδικές Διαδικασίες». ταυτόχρονα όμως -όπως (θέλω να) πιστεύω ακράδαντα. Θα ήθελα και από τη θέση αυτή να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στην αείμνηστη Μεταξία Ε.Εκούσια Δικαιοδοσία . που περιλαμβάνει ως διδακτέα ύλη τα Ένδικα Μέσα και την Αναγκαστική Εκτέλεση. ιδιαιτέρως χρήσιμη σε όλους εκείνους. Άλλωστε με τον αείμνηστο Δάσκαλο είχα μία στενή και αδιατάρακτη σχέση μαθητού προς Δάσκαλο ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια. η οποία ανανεώνοντας τη σχετική άδεια που μου είχε χορηγήσει η αείμνηστη μητέρα της Μεταξία Ε. είτε στο πεδίο της ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου. συμβολαιογράφους. όταν έχοντας ήδη λάβει το πτυχίο μου νομικής με άριστα με προσέλαβε ως έκτακτο βοηθό της έδρας της Πολιτικής Δικονομί- . πανεπιστημιακούς καθηγητές.ανταποκρίνεται πλήρως και στη βούληση του αειμνήστου Δασκάλου μου. στο δε Παράρτημα II το σχέδιο νόμου (έτους 2009) της υπό την προεδρία του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου κ. θα είναι ιδίως χρήσιμος στους φοιτητές νομικής του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών αφενός μεν στο πλαίσιο του μαθήματος υποχρεωτικής επιλογής του έκτου εξαμήνου «Ασφαλιστικά Μέτρα . Ο παρών πρώτος ημίτομος του τετάρτου τόμου. άδεια που για μένα μεν είναι ιδιαιτέρως τιμητική. στους οποίους και κατά κύριο λόγο απευθύνεται. που διακονούν την επιστήμη του αστικού δικονομικού δικαίου (δικαστικούς λειτουργούς. δικηγόρους. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Εκούσια Δικαιοδοσία) XXXVII Ευελπιστώ. δικαστικούς επιμελητές) είτε ως θεωρητικοί του δικαίου. Κολοκούρη. ότι το σύγγραμμα αυτό θα είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο και σε όλους τους φοιτητές νομικής. ο οποίος περιλαμβάνει την ύλη της Εκούσιας Δικαιοδοσίας. όσο και κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος του ογδόου εξαμήνου «Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας» (που από τη φύση του περιλαμβάνει όλη την ύλη της Πολιτικής Δικονομίας). η οποία εντατικοποιήθηκε και επισημοποιήθηκε με ακαδημαϊκό τρόπο από το 1966. Επίσης για λόγους ενημερότητας ειδικά ως προς τις προτάσεις των δύο νομοπαρασκευαστικών επιτροπών που λειτούργησαν με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης παρατίθενται στο μεν Παράρτημα Ι η πρόταση σχεδίου νόμου (έτους 2008) της υπό την προεδρία μου Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την Αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. αφετέρου δε τόσο στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος του έκτου εξαμήνου «Πολιτική Δικονομία II». Είναι αυτονόητο όμως. Κολοκούρη.Πρόλογος (του Ν. Σ. Αλμπανίδου Τριανταφύλλου. στο οποίο αποτυπώνεται και η θεμελιώδης πανεπιστημιακή διδασκαλία του Σεβαστού αειμνήστου Διδασκάλου.που από πολλά χρόνια είναι και μέλη του Ερευνητικού Προσωπικού του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών . τον Επίκουρο Καθηγητή κ. Γεώργιο Ορφανίδη. συνεργάτες και μαθητές μου. Δ. Η επιστημονική ευθύνη και η αντίστοιχη τιμή για τη διαδοχή στο βασικό επιστημονικό/διδακτικό σύγγραμμα του Γεωργίου Ράμμου. Ειδικότερα επιθυμώ να ευχαριστήσω θερμά όλους τους νέους συναδέλφους. Br. Η δεύτερη έκδοση. τον Λέκτορα κ. Κ. Νικόλαο Νικολάου. οι οποίοι πολλαπλώς με συνέδραμαν στην πραγματοποίηση αυτού του βιβλίου. Κατηφόρη και την κυρία Μ.XXXVIII Πρόλογος (του Ν. Δικηγόρο. Μπαλατσού. H. τους κ.κ Ι. την Επίκουρη Καθηγήτρια κυρία Φ. Κουκουζέλη./Γερμανίας).N. Ράμμο (και έτσι η ακαδημαϊκή παράδοση συνεχίζεται και στις νεότερες γενεές των δικονομολόγων). κατόχους Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδικεύσεως (ΜΔΕ) στην Πολιτική Δικονομία του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. και από τη θέση αυτή. Η βασική βοήθεια προήλθε πριν από αρκετά χρόνια από τον κ. θα ήταν αδύνατη χωρίς την ουσιαστική συνδρομή μερικών αξίων νέων συναδέλφων. που αρχίζει με την κυκλοφορία και του παρόντος πρώτου ημιτόμου του τετάρτου τόμου. και συνεχίστηκε με συνεχώς στενότερη επιστημονική και ανθρώπινη/συναισθηματική διασύνδεση και μέχρι την εκδημία του το έτος 1987. Δ. ήδη (και μετά από ιδιαιτέρως θερμή εισήγηση του καθηγητού κ. τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών κ. τον Επίκουρο Καθηγητή κ. Παπαδόπου- . (της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Freiburg i. οι οποίοι επίσης είχαν γνωρίσει το Γεώργιο Θ. τον αείμνηστο (και προώρως με τραγικό τρόπο εκλιπόντα) Στυλιανό Κουσούλη. Δημήτριο Τσικρικά. τις κυρίες Ε. Δ. ήδη Καθηγητή της Πολιτικής Δικονομίας. (της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Tübingen). είναι για μένα πολύ μεγάλη. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Εκούσια Δικαιοδοσία) ας.με είχαν βοηθήσει σημαντικά στη μεταγλώττιση στη Δημοτική ορισμένων τμημάτων του βιβλίου. ήδη Εφέτη. Στέφανο Πανταζόπουλο. τους ευχαριστώ πολύ. Σακκά και Κ. Πολύ σημαντική υπήρξε όμως και η βοήθεια νεοτέρων ακόμη επιστημόνων και μαθητών μου (που συμμετέχουν ως ερευνητές/επιστημονικοί συνεργάτες και στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών): Ιδίως επιθυμώ να ευχαριστήσω τον κ. Γερμανό (κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Freiburg i. Ν. Br). Όλοι τους . Γιαννόπουλο. Χρονοπούλου (συνεργάτιδα μου και στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού). Prütting) διδάκτορα νομικής στην Πολιτική Δικονομία με την ανώτατη διάκριση «summa cum laude» του Πανεπιστημίου Κολωνίας (και ειδικό επιστήμονα της Πολιτικής Δικονομίας στο Τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών).N. ταυτόχρονα όμως με βοήθησαν πολύ και με τις επιστημονικές παρατηρήσεις τους είτε ως προς την επιστημονικά ορθή απόδοση ορισμένων όρων είτε ως προς την ερμηνεία ορισμένων νομικών διατάξεων (νεοτέρων ή παλαιοτέρων). Για τη βοήθεια τους. καθώς και την κυρία Μ. 22 Ιανουαρίου 2009 * Νικόλαος Κ. Διεθνολόγο. στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου τον Πρωθυπουργού. Ευαγγέλου. καθώς και τον κ.κ. προετοιμασμένος. Γ. όπως συνάγεται από τα γραπτά του. ψυχολογικά και ηθικά. Κλαμαρή) για τη 2η έκδοση (Εκούσια Δικαιοδοσία) XXXIX λο (κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία τον Τμήματος Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). κάτοχο μεταπτυχιακού διπλώματος στο Ποινικό Δίκαιο και ήδη υποψήφια διδάκτορα Νομικής στο Τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. ότι ο Αγαπητός και Σεβαστός Δάσκαλος ανήλθεν εις τους Ουρανούς. κάτοχο μεταπτυχιακού διπλώματος στην Πολιτική Δικονομία και ήδη υποψήφιο διδάκτορα νομικής στο Τμήμα Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και την κυρία Κ. Πιπιλή. Καπτανή. Κοσσαρά. κυρία Ελένη Τενεδίου. αλλά και από τους προλόγους του στους τέσσερις τόμους της πρώτης εκδόσεως αυτού του έργου του. Θερμότατες ευχαριστίες οφείλω επίσης στον κ. Ρ. απόλυτα. Κοροβέση και Ι. Σάκκουλα) και στους συνεργάτες του για την αμέριστη συνδρομή του και στην έκδοση αυτή. ήταν. όπως επίσης και τις συνεργάτιδές μου. κάτοχο ΜΔΕ στην Πολιτική Δικονομία στο Τμήμα Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. υπόδειγμα συνεπούς πιστού Χριστιανού Ορθόδοξου και κατά κυριολεξία φιλοσοφημένου Ανθρώπου. . Γαλανού. Ν. Λιάζου και Σ. Στο ημερολόγιο μου και στο μυαλό μου η στιγμή αυτή έχει μείνει και θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλη μαζί με την ευγνωμοσύνη μου προς το πρόσωπό του. Κλαμαρής ___________________ * Στις 18:45 της Πέμπτης 22 Ιανουαρίου 1987 μου τηλεφώνησαν (στο γραφείο μου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών) από το πατρογονικό σπίτι του Γεωργίου Θ. Αντώνιο Ν. Α. Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ράμμου στο χωριό Κορακοβούνι της Κυνουρίας (Αρκαδίας). Σάκκουλα (Εκδόσεις Αντ Ν. Πτυχιούχο του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Νομικών. κατόχους ΜΔΕ αντιστοίχως στο Δημόσιο Δίκαιο και στο Αστικό Δίκαιο τον Τμήματος Νομικής τον Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.Πρόλογος (του Ν. Για την υπαρξιακή αυτή στιγμή της μεταβάσεως από την επίγειο εις την Ουράνιο ζωή ο Σεβαστός Δάσκαλος. Κόντη. Για την αφιλοκερδή βοήθεια από πολλά χρόνια και σε όλα τα στάδια αυτής της προσπάθειας θέλω να ευχαριστήσω επίσης θερμά τις κ. Δεληκωστόπουλο.Δ. συνεχίζεται η προσπάθεια που έχει αρχίσει από καιρό για να δοθεί η δυνατότητα στους φοιτητές νομικής και στη νεώτερη γενιά νομικών να εντρυφήσουν στην έγκυρη διδασκαλία του Αστικού Δικονομικού Δικαίου.ΠΡΟΛΟΓΟΣ (των Καθηγητών Ν. κ. Ράμμο. Όπου – σε πολύ περιορισμένη έκταση πάντως – κρίθηκε αναγκαίο – για λόγους που επέβαλε είτε η σύγχρονη επιστημονική κίνηση. Κοσσαρά. Κατηφόρη και Ι. Κ. Αντώνιο Ν.κ. Γερμανό. όπως αυτή διδάχθηκε και εκφράστηκε από το Γεώργιο Θ. Θερμότατες ευχαριστίες οφείλουμε επίσης στον κ. 20 Ιανουαρίου 2011 Ν. Κλαμαρής – Γ.Γ. Σάκκουλα (Εκδόσεις Αντ Ν. Πάνου. Χρονοπούλου. Για την αφιλοκερδή βοήθεια από πολλά χρόνια και σε όλα τα στάδια αυτής της προσπάθειας θέλουμε να ευχαριστήσουμε επίσης θερμά τις κ. Κ. Ευγενία Κουμάντου – Κολοκούρη για την έγκρισή της. Ευχαριστούμε και από τη θέση αυτή θερμά την κ. Κλαμαρή και Γ. Αθήνα. στον Ειδικό Επιστήμονα κ. Γ. είτε η νομολογιακή εξέλιξη. Λιάζου και Σ. Πιπιλή. στην Πολιτική Δικονομία κυρία Κ. Τσ. Ορφανίδη) για τη δεύτερη έκδοση [του δευτέρου ημιτόμου (Ένδικα Μέσα) του δεύτερου τόμου] Με την έκδοση του δευτέρου ημιτόμου (του δευτέρου τόμου) που αφορά τα Ένδικα Μέσα στο πλαίσιο της δευτέρας εκδόσεως του Εγχειριδίου Αστικού Δικονομικού Δικαίου του αειμνήστου Δασκάλου Γεωργίου Θ. Μαρκουλάκη και κ. Κόντη και στους δικηγόρους κατόχους Μ. Ρ.Ε. Γιαννόπουλο. Ορφανίδης Υ. Ράμμου. Ι. Α. Α.κυρία Α. Μ. είτε η νεώτερη δικονομική νομοθεσία – έγιναν οι αντίστοιχες τροποποιήσεις. στο Διδάκτορα Νομικής κ. Θερμές ευχαριστίες εκφράζονται για την πολύτιμη συνδρομή τους ιδίως από πλευράς βιβλιογραφικής και νομολογιακής ενημερώσεως στη δημοσίευση του παρόντος τόμου και από τη θέση αυτή στους Λέκτορες Ν. Σάκκουλα) και στους συνεργάτες του για την αμέριστη συνδρομή του και στην έκδοση αυτή. Η αρίθμηση των υποσημειώσεων γίνεται ανά παράγραφο . ..... Κλαμαρή για τη δεύτερη έκδοση [του Α΄ ημιτόμου (Eκούσια Δικαιοδοσία) του ΙV τόμου] .... Ορφανίδη για τη δεύτερη έκδοση [του Β΄ ημιτόμου (Ένδικα Μέσα) του ΙΙ τόμου] ....... XXIV ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Ν....................................ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ Ι................... XXXII ΠΡΟΛΟΓΟΣ των Ν............................ § 286......... Ράμμου στον Γ΄ Τόμο της πρώτης εκδόσεως ΧΙV ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Γεωργίου Θ........ ΙV....................... § 286............................ Ράμμου στον Β΄ Τόμο της πρώτης εκδόσεως ΧΙΙ ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Γεωργίου Θ......................................... ΙΙΙ.. Ράμμου στον Δ΄ Τόμο της πρώτης εκδόσεως XV ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Ν...... Δικαιολογητικός λόγος .......................... Διακρίσεις των ενδίκων μέσων ....................... Ορισμός -΄Εννοια ..................ΠΙΝΑΚΕΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΛΟΓΟΙ ΠΡΟΛΟΓΟΣ των Ν................ XVI ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Ν.. Περιορισμός του αριθμού των ενδίκων μέσων .................................... Κλαμαρή για τη δεύτερη έκδοση [του Β΄ ημιτόμου (Ασφαλιστικά Μέτρα) του ΙΙΙ τόμου] ......................... ΙΧ ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Γεωργίου Θ. § 286...... Κλαμαρή και Γ.......... 10 10 11 12 ........... Ορφανίδη για την παρούσα ενοποιημένη έκδοση (Ένδικα Μέσα – Αναγκαστική Εκτέλεση)... Κλαμαρή και Γ..... § 286........... Κλαμαρή για τη δεύτερη έκδοση [του Γ΄ ημιτόμου (Ειδικές Διαδικασίες) του ΙΙ τόμου]................. XL ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ ................................................... ΙΙ... Ράμμου στον Α΄ Τόμο της πρώτης εκδόσεως ΧΙ ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Γεωργίου Θ.................. σελ................... ........................ § 287............. § 286........ Έκταση της εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου X. V................ § 287............ § 286. § 289................ Εισαγωγή ........................ Επεκτατικό αποτέλεσμα ...... αποτέλεσμα αυτής και εισαγωγή αυτής προς συζήτηση .... 31 32 33 34 § 287... IV.................................... § 289........... § 287..................................... αποτέλεσμα αυτής και εισαγωγή αυτής προς συζήτησιν .............. IV.......................XLII Πίνακες Περιεχομένων – Ένδικα Μέσα V........................................ XI.. Άσκηση της εφέσεως................................................. 14 23 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ I....................... Συζήτηση και απόφαση επί της ανακοπής .................. § 287.................... ΙΙΙ... ΙΙ................................. VΙΙ...... V.............. Έννοια .......................... 44 46 49 49 § 288......................... § 288.΄Εννοια ..................................... ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ Ι. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής ερημοδικίας ........... Επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση............ § 287. Απόφαση επί της εφέσεως ........ Παραίτηση.. § 287.... Άσκηση αναψηλαφήσεως..... ΙΙΙ.. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως ........................................................................... ...... Ορισμός – Έννοια ............. § 288.... Διάκριση παραδεκτού και βασιμότητας ενδίκων μέσων.................. Η προϋπόθεση της ερημοδικίας .............................. Η επ’ ακροατηρίου διαδικασία κατά την έκκλητη δίκη VII............... αποτέλεσμα αυτής και εισαγωγή προς συζήτηση...... VIII............ VIΙΙ........ § 289.... Συζήτηση και απόφαση επί της αναψηλαφήσεως ........................................... Ένδικα μέσα ....................................... § 288.............. Συνέπειες της αποφάσεως ............................. IV............ Αντέφεση ...... ΙΙΙ.. § 288................. ΙΙ. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναψηλαφήσεως ............................ § 288........................................ Άσκηση της ανακοπής.............. § 287.. 56 57 § 288... § 288....... Γενικές αρχές που ισχύουν στα ένδικα μέσα .............................................. ΙΙ............... Ορισμός ................... 111 113 115 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΕΦΕΣΗ Ι.......................... § 288................. VI........................... VI. V....................... 69 73 79 82 86 86 90 92 92 § 289........... 96 97 § 289..... Ορισμός...... Η συζήτηση στο ακροατήριο ..... IX......... VI.. § 288. Αποδοχή ................. § 288...... Ένδικα μέσα .. ................. § 291... § 291... § 290..... Έκταση του ελέγχου του Αρείου Πάγου……………………… Εφαρμοστέον δίκαιον………………………………………… Απόφαση επί της αναιρέσεως………………………………… Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής…….... § 291. II....... Προπαρασκευή της συζητήσεως στο ακροατήριο……………......................... Αποκλειστική ή ενδεικτική .... § 291. § 290.... Έννοια………………………………………............................... § 291... IV. Άσκηση αναιρέσεως και αποτέλεσμα αυτής………….....…. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως………............. ΧΙΙ....... Νομική φύση της αγωγής ... § 290.... V. Τα ισχύοντα σε άκυρες αποφάσεις ..... Προδικασία... Γενικά ...... § 290.................................................... VI..... § 290........ Εξουσία του Αρείου Πάγου………………………………….................. XI........ II.................................... § 291............ Γενικά ........... § 291.. Άσκηση της αγωγής .Πίνακες Περιεχομένων – Ένδικα Μέσα XLIII ΚΕΦΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΑΝΑΙΡΕΣΗ I. VII. Ορισμός... ΙΙ...................................... § 292............... ΙΙΙ. Κυρία διαδικασία και συζήτηση στο ακροατήριο……………....... ΙΧ......…….... VII........ Αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως ..... § 292....……… Εισαγωγή της υποθέσεως προς συζήτηση.. § 290.......................... Αρμοδιότητα....... Φύση απαριθμήσεως... § 290................... Αρμοδιότητα ........ Συνέπειες της παραδοχής της αγωγής .. § 290................ § 290............................. § 291..…... 150 152 156 157 157 167 167 171 § 290........ 173 173 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ Ή ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ Ι..................................... IV.......... Αποκλεισμός ή απαράδεκτο της αγωγής ........ § 290............................................ VI.......................... ΧΙΙΙ................................... 175 175 176 177 177 177 178 178 178 ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΔΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ I..... 180 180 .... VIII.. V.... III........ Διαφορές από ένδικα μέσα . § 290. VIII........ 123 124 148 § 290... IX X......... § 291............ Η διαδικασία ενώπιον του Τμήματος της παραπομπής του Αρείου Πάγου………………………………………………… Η διαδικασία ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου…........ .......... IV........................................................................... Ειδικοί κανόνες ........ § 293................... Ενδεικτική απαρίθμηση .......... Νομική φύση.. 184 185 186 186 § 294.................. IV........ VII....... § 293........... ΙΙΙ................ Διακρίσεις της τριτανακοπής .................. Ορισμός ............ αποτελέσματά της και εισαγωγή προς προς συζήτηση .. Χρησιμοποίηση και λειτουργία της τριτανακοπής ... V......................΄Εννοια ..................... ΙΙ..................... § 293........ Εισαγωγή για συζήτηση και εκδίκαση Πρόσθετοι λόγοι .......................... VI...........XLIV Πίνακες Περιεχομένων – Ένδικα Μέσα III... § 293............................... Ορισμός .......................... Άσκηση............. § 294.......................... § 293................... ΙΙ....................................... VI................................... § 294......... 181 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΝΑΚΟΠΗ Ι......... Συνέπειες της ασκήσεως ανακοπής ...... § 294... V........ § 293.. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της τριτανακοπής .... 182 182 182 183 183 183 § 294..................................... ............................ Τριτανακοπή και παράλληλα ή υποκατάστατα αυτής ένδικα βοηθήματα ........ Συζήτηση και απόφαση για την ανακοπή ..........΄Εννοια ......… § 292.................... ΙΙΙ..... § 294.............. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής ........ 190 191 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ Ι.. Άσκηση της τριτανακοπής....... 184 § 294................ .………...…… 225 § 337 Τίτλος Δεύτερος : Όργανα της αναγκαστικής εκτελέσεως …...Γενικές Παρατηρήσεις …........ 225 § 338 Τίτλος Τρίτος : Νομική φύση των σχέσεων των οργάνων της αναγκα- ......………………………………........ § 333 Τίτλος Πέμπτος : Περιεχόμενο....................…..Έννοια και σημασία της αναγκαστικής εκτελέσεως .....…………....…………….........…………….….....… § 331 Τίτλος Τρίτος : Διαγνωστική διαδικασία και αναγκαστική εκτέλεση. 222 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΔΙΚΑΙΟ § 335 ………………….... Ασφαλιστικά ή επειγούσης φύσεως μέτρα και αναγκαστική εκτέλεση § 332 Τίτλος Τέταρτος : Ουσιαστικό δεδικασμένο και εκτελεστότητα ..……….........…… § 330 Τίτλος Δεύτερος : Αναγκαστική εκτέλεση και αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως ………………. 211 216 218 219 221 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ Ή ΠΤΩΧΕΥΣΗ § 334 ……………………………………………………….……………….......ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΕΡΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ ΠΕΡΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 329 Τίτλος Πρώτος : Ορισμός ...…………..... 224 ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 336 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ………......... κατεύθυνση και σκοπός της αναγκαστικής εκτελέσεως ………………....….......……... .....Ι...…........ Ύπαρξη έννομου συμφέροντος στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ………………….....…..………………………………… VII..... IV.. Νομιμοποίηση των διαδίκων στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ……………………………..... Ικανότητα να παρίσταται και να ενεργεί αυτοπρόσωπα ή μετά ή διά δικαστικού πληρεξουσίου κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως …………………………...… Τίτλος Τέταρτος : Αλλοδαποί τίτλοι ……………....….………………… Τίτλος Έκτος : Εκτελεστοί τίτλοι από συμφωνία ……......…………… VIII......…… Τίτλος Έβδομος : Περιαφή του εκτελεστήριου τύπου στους εκτελεστούς τίτλους.…… Τίτλος Τρίτος : Προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις ……..……………….…… Τίτλος Δεύτερος : Ύπαρξη τίτλου εκτελεστού …………......……… Τίτλος Πέμπτος : Αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις ως εκτελεστοί τίτλοι ……………………………............……………………………… V..……………………………… VI.………… Τίτλος Τρίτος : Προϋποθέσεις της παροχής της εννόμου προστασίας διά αναγκαστικής Εκτελέσεως ...…….….. Ικανότητα να διεξάγει κάποιος ή να μετέχει στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ιδίω ονόματι ………...……………….…………… 261 262 266 274 284 286 287 ......…..... ΙΙΙ...………………… Τίτλος Δεύτερος : Διαδικαστικές προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτελέσεως ……. Ικανότητα του να είναι κάποιος διάδικος στη διαδικασία της εκτελέσεως ……………………. Ύπαρξη δικαιώματος επιδεκτικού κοινοποίησης με αναγκαστική εκτέλεση ……………….………. Δικαιοδοσία και αρμοδιότητα των οργάνων της εκτελέσεως και των δικαστηρίων ………………..………………………….. Γενικές παρατηρήσεις ΙΙ... Έκδοση απογράφου ………….…. 227 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 339 § 340 § 341 § 342 § 343 § 344 § 345 § 346 § 347 § 348 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ………....XLVI Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση στικής Εκτελέσεως προς τα λοιπά πρόσωπα αυτής ….………...………..….…………..………… 231 232 233 235 240 241 242 243 246 259 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΤΟΥ Ή ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 349 § 350 § 351 § 352 § 353 § 353A § 354 Τίτλος Πρώτος : Γενικές Παρατηρήσεις ……………..……………... ..............………. Τίτλος Τρίτος : Προθεσμία συνεχίσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως …………………………………………….......……… Τίτλος Δεύτερος : Εντολή ή αίτηση προς εκτέλεση ……….... Τίτλος Δέκατος Τρίτος : Ανακοπή τρίτου κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως …………………...……......…... ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως................................ Περιεχόμενο …………..……………… Τίτλος Ένατος : Αντιρρήσεις........... Έννοια......…..…………….......………………......... Τίτλος Τρίτος : Δαπάνες της αναγκαστικής εκτελέσεως …...... 302 304 306 307 309 310 312 313 314 316 318 319 321 .……… Τίτλος Δέκατος: Χρόνος ασκήσεως της ανακοπής κατά της εκτελέσεως.…..…………………..……………....... Τίτλος Ενδέκατος : Το σύστημα ή αξίωμα του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ….............………….Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση XLVII ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 355 § 356 § 357 § 358 Τίτλος Πρώτος : Επιταγή προς εκτέλεση ………….………………...…………....………… Τίτλος Τέταρτος : Πρόσθετες διατυπώσεις της προδικασίας και της συνεχίσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως . Εφαρμοστέοι κανόνες …………...... 292 293 295 298 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ ΚΥΡΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 359 § 360 § 361 § 362 § 363 § 364 § 365 § 366 § 367 § 368 § 369 § 370 § 371 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις...... Σταδιακή προβολή των ελαττωμάτων της διαδικασίας της εκτελέσεως …………………….... Τίτλος Δωδέκατος : Άσκηση της ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως και συνέπειες αυτής …………….. Τίτλος Πέμπτος : Δημοσιότητα στην αναγκαστική εκτέλεση .....…………….........…………………...... Τίτλος Έκτος : Κατάργηση ή περιορισμός των γενικών διατυπώσεων της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως Τίτλος Έβδομος : Έναρξη και λήξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως ……………………............ Τίτλος Τέταρτος : Χρόνος και τρόπος ενεργείας των οργάνων της εκτελέσεως.... Κίνηση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως ………….....……………………… Τίτλος Όγδοος : Διαφορές και δίκες σχετικές με την εκτέλεση........…..... Γενικές διατυπώσεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως …………………………………...…… Τίτλος Δεύτερος : Συνέπειες της επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση ………………………………………...... ... Τίτλος Δέκατος Πέμπτος : Αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως 324 327 ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 374 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ.……………….…..……………… 343 343 344 ...….........……………………..... ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ……………………. 333 334 336 337 342 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ § 380 § 381 § 382 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ………….................………………………………………… 331 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ Ή ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ § 375 § 376 § 377 § 378 § 379 Τίτλος Πρώτος : Γενικές Παρατηρήσεις ……….……………………..………………..………………..……………… Τίτλος Τέταρτος : Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων σχετικά με την απόδοση ή παράδοση ακινήτων πραγμάτων ………………………...……….XLVIII § 372 § 373 Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση Τίτλος Δέκατος Τέταρτος : Κανόνες που ισχύουν στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση ……………….. Τίτλος Πέμπτος : Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων σχετικά με την απόδοση ή παράδοση πλοίων ή αεροσκαφών ………………………….………………. Τίτλος Δεύτερος : Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων σχετικά με την απόδοση ή παράδοση κινητού πράγματος κατ' είδος..……………………...……....... Τίτλος Δεύτερος : Αναγκαστική εκτέλεση σχετικά με υλικές πράξεις επιδεκτικές ενέργειας και από άλλον εκτός από τον υπόχρεο Τίτλος Τρίτος : Αναγκαστική εκτέλεση σχετικά με υλικές πράξεις ανεπίδεκτες εκτελέσεως από τρίτο …………. ορισμένου ή ποσότητας από ορισμένα κινητά πράγματα Τίτλος Τρίτος : Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων σχετικά με την παροχή αντικαταστατών πραγμάτων ή ανώνυμων χρεωγράφων ………….... .. 364 365 373 377 .... σχετικά με την επικοινωνία γονέων και τέκνων ……………. Τίτλος Δεύτερος : Προϋποθέσεις.λπ..…………...…………….. Υποκειμενικά.Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση § 383 § 384 XLIX Τίτλος Τέταρτος : Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων σχετικά με την επιχείρηση νομικών πράξεων. Τίτλος Τέταρτος : Η ύπαρξη και η σημασία της αναγκαστικής κατασχέσεως καθ' εαυτή και ως προϋπόθεση της περαιτέρω διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως …………….………… 356 357 359 360 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ § 390 § 391 Τίτλος Πρώτος : Γενικές Παρατηρήσεις ……….........……………………...…... Τίτλος Δεύτερος : Διακρίσεις της αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων …………...……… Τίτλος Τρίτος : Αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων κ.…………….…….....….………....... Τίτλος Πέμπτος : Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων σχετικά με την παράλειψη ή ανοχή πράξεων …...... Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως ……………………………………... Περιορισμοί και ακατάσχετα …………….…………...............………….λπ. αντικειμενικά όρια και όρια της δυνατότητας επιβολής αναγκαστικής κατασχέσεως.…………………… 355 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ § 386 § 387 § 388 § 389 Τίτλος Πρώτος …………………………. Τίτλος Δεύτερος : Απόδοση ή παράδοση τέκνου ……..…………… Τίτλος Τέταρτος : Αναγκαστική εκτέλεση (αποφάσεων κ......…......………...... 347 351 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΝΑΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ Ή ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ § 385 ………………………………………………..) για την αποκατάσταση της έγγαμης συμβιώσεως ……..…………………… Τίτλος Τρίτος : Κανόνες που ισχύουν ως προς τη σειρά της επιβολής της αναγκαστικής κατασχέσεως ………. 362 362 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ § 392 § 393 § 393Α § 394 Τίτλος Πρώτος : Έννοια και είδη κατασχέσεως ………........ ...………………………………… 395 401 404 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ § 401 Παραίτηση απ' την Αναγκαστική κατάσχεση και οι συνέπειες αυτής 406 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ § 402 ………………………………….……... Επιβολή διατυπώσεων και πρόσθετων όρων για τη διεξαγωγή του …………………………...……...……. Δημοσιεύσεις...) καρπών ……………………..………….. Τίτλος Πέμπτος : Ματαίωση της διενέργειας του αναγκαστικού πλειστηριασμού ………………….…………………………… 379 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ § 396 § 397 Τίτλος Πρώτος : Διαδικασία επιβολής κατασχέσεως …..λπ..………….....…………………………………… 409 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ § 403 § 404 § 405 § 406 § 407 Τίτλος Πρώτος : Γενικές Παρατηρήσεις …………….....…………………….……………....... Τίτλος Δεύτερος : Προδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων ………………………………….... Επιβολή της κατασχέσεως Τίτλος Δεύτερος : Συνέπειες της αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων ………………………. Τίτλος Τέταρτος : Αναστολή ή αναβολή του αναγκαστικού πλειστηριασμού.……………………….... Κηρύξεις ……. Τίτλος Τρίτος : Αναγκαστική κατάσχεση ασυγκόμιστων (ηρτημένων κ.….….…. 385 390 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ § 398 § 399 § 400 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις..…………….………..…………… 411 412 415 421 423 ..... Τίτλος Τρίτος : Προπαρασκευαστικές διατυπώσεις του αναγκαστικού πλειστηριασμού.………. Τίτλος Δεύτερος : Συνέπειες της επιβολής (της) αναγκαστικής κατασχέσεως κινητών στα χέρια του οφειλέτη …………..Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση L § 395 Τίτλος Πέμπτος : Οι έννομες συνέπειες της επιβολής της αναγκαστικής κατασχέσεως …………………. ...... Τίτλος Όγδοoς : Έκθεση διεξαγωγής του πλειστηριασμού ……....……………...………………… Τίτλος Δέκατος : Πλειστηριασμός και εκποίηση νομισμάτων ή άλλων χρυσών ή αργυρών αντικειμένων ……………………………… Τίτλος Ενδέκατος : Πλειστηριασμός ασυγκόμιστων καρπών ..………... Όροι και συνέπειες της ασκήσεως αυτού ……………………. Διεξαγωγή νέου πλειστηριασμού Τίτλος Έβδομος : Επανάληψη του πλειστηριασμού... που ανεστάλη ή ματαιώθηκε …….… Τίτλος Έκτος: Μη προσέλευση πλειοδοτών. Τίτλος Ένατος : Αναγκαστική εκποίηση χρηματιστηριακών πραγμάτων αναγκαστικώς κατεσχημένων ……………..….….. Τίτλος Δωδέκατος : Χωριστός πλειστηριασμός παραρτημάτων ακινήτων ………………………………………………………………. ΚΥΡΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΟΥ § 411 § 412 § 413 § 414 § 415 § 416 § 417 § 418 § 419 § 420 § 421 § 422 § 423 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ………………...………… Τίτλος Δεύτερος : Τα ιδιαίτερα αποτελέσματα της κατακυρώσεως 441 441 .……..………...…………….. 428 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ...... Τίτλος Τέταρτος : Βάση του πλειστηριασμού........……………………. Εξώδικη εκποίηση του πράγματος ………………………………..……………….. Τίτλος Πέμπτος : Τέλος της πλειοδοσίας.….... Πλειστηριασμός περισσοτέρων πραγμάτων …………. 425 Τίτλος Όγδοος : Εξακολούθηση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως εν γένει κατά των κληρονόμων και άλλων διαδόχων του οφειλέτη ή υπόχρεου ………………. Τίτλος Τρίτος : Ικανότητα και εξουσία για πλειοδοσία ……......………………………… 429 430 431 432 433 434 435 436 437 437 437 438 438 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΓΕΝΙΚΑ § 424 § 425 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ………………....…………… Τίτλος Δεύτερος : Σειρά και τρόπος διεξαγωγής της πλειοδοσίας.... 424 Τίτλος Έβδομος : Υποκατάσταση άλλου δανειστή στη θέση του επισπεύδοντος και εξακολούθηση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως ………………………………. Συνέπειες. Διεξαγωγή της πλειοδοσίας ……………………………....... Κατακύρωση ………... Κατάκύρωση στον υπέρ ου η εκτέλεση.... Τίτλος Δέκατος Τρίτος : Δικαίωμα εξαγοράς..Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση § 408 § 409 § 410 LI Τίτλος Έκτος : Διεξαγωγή αναστέλλοντος ή ματαιωθέντος αναγκαστικού πλειστηριασμού...……………….. Τίτλος Τέταρτος : Αναγκαστική εκτέλεση κατά του υπερθεματιστή που αναδείχθηκε στον αρχικό πλειστηριασμό......………………………… Τίτλος Τέταρτος : Συνέπειες της νομικής φύσεως του αναγκαστικού πλειστηριασμού …………………………………………………….............. Τίτλος Έκτος : Εξάλειψη υποθηκών.......…………………... Τίτλος Δεύτερος : Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός ως νομική πράξη …………………………………………..……………………………………… Τίτλος Έκτος : Νομική φύση της λειτουργίας και των έννομων συνεπειών του αναγκαστικού πλειστηριασμού.....………………….. Τίτλος Τρίτος : Οι θεωρητικές και πρακτικές πλευρές του προβλήματος ……………………………...λπ.. Διαφορά από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση.. Τίτλος Πέμπτος : Τα δικαιώματα του υπερθεματιστή από την κατακύρωση ……………………………………. Τίτλος Πέμπτος : Συνέπειες του αναγκαστικού πλειστηριασμού έναντι τρίτων ………………...……………………………….………………………. Αναγκαστικός πλειστηριασμός και ουσιαστικό δεδικασμένο ……………………….. μετά τη διεξαγωγή του αναπλειστηριασμού (παραλείπεται) . Τίτλος Δεύτερος : Αναπλειστηριασμός ………….......….... 456 456 457 462 475 477 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΑΝΩΜΑΛΗ ΕΞΕΛΙΞΗ (ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ) ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΥΡΩΣΗ § 435 § 436 § 437 § 438 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις …......…………………… Τίτλος Τέταρτος : Συνέπειες μη εκπληρώσεως κ.... των υποχρεώσεων του υπερθεματιστή ………….. προσημειώσεων και κατασχέσεων ………………………………………………………………… Τίτλος Έβδομος : Διαδοχή στα δικαιώματα από την κατακύρωση και στις υποχρεώσεις απ' αυτήν από τον υπερθεματιστή .. 446 448 450 453 454 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ § 430 § 431 § 432 § 433 § 434 § 434Α Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις …………..……… 479 480 484 484 . Τίτλος Τρίτος : Αναγκαστική εκτέλεση κατά του υπερθεματιστή πριν την διεξαγωγή του αναπλειστηριασμού (παραλείπεται)......……...…….……………………......………………....……………….…………………...........Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση LII § 426 § 427 § 428 § 429 § 429Α Τίτλος Τρίτος : Υποχρεώσεις του υπερθεματιστή από την κατακύρωση ………………....... .…… Τίτλος Ένατος : Σύνταξη συμπληρωματικού πίνακα κατατάξεως..... Συνέπειές της .... Τίτλος Τρίτος : Υπολογισμός των απαιτήσεων των δανειστών .........….. Τίτλος Τρίτος : Γνωστοποίηση του πίνακα (της) κατατάξεως ........Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση LIII ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΑΤΟΣ (ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ ΚΛΠ) § 439 § 439Α § 439Β § 439Γ § 439Δ Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ……... Τίτλος Τρίτος : Επαλήθευση των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν ..…................…………………...λπ........ Τίτλος Έβδομος : Συνέπειες της μη ασκήσεως ή της μη νόμιμης ασκήσεως ανακοπής κατά του πίνακα (της) κατατάξεως …..……...... Τίτλος Έκτος : Η απόφαση που εκδίδεται στην ανακοπή ή στις ανακοπές κατά του πίνακα κατατάξεως. Τίτλος Δεύτερος : Εκκαθάριση και προσδιορισμός των εξόδων της εκτελέσεως ……………...... Διανομή και ικανοποίηση των δανειστών …….... Τίτλος Τέταρτος : Διανομή του πλειστηριάσματος ………...………...…………….. 488 489 492 494 495 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΑ ΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ § 445 § 446 § 447 § 448 § 449 § 450 § 451 § 452 § 453 Τίτλος Πρώτος : Γενικές Παρατηρήσεις………………….......…………………............. Τίτλος Τέταρτο : Ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως ….......... Τίτλος Όγδοος : Εκτέλεση του πίνακα (της) κατατάξεως ….... 496 497 507 507 509 510 513 514 515 ......…..............………… Τίτλος Πέμπτος : Διαπίστωση της ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος 485 485 486 486 487 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ ΣΥΡΡΟΗ (ΤΩΝ) ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ § 440 § 441 § 442 § 443 § 444 Τίτλος Πρώτος : Γενικές Παρατηρήσεις ………………........…........... Τίτλος Πέμπτος : Συνέπειες της ασκήσεως (της) ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως ……………….. Τίτλος Πέμπτος : Καταβολή στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη κ................................ Τίτλος Δεύτερος : Αναγγελία των δανειστών ……………...…………… Τίτλος Δεύτερος : Περιεχόμενο του πίνακα κατατάξεως ….……………………………………………........... Τίτλος Τέταρτος : Διαπίστωση της επάρκειας του πλειστηριάσματος..……...……....... Ένδικα μέσα.. ………………………………… 518 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΕ ΠΛΟΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ § 455 ………………………………………….…………………………………… 528 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ § 460 ……………………………………………………………………… 530 .……………………… 522 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΕΠΙ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΘΟΥ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΗ (Ή ΤΡΙΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ) § 457 ……………………………………………………………………… 525 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ § 458 ………………………………………….…………………………… 527 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟ ΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ § 459 ………………………………….…………………………… 519 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΕ ΑΕΡΟΣΚΑΦΗ ΓΙΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ § 456 ……………………………………………….Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση LIV ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΣΥΛΛΕΓΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ § 454 ……………………………………. .. εκδιδόμενη απόφαση και οι συνέπειες αυτής …...…. Τίτλος Δεύτερος : Διαδικασία..Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση LV ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ § 461 § 462 Τίτλος Πρώτος : Γενικές Παρατηρήσεις ……………….... Τίτλος Όγδοος : Η επί της ανακοπής κατά της δηλώσεως (του) τρίτου κ...……… Τίτλος Έβδομος : Ανακοπή κατά της δηλώσεως (του) τρίτου ...... Συνέπειες αυτής ……………………….. Απόφαση και συνέπειες της ανατροπής της αναγκαστικής κατασχέσεως …………….. 537 539 543 546 549 550 551 553 555 557 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ § 473 § 474 § 475 § 476 § 477 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ……….....λπ....………..…...……………… Τίτλος Δεύτερος : Προϋποθέσεις του επιτρεπτού της επιβολής (της) κατασχέσεως στα χέρια τρίτου ……………...………… 531 532 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ § 463 § 464 § 465 § 466 § 467 § 468 § 469 § 470 § 471 § 472 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ………….… Τίτλος Τρίτος : Απόφαση επί της αιτήσεως για την παροχή αδείας επιβολής κατασχέσεως ειδικών περιουσιακών στοιχείων Ένδικα μέσα.……..... Τίτλος Πέμπτος : Καθήκον ή υποχρέωση του τρίτου στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση για δήλωση …………….. Τίτλος Ένατος : Η συνέχεια της διαδικασίας επί καταφατικής δηλώσεως του τρίτου …………………………………………….. Τίτλος Δέκατος : Κατάσχεση απαιτήσεως ασφαλισμένης με ενέχυρο ή υποθήκη …………………......…………........ Τίτλος Δεύτερος : Προϋποθέσεις του επιτρεπτού της επιβολής κατασχέσεως ορισμένων ειδικών περιουσιακών στοιχείων ….……………… Τίτλος Τρίτος : Διαδικασία επιβολής (της) αναγκαστικής κατασχέσεως στα χέρια τρίτου ………………………………………… Τίτλος Τέταρτος : Συνέπειες της επιβολής της αναγκαστικής κατασχέσεως στα χέρια τρίτου …………………………. Τίτλος Έκτος : Συνέπειες της παραλείψεως της δηλώσεως του τρίτου …………………………………………......…………………………....... Τίτλος Τέταρτος : Η διαδικασία της επιβολής της κατασχέσεως ορισμένων ειδικών περιουσιακών στοιχείων …………….………...…………………..….… Πέμπτος τίτλος : Η διαδικασία που ακολουθεί μετά την κατάσχεση 558 559 561 562 ...………………….….. Τίτλος Δεύτερος : Αντικείμενο εφαρμογής και διαδικασία επιβολής της αναγκαστικής διαχειρίσεως.……………..……………….. Τίτλος Έκτος: Συνέπειες της διεξαγωγής του πλειστηριασμού του κατασχεθέντος περιουσιακού στοιχείου και διανομή του πλειστηριάσματος ……………………………………..……………………... Λογοδοσία του διαχειριστή ….. Τίτλος Έκτος : Απόλυση του κρατουμένου ……….………………… Τίτλος Τέταρτος : Διάθεση των εισπραττομένων από τους καρπούς και τα εισοδήματα του ακινήτου ή της επιχειρήσεως Τίτλος Πέμπτος : Λήξη και παύση της αναγκαστικής διαχειρίσεως..........……………..λπ.LVI § 478 § 479 § 480 § 481 Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση των ειδικών περιουσιακών στοιχείων ……………...... Συνέπειες . όταν διορισθεί διαχειριστής ………………….………………..... Τίτλος Πέμπτος : Επίσχεση του κρατουμένου ……...... Τίτλος Έβδομος: Διαδικασία ικανοποιήσεως των δανειστών κ.………… Τίτλος Τρίτος : Διεξαγωγή και πορεία της αναγκαστικής διαχειρίσεως ……………………………………………......…………… Τίτλος Έβδομος : Διαφορές ή έριδες για την προσωπική κράτηση 581 583 585 586 588 588 589 ...……………………………….... 563 565 567 568 569 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ § 482 § 483 § 484 § 485 § 486 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ………. Τίτλος Τρίτος : Τρόπος απαγγελίας ή διατάξεως της προσωπικής κρατήσεως …………………………. Τίτλος Δεύτερος : Περιπτώσεις και προϋποθέσεις της απαγγελίας και της επιβολής (της) προσωπικής κρατήσεως ………......………….....…………………… Τίτλος Όγδοος: Παύση της διαχειρίσεως του δικαιώματος …............…………………………………… 570 571 574 576 578 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ § 487 § 488 § 489 § 490 § 491 § 492 § 493 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ……………....……. Τίτλος Τέταρτος : Εκτέλεση της αποφάσεως για την προσωπική κράτηση …………………………………………. Ευθύνη του από τη διαχείριση ………………………………………………………...… Τίτλος Ένατος: Λογοδοσία του διαχειριστού.….. .. Τίτλος Έβδομος: Συνέπειες της υπάρξεως ελαττωμάτων της κύριας διαδικασίας για όλα τα είδη της αναγκαστικής εκτελέσεως .. για την επικοινωνία γονέων και τέκνων και για την αποκατάσταση της εγγάμου συμβιώσεως .......................................................... των προσθέτων προπαρασκευαστικών διατυπώσεων και της προθεσμίας συνεχίσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως .................... Τίτλος Tρίτος: Ελαττώματα που ανάγονται στην κύρια διαδικα- 604 604 ................ Τίτλος Ένατος : Συνέπειες της υπάρξεως ελαττωμάτων της κυρίας διαδικασίας στην εκτέλεση προς ικανοποίηση απαιτήσεων που ανάγονται στην επιχείρηση ή παράλειψη ή ανοχή πράξεων ................................ 590 593 594 596 597 599 599 600 601 603 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥΣ § 504 § 505 § 506 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις........... Τίτλος Πέμπτος: Συνέπειες της μη τηρήσεως της προδικασίας... Τίτλος Τέταρτος : Συνέπειες της ελλείψεως των (ειδικών) προϋποθέσεων του επιτρεπτού της αναγκαστικής εκτελέσεως .....................................................................Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση LVII ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ............................................................................................. ΑΝΙΣΧΥΡΟ...................... Τίτλος Δέκατος : Συνέπειες της υπάρξεως ελαττωμάτων της κύριας διαδικασίας στην εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων για την παράδοση ή απόδοση τέκνων................. Τίτλος Δεύτερος : Ελαττώματα που ανάγονται στην προδικασία και τις πρόσθετες διατυπώσεις της εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων................ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ) § 494 § 495 § 496 § 497 § 498 § 499 § 500 § 501 § 502 § 503 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις .......................... ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥΣ (ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ....... Τίτλος Όγδοος : Συνέπειες της υπάρξεως ελαττωμάτων της κύριας διαδικασίας στην εκτέλεση προς ικανοποίηση απαιτήσεων για την απόδοση ή παράδοση πραγμάτων .................................. Τίτλος Τρίτος : Συνέπειες της ελλείψεως των προϋποθέσεων παροχής εννόμου προστασίας .. Τίτλος Έκτος : Συνέπειες της υπάρξεως ελαττωμάτων της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως ............................................ Τίτλος Δεύτερος : Συνέπειες της υπάρξεως ελαττωμάτων που ανάγονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτελέσεως . ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ..................................... .........λπ................λπ.................................................... 645 646 .... 641 642 KΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΩΣ ΕΝΙΑΙΟ ΣΥΝΟΛΟ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ § 516 § 517 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ............................................ Εφαρμοστέοι κανόνες ...................) της αναγκαστικής εκτελέσεως ............................................ Τίτλος Δεύτερος : Ανακοπή (ή αγωγή) ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως................................ Τίτλος Πέμπτος : Οι επιμέρους συνέπειες της ακυρώσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως ή τμήματός της ή συγκεκριμένων πράξεών της ...... Τίτλος Έκτος : Παραίτηση από τις συνέπειες των ελαττωμάτων (ακυρότητα κ......................... Τίτλος Δεύτερος : Οι αντανακλαστικές εκδηλώσεις της ενότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως ........................................ 615 616 620 622 623 629 630 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΕΚΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ § 514 § 515 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ............. Τίτλος Δεύτερος : Διεξαγωγή εκουσίου ή δικαστικού πλειστηριασμού........ Τίτλος Τέταρτος : Συνέπειες της υπάρξεως ελαττωμάτων στην εκτέλεση για χρηματικές απαιτήσεις................... Τίτλος Έβδομος : Ανακοπή τρίτου κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ........................................................................................... Ένδικα μέσα ................... 605 610 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ................ Τίτλος Τρίτος : Νομική φύση της αποφάσεως που αποφαίνεται επί της ανακοπής κ........................... ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ § 507 § 508 § 509 § 510 § 511 § 512 § 513 Τίτλος Πρώτος: Γενικές παρατηρήσεις ................................................................................ Απόφαση. κατά της εκτελέσεως.......Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση LVIII § 506 Α σία της εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων.............................................................................................................................. Τίτλος Τέταρτος : Συνέπειες της αποφάσεως που εκδίδεται επί της ανακοπής κατά της εκτελέσεως .... Νομικός χαρακτήρας της αποφάσεως που κηρύσσει την ακυρότητα ή που ακυρώνει τη διαδικασία της εκτελέσεως ή κάποια πράξη της .............................. ................................................. 664 665 665 .................................................................................................................................. 654 655 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 524 § 525 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις .................. Τίτλος Τρίτος : Ειδικά θέματα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως ............................................ Τίτλος Δεύτερος : Διακριτικά στοιχεία και γνωρίσματα της καταχρήσεως δικαιώματος στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως 660 661 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΤΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 526 § 527 § 528 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ........ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΦ' ΑΠΑΞ ............ Τίτλος Δεύτερος : Επανάληψη ή ουσιαστική περάτωση της αναγκαστικής εκτελέσεως ................Πίνακες Περιεχομένων – Αναγκαστική Εκτέλεση LIX ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΤΥΠΙΚΗ ... Τίτλος Δεύτερος : Αρμοδιότητα και διαδικασία σε περίπτωση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση ................................. 651 652 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ENATO ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ ΛΟΓΩ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 522 § 523 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ....................... 648 649 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ ΑΤΟΝΙΑ (ΚΑΙ) Η΄ ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ § 520 § 521 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ................ΚΑΤ' ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ § 518 § 519 Τίτλος Πρώτος : Γενικές παρατηρήσεις ................................ Τίτλος Δεύτερος : Προϋποθέσεις και περιορισμοί (της) ατονίας ή αποδυναμώσεως της εκτελεστότητας .............................. Τίτλος Δεύτερος : Προϋποθέσεις της αξιώσεως προς αποκατάσταση ζημιών από την αναγκαστική εκτέλεση... . ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ (σελ. 1-192) . . ................................ Η επ’ ακροατηρίου διαδικασία κατά την έκκλητη δίκη........ § 287.......... Αποδοχή ..... αποτέλεσμα αυτής και εισαγωγή αυτής προς συζήτησιν ....................................................... 69 73 79 82 86 86 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ – ΕΦΕΣΗ Ι.................................................................... § 288.... Απόφαση επί της εφέσεως ................ Ένδικα μέσα ... Προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως ... Δικαιολογητικός λόγος ........................ V........... ΙΙ..... Η συζήτηση στο ακροατήριο .....ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟ .. Ορισμός – Έννοια ............ § 288........ § 286...... Διάκριση παραδεκτού και βασιμότητας ενδίκων μέσων..................................... VI. V.. Συνέπειες της αποφάσεως ................... VIΙΙ....... ΙΙΙ..... V......... § 288............................... § 288.. § 287........................... Εισαγωγή .................................΄Εννοια ........ § 286..... Ορισμός ............. VII.... Άσκηση της εφέσεως....................................... IV...... ΙΙΙ....ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ I........ ΙΙΙ.......... αποτέλεσμα αυτής και εισαγωγή προς συζήτηση....... 44 46 49 49 § 288........................ § 286...... Γενικές αρχές που ισχύουν στα ένδικα μέσα .... ΙV.......... Διακρίσεις των ενδίκων μέσων ................................................................................................ ΙΙ..................... Η προϋπόθεση της ερημοδικίας ..... § 287................... § 288.......................... ...... Αντέφεση ....................... Παραίτηση...... 31 32 33 34 § 287.............................................. 56 57 § 288.............................. IV..... VΙΙ...................... § 286............. ΙΙ............... Ορισμός -΄Εννοια ............................... § 286............ § 287.......................... § 287.. § 287........................ § 288....................... Συζήτηση και απόφαση επί της ανακοπής ........................ Άσκηση της ανακοπής........................... VI....... Περιορισμός του αριθμού των ενδίκων μέσων .. § 287............ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ Ι..... § 286......ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ .......................... VIII........... VI...................... Προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής ερημοδικίας …........................ 10 10 11 12 14 23 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ . ............. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναψηλαφήσεως ........ 173 173 ΚΕΦΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ – ΑΝΑΙΡΕΣΗ I...... Αρμοδιότητα. Έκταση της εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου …...................... Έννοια ..... § 290...... Ορισμός............ Αποκλειστική ή ενδεικτική . Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως……….. ΙΙ... § 290....... § 291............... Γενικά .............. Εξουσία του Αρείου Πάγου…………………………………..................….. § 288.... § 291...… § 288.. II............. 111 113 115 § 290........................……… Εισαγωγή της υποθέσεως προς συζήτηση...... Συζήτηση και απόφαση επί της αναψηλαφήσεως…….................... Επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση….......... IV.... X....... Προπαρασκευή της συζητήσεως στο ακροατήριο……………. IV........... Άσκηση αναιρέσεως και αποτέλεσμα αυτής…………........ Έκταση του ελέγχου του Αρείου Πάγου……………………… Εφαρμοστέον δίκαιον………………………………………… Απόφαση επί της αναιρέσεως………………………………… Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής……............. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ – ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ Ή ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ Ι................. XI...............................….................. Άσκηση της αγωγής .... § 290..... Προδικασία......... XI... III.................. § 289............ § 291.... Ορισμός.... ΧΙΙΙ....……....................... VIII........... Επεκτατικό αποτέλεσμα ........ IX X............. IV.. Αποκλεισμός ή απαράδεκτο της αγωγής .........………... 175 175 176 177 177 177 178 .. § 291.. § 291......... Άσκηση αναψηλαφήσεως... Έννοια………………………………………….... § 289................Πίνακας Περιεχομένων 4 IX.. 90 92 92 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ – ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ Ι. V...... § 290.......... § 290........ § 290.. § 288.................... ΙΙ......................... § 289... 96 97 § 289. § 290... Κυρία διαδικασία και συζήτηση στο ακροατήριο……………......... VI........... Φύση απαριθμήσεως............ V........... § 291... 123 124 148 § 290...... § 291....... Η διαδικασία ενώπιον του Τμήματος της παραπομπής του Αρείου Πάγου………………………………………………… Η διαδικασία ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου…. VII....... V.................. § 290.................... VII.. ΙΙΙ... Νομική φύση της αγωγής ...... VI..................... Ένδικα μέσα…………………………………………….. 150 152 156 157 157 167 167 171 § 290....... Αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως .... § 289. § 290........ § 290..... Αρμοδιότητα ....... αποτέλεσμα αυτής και εισαγωγή αυτής προς συζήτηση..... ΙΙΙ........... ΧΙΙ................... .................. § 294.............................................................. 184 § 294................................... .... Συζήτηση και απόφαση για την ανακοπή ............. § 293.......... II. VI... VI.................................. Ενδεικτική απαρίθμηση ... 182 182 182 183 183 183 § 294............... Προϋποθέσεις του παραδεκτού της τριτανακοπής . § 294. VII...Πίνακας Περιεχομένων 5 VIII........ ΙΙ.... § 293...............΄Εννοια ....................................... Συνέπειες της ασκήσεως ανακοπής .. § 291........ Ειδικοί κανόνες .... § 293... 178 178 ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΔΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ § 292............................................................... Ορισμός ....... III........ Άσκηση της τριτανακοπής........... § 292...... 190 191 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ – ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ Ι........... Συνέπειες της παραδοχής της αγωγής ............. § 293........................................... 180 180 181 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΑΝΑΚΟΠΗ Ι...... Διαφορές από ένδικα μέσα .......................... Τα ισχύοντα σε άκυρες αποφάσεις ........ V...§ 291........... § 294........ Πρόσθετοι λόγοι ........... ΙΙ.... Ορισμός . Εισαγωγή για συζήτηση και εκδίκαση........... Διακρίσεις της τριτανακοπής ....... Νομική φύση............. Τριτανακοπή και παράλληλα ή υποκατάστατα αυτής ένδικα βοηθήματα ................. Γενικά .......................................................... IV........ 184 185 186 186 § 294................................ IV...................... Προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής ................................................................. I............… § 292....... V.. ΙΧ. αποτελέσματά της και εισαγωΓή προς προς συζήτηση .............. Χρησιμοποίηση και λειτουργία της τριτανακοπής ................. § 293.. § 293.......... Άσκηση... § 294................................... ΙΙΙ................................΄Εννοια ..................... ΙΙΙ.................................. . Z. τ. 14 σ. 186-187· Blomeyer Arw: Antrag und Beschwer σε Festschrift für Fragistas 1966 σ. 76 σ. τ.: Περί των ενδίκων μέσων προσβολής των κατά τον τύπον (είδος) εσφαλμένως εκδοθεισών αποφάσεων Δ.· Π. 461482· Blomeyer J. 545 επ. 365-438· Gilles: Rechtsmittel im Zivilprozess 1972· Ritter: Zur Teleologie der zivilprozessualen Rechtsmittel J. 225-228· Ascher: Die Beschwer des Rechtsmittelklägers als Voraussetzung der Zulässigkeit des Rechtsmittels M. με το οποίο επιδιώκεται η επίτευξη ή και η πραγματοποίηση δικαστικής προστασίας.ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ* ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ § 286 Ορισμός. 246 επ. Χ.: Die Verwirkung prozessualer Befugnisse im Bereich der Z. Oest. Χαρπίλα: Η αποδοχή των αποφάσεων επί γαμικών διαφορών και ο τρόπος παραιτήσεως από των ενδίκων μέσων. 1965 σ. τ. ΙΧ. και Γνωμοδ. 24-69· του ίδιου: Die Beschwer als Klagevoraussetzung 1970· του ίδιου: Anfechtung und Kassation Z. 82 σ.Δ.O. 165-183· Habscheid: Beschwer des verurteilten Beklagten bei * Ο όρος «ένδικο μέσο» έχει και άλλη ευρύτερη έννοια.G. Zeit 1967 σ. Απαρίθμηση και διακρίσεις. Θ. Φραγκίστα Δ. 707 κλπ. Για την απόδοση της έννοιάς της χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος «ένδικο βοήθημα». 1953 σ.)· Θ.Z. Z.· Πρβλ.W. 587-593· Furtner: Die Beschwerdeberechtigung im Verfahren nach dem Gesetz über die freiwillige Gerichtsbarkeit Jur. Συμβ.Z.R.· Βερβεσού Ν. 88 σ. Μάζης: Επιτρεπτόν ενδίκων μέσων εναντίον αποφάσεων εσφαλμένου τύπου Δ. Δημοσθένους: Περί της εφ' άπαξ ασκήσεως των ενδίκων μέσων Δ.J. 1975. V σ. Ράμμου: Άσκησις ενδίκων μέσων υπό των δανειστών εναντίον των κατά του οφειλέτου εκδιδομένων αποφάσεων σε Επιστημ.: Rechtskraft und Rechtsmittel bei Klageabweisung N.P. RheinZ τ.Z. 423-451· Baur Fr: Zur “Beschwer” im Rechtsmittelverfahren des Zivilprozesses σε Festschrift für Lent 1957 σ.P. Zeit. με την οποία νοείται κάθε μέσο. Δικαιολογητικός λόγος. 178-188· του ίδιου: Über die Rechtsmittel im österreichischen Zivilprozess.P. τ.P.Γ.· Π. 67 σ. .Z.P.Z. ένδικο μέσο είναι πρώτιστα η αγωγή. τ. ΝοΒ ΙΘ 1522 επ. Γενικές αρχές που ισχύουν γι' αυτά Ειδική βιβλιογραφία: Γ. und des F. Jur. 54 σ.Z. 1969 σ. VI 541 επ. 317 επ. 526-529· Grunsky: Rechtskraft von Entscheidungsgründen und Beschwer Z. 584-585· Baumgärtel G. 1961 σ. επί τη Εκατονταετηρίδι του Πανεπιστημίου Αθηνών (1937 σελ. 1-16· του ίδιου: παρατηρήσεις σε J. 180-203· Sprung R: Konkurrenz von Rechtsbehelfen im Zivilgerichtlichen Verfahren 1966· Vogel: Prozessuale Überholung von Rechtsmitteln im Zivilprozess. Υπό την έννοια αυτή.D.P. VI 545· Bettermann: Die Beschwer als Rechtsmittelvoraussetzung im deutschen Zivilprozess Z.G. 360-363· Pollak: Rechtsangleichung im Rechtsmittelverfahren Z. FS Beys.J. 1969 σ. 1965 2369-2376· Oertmann: Der vorgängige Rechtsmittelverzicht Z.: Rechtsmittelbelehrung im Zivilprozess? Zeitschr. Deutschen Juristentag.: Rechtsmittel im Zivilprozess: Berufung. Rechtsmittelreform in Zivilsachen und Rechtspolitik: Theoretische Anfragen in praktischer Absicht. 321-340· Schwinge: Grundlagen des Revisionsrechts 2 Aufl.P.P. Ziviljustiz und Rechtmittelproblematik. 84 σ. Recueil Dalloz-Sirey 1976 σ. Βλέπε και την στην §§287-290 μνημονευομένη βιβλιογραφία. 2003. H.: Die Bedeutung der Entscheidungsgründe.. 615-617· Ohndorf: Die Beschwer und die Geltendmachung der Beschwer als Rechtsmittelvoraussetzungen im deutschen Zivilprozessrecht 1972· Pohle: Gutachten für den 44 Deutschen Juristentag 1962· Schwab K.J. 447· Gottwald P. 104106· Bergerfurth Br. 1992· Gilles/Röhl/Schuster/Strempel. 353-369· Brox: Die Beschwer als Rechtsmittelvoraussetzung Z.. 287-297· Henke H-E. ZZP 94. Γενικές αρχές nicht vollstreckungsfähigem Leistungstitel ? N. 166-170· Bischof H. für Rechtspolitik 1978 σ.). 129-149· Gilles P. 152-211· Gross Kurt: Die Rechtsbehelfe und Rechtsmittel 1959· Appert B. Die Anfechtbarkeit richterlicher Entscheidungen nach dem Grundgesetz. Rechtsmittel im Zivilprozess – unter besonderen Berücksichtigung der Berufung. Vereinheitlichung und Beschränkung der Rechtsmittel und Rechtsbehelfe des Zivilverfahrensrechts.. ZZP 113.: Politisch fremdbestimmte Rechtsmittel-noch heute? Demokratie und Recht 1975 σ. 1985· Gilles P. 3615-3617· Kahlke G.Z. 1996· Gottwald P. dem Einspruch und der Wiedereinsetzung in den vorherigen Stand 1972· του ίδιου: Grundprobleme des zivilprozessualen Anschliessungsrechts Z.. Δικαιολογητικός λόγος. 389-427· Zeiss: Bindungswirkung des Rechtsmittelverzichts N. 1955 σ. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Revision und Beschwerde im Vergleich mit der Wiederaufnahme des Verfahrens.: Tableau des voies de recours du nouveau Code de proc. 3 Aufl. 1964 σ. . ZZP 109. 2003.: Der Zivilprozess: Klage.J. 45 σ. Magister Artis Boni et Aequi: Studia in Honorem Németh János..W. 253-261. (Ηrsg.P. Rechtserkenntnis. 1985· Goebel J.8 § 286 – Ορισμός. 1996· Klamaris N.J. NJW 2007. 423-443· Kamper O. die Urteilsarten und die Rechtsmittelarten nach dem griechischen Zivilprozessrecht. 1960· Bruns: Zivilprozessrecht 2 Aufl. Festschrift für Bötticher 1969 σ. 140· Gilles: Anschliessung.L. Empfehlen sich im Interesse eines effektiven Rechtsschutzes Maßnahmen zur Vereinfachung. 92 σ. 1977· Weitzel J.Z.P. 2003.: Die fehlerhafte Rechsmittelzulassung und ihre Verbindlichkeit für das Rechtsmittelgericht 1976.· Gilles P. Rechtsmittel..P. Die Klagearten. 234-237· Henke: Die Tatfrage 1966· Hägi: Die Beschwer als Rechtsmittelvoraussetzung im schweizerischen und im deutschen Zivilprozess 1975· Nicolini: Die Beschwer des Rechtsmittelklägers N.. τ. Die Pflicht zur Rechtsmittelbelehrung im Zivilprozeß.. JZ 1985 (40). Civile.Z. Gutachten A für den 61. τ. 1979 §52· Habscheid: Der Rechtsmittelverzicht im Zivilprozess N. Urteil. Rechtsmittelreform im Zivilprozeß und Verfassungsaspekte einer Rechtsmittelbeschränkung. 135-182· Jauernig O. Carl C.Z. Systemfehler des neuen deutschen Rechtsmittels./Juilliard R. 81 379-412· Grunsky: Beschränkungen bei der Einlegung eines Rechtsmittels und bei der Aufhebung des angefochtenen Urteils Z. Neues zu Beschwer und Beschwerdegegenstand bei Nichtzulassungsbeschwerde. Verfassungsrechtliche Fragen des neuen deutschen Rechtsmittelrechts... 49-83· Gottwald P.W. Verbot der Reformatio in pejus und Parteidisposition über die Sache in höherer Instanz Z.W. 128– 176· Lässig C.W. Zur Funktion von Beschwer und Rechtsschutzbedürfnis im Rechtsmittelverfahren.. Berufung und Sprungrevision. Rechtsfortbildung und Konfliktlösung: Die Verfahrenstypen der Zivilprozeßordnung in erster und in höherer Instanz. 91 σ. 2002· Gilles P.Z. Rechtsmittel im Zivilprozess: unter besonderer Berücksichtigung der Berufung. Magister Artis Boni et Aequi: Studia in Honorem Németh János. Beschwer. . 805-812· Roth H. Auf. Αθήνα 1999. 2000. Beschwer und Beschwersumme beim unbezifferten Klagantrag. 2001. Die Rechtsmittel im Zivilprozess nach der Reform. Rechtsmittelbegründungsfrist und Prozesskostenhilfe. Μπέης. November 1998 inTriberg. Zivilprozessrecht. Rechtsmittelreform 2000. JZ 1996. Zugang zur Berufungsinstanz. Zivilprozessuales Rechtsmittelrecht und funktionale Zweigliedrigkeit.. 136-139· Schmidt E. Κεραμεύς/Δ. 2010. 245-251· Prütting H. 267· Stackmann N. 439 επ. Zivilprozessrecht..283. Der Rechtsmittelgegenstand im Zivilprozess.. 741-751. Dogmatische Grundfragen des Zivilprozesses im geeinten Europa: Akademisches Symposium zum Ehren von K. MDR 2003. NJW 2007.. 11-18· Roth H. Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας... Zivilprozessrecht. 2007. 2008· Schafft T. FS Merle. JuS 1988. Αθήνα. JuS 1992.. Ο κανών της άπαξ μόνον ασκήσεως των ενδίκων μέσων.. 953957· Rimmelspacher B.· Β. FS Baur.. Auf. 2007· Stürner M. Grundfragen des Rechtmittelrechts. Κλαμαρής. 270. Fünf Jahre reformiertes Rechtsmittelverfahren im Zivilprozess... Rechtsschutz gegen den Richter.-J.. NJW 2006. ΙV. Für die Zulässigkeit bedingter Rechtsmitteleinlegungen und –begründungen. Αθήνα-Θεσσαλονίκη- . ZZP 120. Zugangsvoraussetzungen zum Rechtsmittelgericht.. 2005· Schenkel H. 2888-2891. 1993. 10. 242-254· Weitzel J. Die Anfechtung von Zivilurteilen: eine funktionale Untersuchung der Rechtsmittel im deutschen und englischen Recht. 7. 1981... Auf. Rdnr.. 1996. §§ 133-135· Jauernig O.. 6. Selektion von Rechtsmittelverfahren durch gesetzliche Zugangsbeschränkungen. 85 επ. Αθήνα 1995. 1981˙ Κ.. Die Rechtsmittel des Zivilprozesses im europäischen Vergleich. 9-18· Saueressig C. 327-353· Rimmelspacher B. ιδίως 531επ. vor § 511... 207-216· Musielak H.. 2007. 2000· Leipold D. ZZP 108. Grundkurs ZPO. 2000. 2010. Die Wirkungen des Rechtsmittelverzichts im Zivilprozeß. Zivilprozessordnung. Zur Verlängerung von Rechtsmittelbegründungsfristen. Τόμος Γ΄.. Συμβολές στην ερμηνεία του ΚΠολΔ. Rechtsmittelverfahren – Durchführung im Rahmen der Anwendung des Meistbegünstigungsprinzips. November und 20..· Kolotouros P. Unbezifferter Klageantrag und Beschwer. 29. 2010. Γενικές αρχές 9 521-533. Der Zweck der Rechtsmittel nach der ZPO-Reform. 2002· Unberath H.. Grundsatzfragen des deutschen Rechtsmittelrechts. Κεραμεύς. Zivilprozessrecht. vor §§ 511ff.-H. 1997.§ 286 – Ορισμός. 625-631· Zeuner A. Νίκας/Μ.Θεσσαλονίκη 1986. 13.. Schwab. FS Gaul. Ν. Auf. JZ 2006. 2009.Theorie und Praxis. σε: Rechtsstaat. 147-166· Schultz M. Pick E. 323-345· Voßkuhle A. Ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο. Κατ’ άρθρον ερμηνείες: Münchener Kommentar zur ZPO/Rimmelspacher.. Jura 2002. FS Nakamura. Die Erledigung in der Rechtsmittelinstanz. 1985. 9-14· Stuckert A...· Κ. Zivilprozessuale Rechtsbehelfe und effektiver Rechtsschutz. 3. 457-475· Prütting H. Auf. FS Schumann. 2008. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Ι. Bericht über das Symposium am 19. 17. Βαθρακοκοίλης.· Κ. 1992· Kornblum U. NJW 2004. Auf. Auf.. AcP 182. 1999.. 553-572· Rimmelspacher B. 101-117· Rimmelspacher B. Rdnr. Bemerkungen zur Rechtsmittelreform in Zivilsachen.. Η διαλεκτική του δικονομικού δικαίου. Kunz. 2000· Prütting H. 2329-2334· Schumann. Band 2.· Musielak/Ball. Δικαιολογητικός λόγος. Αστικό Δικονομικό Δίκαιο... 167 επ. Rechtsmittelbelehrung durch die Zivilgerichte. Κονδύλης/Ν. Stuttgart. Recht auf Rechtsmittel in: Rechtmittel im Zivilprozess. 66-96· Lindacher W. Γενικό Μέρος.. Das System der Rechtsmittel nach dem Zivilprozessreformgesetz. § 26. Μαργαρίτης.. Grundzüge des Rechts der Rechtsmittel. Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας..§ 72· Grunsky W. 501-509· Schilken E.Rechtsmittelstaat?. Συστηματικά έργα / εγχειρίδια: Rosenberg/Schwab/Gottwald. A.· Κ. Foyer. 918 επ. περιορισμούς.λπ. Αλλά και αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε. PUF 1995· G. Νομική Βιβλιοθήκη 2008. Ένδικα μέσα.). Εξαίρεση ως προς το σημείο αυτό ισχύει ή φαίνεται ότι ισχύει σε δίκες δημόσιας τάξεως. 515 επ.· L. V. 14th edition. Γιακουμής. Dalloz 2001· J. E). 881 επ. 271 επ. van Rhee (editors). 667 επ. 899 επ. πιο πάνω τ. Jolowicz. της ισχύος των συστημάτων της συζη- 1. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007· Ν. Méga Nouveau Code de procédure civile. Eν προκειμένω όμως πρέπει να λεχθεί. Dalloz 2009. Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ. Ι §§ 202 επ. Héron (par Th. Andrews. PUF 1996. Sweet and Maxwell 2009. 487 επ. Guinchard/F. με τα οποία ζητείται από το ίδιο ή άλλο δικαστήριο (ομοιόβαθμο ή ανώτερο) η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση κάποιας αποφάσεως. Jolowicz/C. Guinchard.-L. Oxford University Press 2003. Συνηθισμένο.· N. On Civil Procedure. . Ι §§ 202 επ. 3. Οn Civil Procedure. σ.· J. υπό τη στενή και κύρια του όρου έννοια1. επειδή είναι εσφαλμένη και κατά κανόνα1 επειδή επιφέρει βλάβη σ' εκείνον που τα ασκεί. Droit judiciaire privé. Browne. Chainais. 2ème édition. Thireau (dir. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Δ΄ έκδοση.· J. σε γαμικές διαφορές ή ορισμένες διαφορές. Απαλαγάκη (επιμέλεια)/Δ. ότι και παρά τους αξιόλογης εκτάσεως. Νίκας. χάρη ακριβώς των οποίων επιδιώκεται η έκδοση αυτών.χ. Amrani-Mekki. Ένδικα μέσα. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007· Χ. Οι προθεσμίες ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. 2. Η αναγνώριση των συνεπειών αυτών. Kluwer 1999· J. εφόσον οι δικαστικές αποφάσεις είναι νομικά και πρακτικά ορθές. Zuckerman.10 § 286 – Ορισμός. όπως εκτέθηκε και παραπάνω3. που συνάγονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων κ. Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας 2Α. Cambridge University Press 2000. κύριο χαρακτηριστικό των ένδικων μέσων είναι η απόδοση σφάλματος στην απόφαση που προσβάλλεται. ΙΙ) Δικαιολογητικός λόγος. Le Bars). Procédure civile. Sweet and Maxwell 2006. Les voies de recours judiciaires. όπως εκτίθεται ειδικότερα παρακάτω (στοιχ. Montchrestien 2002. 716 επ.· S.· Γ. Πρβλ. επίσης. (βλ. Γενικές αρχές Κομοτηνή 2000. Όπως αναπτύχθηκε ήδη2. Δικαιολογητικός λόγος. Cornu et J. πιο κάτω §§ 295 επ. διακριτικό τους είναι η επιδίωξη της άρσεως ή αποτροπής βλάβης.· S. instruments de liberté. 831 επ. Κεραμεύς. Ι) Ένδικα μέσα. Théorie générale du procès.· Α. Civil Procedure in Europe 2. Cadiet/J.). Civil Litigation. πιο πάνω τ. 605 επ. είναι τα μέσα. Normand/S. επιβάλλεται και δικαιολογείται όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά. Αθήνα-Κομοτηνή 2009· J. η διόρθωση του οποίου σκοπείται και ζητείται με την άσκηση του καθενός από αυτά. η οποία προέρχεται από την απόφαση που προσβάλλεται. Ορφανίδης. Recourse against judgments in the European Union/Voies de recours dans l’Union européenne. Σύμφωνα με τα παραπάνω. English Civil Procedure. Βλ. Ferrand/C. που επήλθαν με τον ΚΠολΔ. O’ Hare/K. οι δικαστικές αποφάσεις έχουν σπουδαιότατες θεωρητικής και πρακτικής φύσεως συνέπειες. PUF 2010. Procédure civile. όπως π. 245 επ. αναφορικά με την κρίση και διάγνωση. ιδιαίτερα όταν αυτή γίνεται από ανώτερο δικαστήριο. Βλέπε πιο πάνω τ. 4. . και της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων. Γενικές αρχές 11 τήσεως και της θεωρίας των αποδείξεων4.§ 286 – Ορισμός. το οποίο αποτελείται από περισσότερο πεπειραμένους και εξελιγμένους και ικανότερους κατά την αντίληψη του νομοθέτη. να φέρεται για νέα έρευνα ενώπιον του ίδιου ή συνηθέστερα άλλου. υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ο δικαιολογητικός λόγος του δεδικασμένου που ήδη εκτέθηκε6 επιβάλλει. ως ένα μέτρο.5 ΙΙΙ) Περιορισμός του αριθμού των ενδίκων μέσων. Τον έλεγχο αυτό κυρίως και. όπως και όλοι οι λοιποί άνθρωποι. Άλλωστε και υπό την ισχύ των συστημάτων της ανακρίσεως κ. Δικαιολογητικός λόγος. Κατά μία ισχυρώς υποστηριζόμενη άποψη το δικαίωμα για άσκηση ενδίκων μέσων ως μερικότερο δικαίωμα του κατά το άρθρο 20 Συντάγματος δικαιώματος δικαστικής προστασίας κατοχυρώνεται επίσης σε κάποιο βαθμό από το Σύνταγμα. από την οποία υποτίθεται.λπ. Ι § 203. οι δικαστές. μπορούν να υποπέσουν σε σφάλματα ή παραδρομές είτε αναφορικά με την δικαστική δράση (ενέργεια). Ι § 135 και τ. 1989. Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών 1988. Έτσι Ν. την διόρθωση των σφαλμάτων και παραλείψεων της υπερασπίσεως των διαδίκων αποβλέπει ο θεσμός των ενδίκων μέσων. κατά το δυνατό. Η κρατούσα άποψη δεν αποδέχεται τη συνταγματική κατοχύρωση των ενδίκων μέσων. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 20§1 Συντάγματος 1975. υπό το κράτος των οποίων (λόγω του περιορισμού της πρωτοβουλίας του δικαστή και της ενδεχόμενης ατελούς υπερασπίσεως των διαδίκων αφενός και της δεσμεύσεως του δικαστή σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη ορισμένων αποδεικτικών μέσων αφετέρου) είναι δυνατό οι αποφάσεις αυτές να μην είναι αντικειμενικά ορθές. δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αποκλεισθεί τελείως η πιθανότητα του λάθους. Βλ. είτε. περιορισμένη δε είναι υπό διάφορες επόψεις και η χρήση τους. και μάλιστα ανώτερου δικαστηρίου. Αθήνα. Για το λόγο αυτό τα ένδικα μέσα είναι περιορισμένα κατά τον αριθμό. ΙΙ § 258. του ενδεχομένου των πιο πάνω πλανών και παραδρομών. το οποίο είναι και το σπουδαιότερο. όπως εκτίθεται παραπάνω. η δυνατότητα της προκλήσεως του ελέγχου της ορθότητας των δικαστικών αποφάσεων με τα ένδικα μέσα να μην υπάρχει επ' άπειρο. με τα οποία κάθε υπόθεση είναι δυνατό. συνήθως δε και κατά την κοινή πείρα. Κλαμαρής. σελ. ότι θα προέλθει κρίση ορθότερη από νομική και ουσιαστική άποψη. 6. αλλά και αναγκαίο. περισσότερο κατατοπισμένους δικαστές. 5. κρίθηκε από παλιά και εξακολουθεί να κρίνεται όχι μόνο σκόπιμο. να επιτρέπεται και να είναι δυνατή η υποβολή υπό έλεγχο της ορθότητας της ενέργειας και της κρίσεως του δικαστή. Απαρίθμηση & διακρίσεις. παραπάνω τ. Με τον σκοπό του περιορισμού. δηλώνει ότι θέλει να δικασθεί κατ' αντιμωλία. η αγωγή αυτή δεν στρέφεται κατά των δικαστικών αποφάσεων. και πιο κάτω § 290. αποκρούεται σ' εμάς η κατάταξη στα ένδικα μέσα της αγωγής κακοδικίας. διότι. κυρίως. Πρβλ. πριν την παρέλευση της προθεσμίας ή της ασκήσεως ή της παραιτήσεως κ.12 § 286 – Ορισμός.λπ.χ. ή παραδρομή στην απόφαση που ανακόπτεται. 8. εφόσον βλάπτονται κ. Βλ. ορθά. κατά κανόνα. όπως π. ενώ την αντίθετη λύση πρέπει να δώσει. της οποίας δεν γίνεται τελεσίδικη η απόφαση και δεν παράγει κατά κανόνα τις κύριες και δευτερεύουσες συνέπειες αυτής και ιδιαίτερα την δύναμη του ουσιαστικού δεδικασμένου. δηλαδή η αναψηλάφηση και η αναίρεση8. λόγω της ελλείψεως σαφούς και συγκεκριμένης διατάξεως. σφάλμα.λπ αυτής. IV) Διακρίσεις των ενδίκων μέσων. επειδή έγινε αντικανονικά.). Δικαιολογητικός λόγος. η Γερμανική. τα οποία επιτρέπονται. Τακτικά ένδικα μέσα είναι – σύμφωνα με την παραδοσιακή θεώρηση της ελληνικής επιστήμης του αστικού δικονομικού δικαίου– η ανακοπή ερημοδικίας – ο Γ. ζητείται η ακύρωση της ερημοδικίας. καταφαίνεται κυρίως στην περίπτωση. Τα ένδικα μέσα διακρίνονται: Α) σε τακτικά και έκτακτα. τουλάχιστον. Γενικές αρχές Κατά την αντίληψη του Έλληνα νομοθέτη. Η αγωγή που προβλέπεται και ρυθμίζεται από τον ΚΠολΔ περί αναγνωρίσεως του ανυπόστατου των δικαστικών αποφάσεων (βλ. Τότε. Β) σε μεταβιβαστικά και μη μεταβιβαστικά και Γ) σε ανασταλτικά και μη ανασταλτικά. η έφεση. τα έννομα συμφέροντα του τριτανακόπτοντα. θεωρούν και ρυθμίζουν την αναίρεση ως τακτικό ένδικο μέσο. Ως ένδικο μέσο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η ανακοπή. αν πρόκειται για το παραδεκτό κάποιου τακτικού ενδίκου μέσου. πρέπει να αποφασίσει κάποιος υπέρ του παραδεκτού του εφόσον δεν αποκλείεται σαφώς αυτό. Α) Τακτικά καλούνται τα ένδικα μέσα. η έφεση.λπ. ΚΠολΔ 313 . κατά κανόνα τουλάχιστον. αλλά στηριζόμενος στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. η Αυστριακή κ. Η πρακτική σημασία της διακρίσεως αυτής.314 (329-330). ΚΠολΔ 495 (512) επ. δεν αποδίδεται σφάλμα στην απόφαση που τριτανακόπτεται. . Έκτακτα είναι εκείνα που συγχωρούνται κατά ορισμένων αποφάσεων και για ορισμένους λόγους. μόνο από τη στιγμή που μ' αυτή (ονομαζόμενη αιτιολογημένη ανακοπή. Παραπέρα. αναιτιολόγητη ανακοπή). αλλά ζητείται η ακύρωση κ. όπως αναφέρεται παρακάτω). σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει σ' εμάς. 7. πιο πάνω τ Ι § 200 και πιο κάτω § 291). προκαλεί ορισμένες αμφιβολίες. κατά την οποία. Μ' αυτή (την καλούμενη.λπ. ένδικα μέσα είναι η ανακοπή ερημοδικίας. σύμφωνα μ' όσα εκθέτονται πιο πάνω. υπάρχει αμφιβολία. έκτακτα δε τα λοιπά. (και για το προϊσχ. 194/1914 περί ασκήσεως ενδίκων μέσων). αν χωρεί κάποιο ένδικο μέσο. Απαρίθμηση & διακρίσεις. η αναψηλάφηση (επανάληψη της διαδικασίας) και η αναίρεση7. Εξάλλου κάποιες θεωρούν ως ένδικο μέσο την τριτανακοπή (ΚΠολΔ 583 (601) επ. Από νομοθετικής απόψεως η κατάταξη της ανακοπής ερημοδικίας στα ένδικα μέσα δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα ορθή ή. η οποία έχει καθιερωθεί από παλαιότερες εποχές τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλλοδαπή. κατά κάθε αποφάσεως και για κάθε λόγο. όπως εκτίθεται παρακάτω στον οικείο τόπο. Αλλά και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι ορθός. ο διάδικος δεν προσάπτει. Ράμμος προσέθετε εδώ μέσα σε παρένθεση τη φράση «(εφόσον θεωρηθεί ως ένδικο μέσο)» – και μάλιστα. δεν αποτελεί ένδικο μέσο υπό την στενή του όρου έννοια. Κάποιες από τις αλλοδαπές Δικονομίες. διότι με την τριτανακοπή. ούτε με την άσκηση και την παραδοχή της κατ' ουσία ανατρέπεται η δικαστική απόφαση. δίκαιο ν. μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. 10. κατ' εξαίρεση δε η αναψηλάφηση και η αναίρεση11. αλλ' εισάγονται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. παρακάτω § 293. Μη μεταβιβαστικά εξάλλου είναι όσα δεν έχουν το αποτέλεσμα αυτό. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει μόνο η έφεση. Βέβαια εν όψει του γεγονότος. των οποίων η άσκηση δεν επάγεται το αποτέλεσμα αυτό. ιεραρχικά ανώτερου από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η αναίρεση δεν έχει. κατά κανόνα. ότι η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως και η άσκηση εφέσεως έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. ανασταλτικά ένδικα μέσα είναι. . παρακάτω § 293. επέρχεται αυτομάτως ως έμμεσο αποτέλεσμα. Μη μεταβιβαστικά ένδικα μέσα είναι η ανακοπή ερημοδικίας και η αναψηλάφηση10. Γενικές αρχές 13 προκειμένου για έκτακτο ένδικο μέσο. Με τις τροποποιήσεις όμως που επήλθαν με το Ν. με την άσκηση των οποίων η υπόθεση φέρεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Γ) Ανασταλτικά είναι τα ένδικα μέσα. βλ. εκείνα τα ένδικα μέσα. παρακάτω § 290 στα περί αναιρέσεως. Απαρίθμηση & διακρίσεις. διότι όπως εκτίθεται στον οικείο τόπο9. κατά το δίκαιο που ισχύει. Παραδοσιακά και το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας είχε με βάση το εληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα. Μη ανασταλτικά θεωρούνται. Δικαιολογητικός λόγος. Όπως εκτίθεται πιο κάτω στους οικείους τόπους. Βλ. Για την τριτανακοπή βλ. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει. 2145/1993 καταργήθηκαν οι σχετικές ρυθμίσεις των άρθρων 504 και 506 ΚΠολΔ που θέσπιζαν το ανασταλτικό αποτέλεσμα αφενός της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και αφετέρου της ασκήσεως της ανακοπής ερημοδικίας. Για την εξαίρεση από την αρχή της ελλείψεως μεταβιβαστικού αποτελέσματος σε περίπτωση ασκήσεως τριτανακοπής. όχι όμως και το πραγματικό μέρος της υποθέσεως.§ 286 – Ορισμός. πρώτον ότι μετά από αντίστοιχες τροποποιήσεις και στο πεδίο της εφέσεως οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως τρέχουν πλέον – μέχρις ενός σημείου– παραλλήλως – ρύθμιση που οδηγεί εκ των πραγμάτων στο αποτέλεσμα να ασκούνται κατά ερήμην αποφάσεων συνήθως ταυτοχρόνως και ανακοπή ερημοδικίας και έφεση – και δεύτερον. και η τριτανακοπή. εξάλλου. εφόσον δεν επιτρέπεται ειδικά αυτό. Β) Μεταβιβαστικά λέγονται τα ένδικα μέσα. εξαιτίας της ασκήσεως των οποίων κωλύεται η εκτέλεση της αποφάσεως που προσβάλλεται. 11. ότι η ερήμην απόφαση που έχει εμπροθέσμως προσβληθεί ή 9. κατά κανόνα. ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά το αναιρετικό και ακυρωτικό στάδιο συζητείται και εξετάζεται μόνο η ορθότητα της αποφάσεως από νομικής απόψεως. με συνέπεια τόσο η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. η έφεση. όσο και η άσκηση αυτής της ίδιας της ανακοπής ερημοδικίας να μην έχουν ως κάποια άμεση δικονομική συνέπεια – με βάση τις διατάξεις του κεφαλαίου που ρυθμίζει την Ανακοπή Ερημοδικίας – ανασταλτικό αποτέλεσμα. εφόσον χαρακτηρισθεί ως ένδικο μέσο. dem Einspruch und der Wiedereinsetzung in den vorigen Stand. Φραγκίσταν. Teilband 1. 3˙ βλ. ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ένδικων μέσων το μεταβιβαστικό και το ανασταλτικό αποτέλεσμα αυτών. 12.χ. σελ. οι οποίες αποτελούν και προϋποθέσεις του επιτρεπτού της ασκήσεώς τους. ZPO21. την έφεση– και μη ανασταλτικά ένδικα μέσα. Δ) Κατ’ ακολουθίαν αυτών των διακρίσεων των ενδίκων μέσων επί τη βάσει του ελληνικού αστικού δικονομικού δικαίου συνάγεται ότι εννοιολογικό κριτήριο των ένδικων μέσων κατά το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο δεν είναι ούτε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (effectus devolutivus). 359-373˙ P. ότι παρά την κατάργηση των άρθρων 504 και 506 η Ανακοπή Ερημοδικίας έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (βλ. 1972· N. Γενικές αρχές ενδέχεται (λόγω μη παρελεύσεως της προθεσμίας της εφέσεως) να προσβληθεί με έφεση δεν μπορεί κατ’ αποτέλεσμα να εκτελεστεί. Band 5. Das Rechtsmittel der Anschlußberufung. Revision und Beschwerde im Vergleich mit der Wiederaufnahme des Verfahrens. Rosenberg/Schwab/Gottwald. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Για όλα τα ένδικα μέσα ισχύουν οι επόμενες γενικές αρχές. Baur. και πιο κάτω § 287.· Stein Jonas Grunsky.χ. Frankfurt am Main. 126 επ. Tübingen. Tübingen. σελ. Πέραν όμως τούτου και από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 321 και 904 ΚΠολΔ μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα. σελ. κατά κρατούσα γνώμη. 1975.14 § 286 – Ορισμός. Αφιέρωμα εις Χαράλαμπον Ν. ΚΠολΔ (σε συνδυασμό πάντοτε με τη λειτουργία των ένδικων μέσων και τους ειδικούς όρους του παραδεκτού αυτών). 26). και ιδίως σελ. Klamaris. V) Γενικές αρχές που ισχύουν στα ένδικα μέσα. Zivilprozessrecht17. §§ 511-591. 767 επ. σελ. Ι. η αναίρεση (Revision) και η μέμψις/προσφυγή (Beschwerde)12. 2010. passim. την αναψηλάφηση– όπως επίσης θεσπίζει και ανασταλτικά ένδικα μέσα –π. επίσης ως προς το συνολικό προβληματισμό για τα εννοιολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά των ενδίκων μέσων: F. K. Βλ. 1966. ότι ταυτοχρόνως πρέπει να ισχύουν και όλες οι γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 62 επ. την αναίρεση. ούτε το ανασταλτικό αποτέλεσμα (effectus suspensivus). Gilles. την έφεση– και μη μεταβιβαστικά ένδικα μέσα –π. Ist die Anschlußberufung (Anschlußrevision) ein Rechts-mittel? Zugleich ein Beitrag zum Begriff und System der Rechtsmittel. München. Όπως εκτέθηκε και ανωτέρω το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο –και υπό την ισχύ της Πολιτικής Δικονομίας του 1834 και υπό την ισχύ του (νέου) Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας– θεσπίζει και μεταβιβαστικά ένδικα μέσα – π.χ. Δικαιολογητικός λόγος. 1994.χ. Rechtsmittel in Zivilprozeß. όπως π. Θεσσαλονίκη. . Είναι αυτονόητο. ώστε με βάση αυτή την αφετηρία –κατά την κρατούσα στη Γερμανία άποψη– μόνο εκείνα τα ένδικα βοηθήματα που έχουν μεταβιβαστικό και ανασταλτικό αποτέλεσμα θεωρούνται από πλευράς νομικής τους φύσεως ως ένδικα μέσα και κατ’ ακολουθίαν αυτής της απόψεως θεωρούνται ως ένδικα μέσα η έφεση (Berufung). Berufung. Αντίθετα στο γερμανικό αστικό δικονομικό δίκαιο θεωρούνται. Καμμιά φορά συμβαίνει κάποια απόφαση να εμφανίζεται με μορφή διαφορετική από εκείνη. Δικαιολογητικός λόγος. να γίνεται δεκτή κάθε φορά η περισσότερο ευνοϊκή λύση ενόψει των δύο ακραίων ως άνω απόψεων. κατά το οποίο μπορεί και πρέπει να κρίνεται η συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού ή επιτρεπτού της ασκήσεως του ενδίκου μέσου. η συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν πρέπει να κρίνεται με βάση τα πραγματικά γεγονότα που συνέτρεχαν κατά τον χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως ή τις καταστάσεις που υπήρ- . ο οποίος διατυπώνεται με βάση αυτή θα πρέπει εν προκειμένω να ερμηνεύεται στενά. το οποίο ισχύει κατά το χρόνο της εκδόσεως ή καλύτερα της δημοσιεύσεως της αποφάσεως που πρόκειται (κάθε φορά) να προσβληθεί. Ο Κ. κατ' αρχήν. Ειδικότερα για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής του κανόνα αυτού και των εξαιρέσεων από αυτόν γίνεται λόγος στα περί διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου. κατά το δίκαιο. ενώ ο περιορισμός.§ 286 – Ορισμός. όπως αυτή εκδόθηκε και με τη μορφή υπό την οποία αυτή εκδόθηκε. Γενικές αρχές 15 Α) Η πρώτη προϋπόθεση του επιτρεπτού της ασκήσεως ενδίκου μέσου είναι η ύπαρξη αποφάσεως. α) Κατά μία άποψη. ότι μπορεί. Απαρίθμηση & διακρίσεις. προτιμητέα είναι η τρίτη άποψη. Δ) Διαφορετικό από το αμέσως παραπάνω εξεταζόμενο ζήτημα είναι εκείνο που ανάγεται στον καθορισμό του χρονικού σημείου. γ) Τρίτη τέλος θεωρία (ονομαζόμενη μικτή κ. για λόγους επιείκειας και για επίτευξη των γνωστών σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. εκτός αν ο νόμος αποκλείει γενικά την άσκηση ενδίκου μέσου. εάν ετηρείτο η διαδικασία που επιβάλλεται από το νόμο. Τρεις κυρίως απόψεις ή θεωρίες υποστηρίζονται ως προς το ζήτημα αυτό: α) Κατά την πρώτη (η οποία ονομάζεται υποκειμενική θεωρία). υπό την οποία θα έπρεπε να εκδοθεί. Β) Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται από τη μορφή και το είδος της συγκεκριμένης κάθε φορά αποφάσεως. κατ' αρχήν και αφηρημένα στην προσβολή με αυτό το ένδικο μέσο.Δ και γενικά η νομοθεσία που ισχύει καθορίζουν κάθε φορά ποιες αποφάσεις υπόκεινται στο καθένα από τα κατ’ ιδίαν ένδικα μέσα που προβλέπονται και με ποιες προϋποθέσεις επιτρέπονται αυτά. κατ' αρχήν. β) Σύμφωνα με άλλη εκδοχή (που χαρακτηρίζεται αντικειμενική θεωρία) το επιτρεπτό της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου κατά κάποιας αποφάσεως πρέπει να καθορίζεται ενόψει της διαδικασίας και του τύπου. Γ) Το παραδεκτό ή επιτρεπτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων κρίνεται. υπό τον οποίο έπρεπε κατά νόμο να εκδοθεί η συγκεκριμένη απόφαση.Πολ.) υποστηρίζει. που υπόκειται σύμφωνα με το νόμο. το παραδεκτό των ενδίκων μέσων εναντίον μιας αποφάσεως κρίνεται με βάση την απόφαση.λπ. γεννιέται το ζήτημα με βάση ποια στοιχεία θα κριθεί το επιτρεπτό της ασκήσεως των κατ’ ιδίαν ενδίκων μέσων. ενόψει της συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται κ. Κατά βάση. Σε μια τέτοια περίπτωση.λπ. Ε. .16 § 286 – Ορισμός. αλλά συμπροσβάλλονται με την οριστική. όπως συνάγεται. 553 § 1.λπ. όταν η νίκη του μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερες θυσίες.Ε. ο διάδικος που νίκησε έχει έννομο συμφέρον για άσκηση ενδίκου μέσου. δηλαδή όταν απορρίφθηκε. με τις οποίες λόγω του περιεχομένου τους προδικαζόταν η ήττα του διαδίκου σύμφωνα με τον παραπάνω τρόπο. 556 (574) § 1. ΠολΔ Σ. ΚΠολΔ 516 (534) § 2 542 (560) § 2 556 (574) § 2 Σχ. ως προς την επιβλαβή γι' αυτόν διάταξη. όπως αλλού εκτίθεται. 560 § 2. π. Η τελευταία λύση. και γίνεται δεκτή η άλλη βάση ή αγωγή κ. Ήδη με βάση την ισχύουσα δικονομική ρύθμιση οι μη οριστικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται αυτοτελώς με ένδικα μέσα.Ε. 581 § 1. ότι ορθότερο είναι να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος εκδόσεως της οριστικής ή τελειωτικής αποφάσεως για το ένδικο μέσο που ασκείται κάθε φορά. ενώ ταυτόχρονα καταργήθηκε η δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής (μη οριστικής) περί αποδείξεως αποφάσεως. ολικά ή μερικά. η οποία επικρατεί κυρίως στην επιστήμη ξένων χωρών. επαρκή ερείσματα στο ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο που ισχύει. 553 § 2 581 § 2 607 § 2 Α. από τον χαρακτηρισμό της αγωγής ως νομικά αβάσιμης κ. Δικαιολογητικός λόγος. κατά κανόνα τουλάχιστον ότι επέρχεται. δεν έχει όμως. 534 § 2. β) Σύμφωνα μ' άλλη γνώμη. β) Κατ' εξαίρεση. ολικά ή μερικά. γ) Όμοια. 14. σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών ή σε περίπτωση συνεκδικάσεως συναφών αγωγών ή υποθέσεων.ΠολΔ Σ. δικαίωμα για άσκηση ενδίκου μέσου και στον διάδικο που νίκησε14.λπ. και παρακάτω §§ 294 επ. ΚΠολΔ 516 (534) § 1. Σχ. δεκτή εναντίον του όμοια αίτηση του αντιδίκου του. όπως και από τη διατύπωση του θέματος που διέτασσε διεξαγωγή αποδείξεων. 542 (560) § 1. Ε) Για άσκηση ενδίκου13 μέσου απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος από εκείνον που το ασκεί.Ε. ββ) Όταν η απόφαση απορρίπτει μη αυτοτελή ένσταση του εναγόμενου. όταν ο διάδικος για τον οποίο πρόκειται ηττήθηκε. α) Το έννομο αυτό συμφέρον έχει ο διάδικος που υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση. Απαρίθμηση & διακρίσεις. αναγνωρίζεται. 534 § 1. 574 § 1. 607 § 1 Α. κρίσιμο με την έννοια αυτή χρονικό σημείο είναι εκείνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Γενικές αρχές χαν. εκείνη της παραγραφής. με άλλο νομοθετικό καθεστώς υποστηριζόταν το ίδιο και όταν επρόκειτο για μη οριστικές αποφάσεις. είναι επιεικής. 560 § 1. εξοφλήσεως κ. αίτησή του περί παροχής έννομης προστασίας ή έγινε. και δέχεται την ένσταση συμψηφισμού ή άλλη (γνήσια) ένσταση που στηρίζεται σε αυτοτε13. από την παράνομη και μη προσήκουσα επιβολή ή κατανομή του βάρους της αποδείξεως. Αυτό συμβαίνει: αα) Όταν η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο εναντίον του.χ. 574 § 2.λπ. απορρίπτεται μία ή περισσότερες από τις βάσεις ή από τις σωρευόμενες ή από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές κ. σε διαφορές που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων κ.λπ. γ) Τρίτη τέλος άποψη δέχεται. π. Πρβλ. Στο παρελθόν.χ. σε δίκες δημοσίας τάξεως.λπ. Βλάβη θεωρείται. όπως και σε γαμικές διαφορές. ) αποδέχθηκε την απόφαση που προσβάλλεται ή παραιτήθηκε από το δικαίωμα της ασκήσεώς τους15.δ. γγ) Αμφισβητείται το ζήτημα. μέχρι κάποιου σημείου αμφισβητείτο στην Ελλάδα το ζήτημα. η μεταξύ των διαδίκων σε δίκη περί διαζυγίου ή ακυρώσεως γάμου συμφωνία για παραίτηση και των δύο ή του ενός από αυτούς από την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά αποφάσεως που εκδόθηκε είναι ανίσχυρη.§ 286 – Ορισμός. Πρβλ. 606 (625) ΚΠολΔ. επιτρέπεται αποδοχή της αποφάσεως και παραίτηση από τα ένδικα μέσα. σε συνδυασμό με την πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη και τους γενικούς ορισμούς του ΚΠολΔ περί παραιτήσεως και αποδοχής 15. εφεσίβλητος κ. εφόσον ο ενδιαφερόμενος (διάδικος κ. Γι' αυτό. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Ι § 194. Δικαιολογητικός λόγος. Σύμφωνα με το άρθρ. ΣΤ) Η άσκηση ενδίκων μέσων αποκλείεται. η παραίτηση που γίνεται μετά την έκδοση της αποφάσεως σε τέτοιες δίκες από την άσκηση ενδίκου μέσου ή από το ένδικο μέσο που ήδη ασκήθηκε είναι ισχυρή. οι διάδικοι δικαιούνται να παραιτηθούν από τα ένδικα μέσα μόνο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως. Το ζήτημα λύθηκε μερικά με το ν. 1 αυτού. 592 §1 (δηλαδή τις γαμικές διαφορές). έχει έννομο συμφέρον για άσκηση ενδίκου μέσου. Ο ΚΠολΔ δεν περιέχει παρόμοια διάταξη (άλλωστε έχει καταργηθεί και η διάταξη του ΚΠολΔ που προέβλεπε την πνευματική λύση του γάμου ως διαδικασία που επακολουθούσε της εκδόσεως της περί διαζυγίου δικαστικής αποφάσεως). ενώ σύμφωνα με την άποψη του ιδίου θα έπρεπε ν' απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη ή πραγματικά ανυπόστατη. Δικαιολογητικός λόγος της παραδοχής της αρχής αυτής είναι η σκέψη του νομοθέτη ότι δεν είναι ορθό και σκόπιμο να αναταράσσεται κατά τις περιπτώσεις αυτές το παρελθόν. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Υπό το προγενέστερο δίκαιο. Ήδη η διάταξη του άρθρ. στο οποίο παραπέμπει και το άρθρ. Η διάταξη που αναφέρεται παραπάνω του άρθρ.λπ. 1909/1942 όριζε περαιτέρω. . Εξαίρεση ισχύει σε όσες περιπτώσεις δεν επιτρέπεται τέτοια αποδοχή ή παραίτηση.λπ. 1909/1942. Αντίθετα. Γενικές αρχές 17 λές δικαίωμα.λπ. 1 του ν.δ. ΚΠολΔ 289 (312). απορρίφθηκε ως άκυρη ή απαράδεκτη. ορίζει σχετικά ότι για τις διαφορές στο άρθρ. και παραπάνω τ. ότι η υποβολή από τον διάδικο ή από τον πληρεξούσιό του στη δίκη δικηγόρο της αποφάσεως που εκδόθηκε για διάζευξη προκειμένου να ακολουθήσει η από την εκκλησιαστική αρχή πνευματική λύση του γάμου εμφαίνει αποδοχή της αποφάσεως αυτής και αποκλείει την μετέπειτα προσβολή με ένδικο μέσο. καμμιά φορά δε και καλόπιστων τρίτων. αν ο εναγόμενος. 614 (635) §1 ΚΠολΔ ως προς τις διαφορές που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων. πάνω στο οποίο είναι ενδεχόμενο να στηρίχθηκαν νέες καταστάσεις και δικαιώματα των ενδιαφερόμενων. αν σε δίκες που ενδιαφέρουν την δημόσια τάξη. και μάλιστα για διαζύγιο και ακύρωση γάμου. στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αγωγή ή η έφεση κ. 20. ε) Ο κανόνας (και η απαγόρευση) δεν ισχύει. όταν βα) άλλος διάδικος ασκεί το δεύτερο ένδικο μέσο κατά της ίδιας αποφάσεως. γ) Ο κανόνας ισχύει.. για την οποία ενδιαφέρεται η δημόσια τάξη17. Ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή. στα περί των ενδίκων μέσων για το καθένα χωριστά. μπορεί να γίνει και σιωπηρά. 17. Δικαιολογητικός λόγος. Δ) Ο κανόνας (και η απαγόρευση) ισχύει. όταν ο ίδιος διάδικος ασκεί το ίδιο κατ’ είδος και από απόψεως νομικού χαρακτηρισμού ένδικο μέσο. Αμφισβητείται το ζήτημα. αυτές δεν επιτρέπονται. Για τις υπόλοιπες δίκες δημόσιας τάξεως. το ζήτημα του επιτρεπτού της παραιτήσεως ή αποδοχής έχει. όταν 16. 18. 294 (307) επ. όταν πρόκειται γι' αναίρεση. κατά την ορθότερη γνώμη. στη συνέχεια παραιτήθηκε ήδη από το δικονομικό δικαίωμα ασκήσεως αυτού του ενδίκου μέσου. εφόσον ο ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις. κάθε φορά που το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή αβάσιμο. ββ) ο ίδιος διάδικος ασκεί διαφορετικό ένδικο μέσο κατά της ίδιας αποφάσεως. . όταν εκδόθηκε απόφαση επί της βασιμότητας του πρώτου ενδίκου μέσου. δεν υιοθετεί συνήθως την διάκριση αυτή. δηλαδή. Τα πιο πάνω εφαρμόζονται τόσο σε παραίτηση από το δικαίωμα για άσκηση ενδίκου μέσου. εκτός από τις παραπάνω αναφερόμενες. ιδιαίτερα του Α. Η νομολογία. θα πρέπει. ΚΠολΔ 541 (532) 541 (559) 555 (573). να γίνεται δεκτό. Βλ. όταν ο διάδικος που άσκησε το πρώτο ένδικο μέσο. Βλ.18 § 286 – Ορισμός. 19. όσο και σε ανάκληση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε (παραίτηση από το δικόγραφο σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποιείται στην πράξη). Ι § 194. Απαρίθμηση & διακρίσεις. εφόσον οδηγούν σε ανατροπή της σχέσεως. Γενικές αρχές των άρθρ. και πιο κάτω §§ 287 επ. ότι η μεν παραίτηση από τα ένδικα μέσα μπορεί να γίνει μόνο ρητά και μάλιστα κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο. Βλ.Π. όχι όμως και όταν απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους (λόγω ακυρότητας κλπ. Στη νεώτερη δικονομική θεωρία έχουν υποστηριχθεί και οι ακόλουθες επί μέρους απόψεις ως προς τα υποκειμενικά και αντικειμενικά όρια της εκτάσεως εφαρμογής του ως άνω δικονομικού κανόνος της «άπαξ» ασκήσεως των ενδίκων μέσων: α) Ο κανόνας αυτός ισχύει. β) Ο κανόνας δεν ισχύει επομένως. εάν τα ίδια ισχύουν και ως προς την αναίρεση20. γι' αυτά παραπάνω τ. κατ’ άρθρα 298 και 299 ΚΠολΔ. του ΚΠολΔ16. υποσημ. βγ) ο ίδιος διάδικος ασκεί το δεύτερο ένδικο κατά διαφορετικής αποφάσεως. Βλ.Ι § 194. 19. Ζ) Μία φορά μόνο επιτρέπεται στον καθένα από τους διαδίκους η άσκηση του ίδιου ενδίκου μέσου κατά της ίδιας αποφάσεως18. η δε αποδοχή της αποφάσεως αλλά και των ενδίκων μέσων. όπως και πριν.)19 ή έλαβε χώρα ανάκληση αυτού (παραίτηση από το δικόγραφο αυτού). νομίζουμε. και παραπάνω τ. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Η) Περισσότερα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά της ίδιας αποφάσεως δεν μπορούν ν' ασκούνται συγχρόνως και σωρευτικά. σκόπιμο είναι να προηγείται η συζήτηση της αναψηλαφήσεως και να επακολουθεί η της αναιρέσεως. Ν. 711. που ισχύει σήμερα. Γίνεται όμως δεκτό ότι. 607. Κ. Γενικές αρχές 19 το πρώτο ένδικο μέσο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο γενικά ή ως τυπικώς άκυρο (με την προϋπόθεση εν προκειμένω. με την προϋπόθεση και εδώ ότι δεν έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου21. 1.§ 286 – Ορισμός. Ο κανών της άπαξ μόνον ασκήσεως των ενδίκων μέσων. 23. ΚΠολΔ 515 (533) 539 (557) § 1 553 (571) § 1 Σχ. 533. 712. δεν προβλέπεται κάποια χρονική προτεραιότητα υποχρεωτικής μορφής μεταξύ της ασκήσεως αυτών. Ως προς τη σειρά ασκήσεως στο πεδίο των τακτικών ενδίκων μέσων –δηλαδή της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως– ήδη με βάση το αστικό δικονομικό δίκαιο. Είναι δεδομένο ότι ζήτημα προτεραιότητας μεταξύ ανακοπής ερημοδικίας και 21.Ε. 816. Με βάση αυτή τη σειρά τα τακτικά ένδικα μέσα προηγούνται των εκτάκτων. δεν υπάρχει τέτοια προτεραιότητα μεταξύ αναψηλαφήσεως και αναιρέσεως. ΠολΔ Σ. passim και ειδικά σελ. σε περίπτωση παράλληλης ασκήσεως αυτών. ειδικότερα δε η ανακοπή ερημοδικίας και η έφεση προηγούνται της αναψηλαφήσεως και η τελευταία της αναιρέσεως23. 343-346. 22. 605. 756 εδ. χωρίς πλέον να είναι απαραίτητο να προηγηθεί χρονικά οπωσδήποτε η άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας ή να πρέπει να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αυτής ή να πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας. 520 εδ. 790. 552. Δηλαδή οι ερήμην αποφάσεις προσβάλλονται από τη δημοσίευσή τους τόσο με ανακοπή ερημοδικίας. που επικρατούσε στο προγενέστερο δίκαιο. ΠολΔ 582. . 3. Επομένως και για να μην απωλεσθεί ή να μην παρέλθει τελικά άπρακτη ή προθεσμία ασκήσεως εφέσεως είναι επιτρεπτή η σωρευτική άσκηση κατά ερήμην αποφάσεως τόσο ανακοπής ερημοδικίας όσο και εφέσεως με την αυτονόητη προϋπόθεση βέβαια ότι η άσκηση εφέσεως θα ασκείται επικουρικά και ότι η εκδίκαση της εφέσεως θα ορισθεί ή θα αναβληθεί για ένα μεταγενέστερο χρονικό σημείο. η οποία ενδεχομένως μπορεί να έχει καταστεί χωρίς αντικείμενο ή περιττή. 3. Σύμφωνα με κάποια γνώμη. 752 εδ. Αθήναι. αλλά μόνο διαδοχικά και σύμφωνα με τη σειρά που ορίζεται από το νόμο22. Κρητ. όσο και με έφεση. ιδιαίτερα στην νομολογία. στ) Ο κανόνας (και η απαγόρευση) δεν ισχύει επίσης. Βλ. 605 Α. οι οποίες μπορούν ν' ασκούνται παράλληλα και ανεξάρτητα από σειρά. ώστε εν τω μεταξύ να έχει αποφανθεί το αρμόδιο δικαστήριο επί της ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. ότι δεν έχει παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκου μέσου). Δικαιολογητικός λόγος.Ε. Κλαμαρή. 1981. 579. όταν ο διάδικος που άσκησε το πρώτο ίδιο ένδικο μέσο στη συνέχεια παραιτήθηκε ήδη από το δικόγραφο του ασκηθέντος πρώτου ενδίκου μέσου (δηλαδή ανακάλεσε το πρώτο ένδικο μέσο). 557 § 1 ΠολΔ 515 εδ. 1 785. ν' ασκούνται και πριν από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται και μέσα στην ίδια την ημέρα της δημοσιεύσεώς της26. επιτρέπεται η σύγχρονη ή σωρευτική άσκηση περισσότερων ένδικων μέσων. Α΄ ημίτομος2 (ενημέρωση 1991). Βλ. Δικαιολογητικός λόγος.) και αυτό. Θ) Τα ένδικα μέσα πρέπει να ασκούνται εντός της προθεσμίας που ορίζεται από το νόμο για το καθένα από αυτά (αποκλειστικής ή ανατρεπτικής). Θ. α) Παλαιότερα συζητήθηκε κατ' επανάληψη το θεωρητικό ιδιαίτερα ζήτημα.20 § 286 – Ορισμός. κατά κάποια γνώμη. 516.Ε. σύμφωνα και με το τότε ισχύον άρθρο 513 § 1 εδ. εάν το δεύτερο κ. Πριν όμως από το Ν. αποφάσεως από το ένδικο μέσο που ασκήθηκε αρχικά και από το επόμενο ένδικο μέσο. 616 § 5 Α. 289. β΄ ΚΠολΔ24. Μπορούν. και.λπ. 584 § 7. με επιμέλεια Ν. Επιτροπή Αστικού Δικονομικού Δικαίου. 555 § 5. Αθήναι. Απαρίθμηση & διακρίσεις.λπ. 290. Ράμμου. σελ. β) Κατ' εξαίρεση. §§ 288. εξάλλου. αναψηλαφήσεως και αναιρέσεως25. ότι επί μεν των ερήμην αποφάσεων που είχαν εκδοθεί κατά την πρώτη συζήτηση ήταν επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως εφόσον δεν συγχωρείται πλέον ανακοπή ερημοδικίας. . Κ. Για το ζήτημα αυτό γίνεται ειδικότερα λόγος στα περί εφέσεως. από αυτά ασκείται επικουρικά ή επιβοηθητικά δηλαδή υπό την αίρεση της απορρίψεως του προηγούμενου ως απαράδεκτου (εκπρόθεσμου κ.λπ. 26. 25. αλλ' αρκεί η αδυναμία της ασκήσεως αυτού λόγω αποδοχής. ΚΠολΔ 499 (516) Σχ. 2145/1993 με βάση την τότε ισχύουσα ρύθμιση του ΚΠολΔ τόσο ως προς την ανακοπή ερημοδικίας. Από αυτό προκύπτει. 126/127. Κλαμαρή. 972 και 981)˙ επίσης Γ. η 24. Δεν είναι όμως απαραίτητη για το παραδεκτό κάποιου ενδίκου μέσου η άσκηση πρώτα του αμέσως προηγούμενου. τ.λπ. οι οποίες μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση και όχι σχετικά με την προσβολή των κατ’ αντιμωλίαν δικαστικών αποφάσεων. όσο και ως προς την έφεση προβλεπόταν. σελ. λόγω παραιτήσεως. 1980. επειδή οι τελευταίες μπορούν ούτως ή άλλως να προσβληθούν από πλευράς τακτικών ενδίκων μέσων μόνο με έφεση (και όχι με ανακοπή ερημοδικίας).Ε. ενώ επί των ερήμην αποφάσεων που είχαν εκδοθεί σε μεταγενέστερη συζήτηση ήταν επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως από τη δημοσίευσή τους. Θ. Βλ. ότι η άσκηση ενός ενδίκου μέσου κατά μιας αποφάσεως από κάποιο διάδικο αποκλείει κατ’ αρχήν την άσκηση άλλου ενδίκου μέσου από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας αποφάσεως. Β΄. εάν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων πριν από την έκδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται. για να μη διατρέχει διαφορετικά ο διάδικος τον κίνδυνο να εκπέσει με την πάροδο της προθεσμίας στο μεταξύ και μέχρι της εκδόσεως οριστικής κ. Ράμμου. την πρώτη έκδοση του εγχειριδίου αυτού (Γ. Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου. 539 § 3. παρελεύσεως της προθεσμίας κ.ΠολΔ Σ. 957/958. Γενικές αρχές εφέσεως τίθεται μόνο σχετικά με την προσβολή των ερήμην δικαστικών αποφάσεων. 3772/2009 (άρθρο 50 § 1). 533 Α. 512 § 2. ο τρόπος της τηρήσεως του οποίου και οι λεπτομέρειες ορίζονται με διάταγμα. με αναφορά και στον λατινικό τεχνικό όρο του ρωμαϊκού δικαίου. Βλ. 513 του ΚΠολΔ βιβλίων ένδικων μέσων». 30. Απαρίθμηση & διακρίσεις. .Ε. δ) Στο δικόγραφο που κατατέθηκε γίνεται ση27. 512 § 1. 532 § 1 Α. αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα29. 3811/2009 (άρθρο 22).Ε. σύμφωνα με τον ΚΠολΔ28. Δικαιολογητικός λόγος.ΠολΔ Σ. τους λόγους. Άρθρο 495 (512) § 1 ΚΠολΔ. πρέπει να αναφέρει την απόφαση που προσβάλλεται. γ) Κατά το άρθρ. σχετικά και τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 23 Ν. β) Ο αρμόδιος υπάλληλος της γραμματείας συντάσσει για την κατάθεση έκθεση στο βιβλίο που τηρείται από αυτή και υπογράφεται από τον υπάλληλο και από εκείνον που καταθέτει30 το δικόγραφο. 564/1968 «για τον τρόπο τηρήσεως των κατά το άρθρ. β) Υπό τον ΚΠολΔ και γενικά υπό το δίκαιο που ισχύει. της εφέσεως. ΚΠολΔ 495 (512) § 2 Σχ. IA) Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας. §§ 287 . η οποία αφορά όχι μόνο τους διαδίκους και εκείνους που έχουν οπωσδήποτε σχέση με τη δίκη. και β. ξεχωριστό για το καθένα από τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στο άρθρ. 513. Πολ.Δ Σ. 29. οι οποίοι αργότερα πρόκειται να συναλλαγούν σε σχέση με το τωρινό επίδικο περιουσιακό στοιχείο και ενδιαφέρονται να γνωρίζουν την τύχη της δίκης κατά τα διάφορα στάδια αυτής. με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας. 3994/2011. όπως προκύπτει από τις διατάξεις που αναφέρονται πιο πάνω. τα ένδικα μέσα ασκούνται στο δικαστή/δικαστήριο «Iudex a quo» –δηλαδή σε εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση– και όχι στο δικαστή/δικαστήριο «Iudex ad quem». Ο τρόπος που εκτέθηκε ασκήσεως ένδικων μέσων κρίθηκε προτιμητέος έναντι του τρόπου που ίσχυε πριν κατά την αρχική διατύπωση της ΠολΔ του 1834 μ' επίδοση και καταχώριση σε ειδικό βιβλίο.δ. 28.§ 286 – Ορισμός.ΠολΔ Σ.Ε.Ε. δεν μπορεί να γεννηθεί παρόμοιο ζήτημα. Ο τρόπος αυτός εξασφαλίζει καλύτερα την δημοσιότητα της ασκήσεως των ένδικων μέσων. 3811/2009 και 72 §§ 2 και 4 Ν. της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως ασκούνται. Σχ.290. 532 § 2 Α. 495 § 1. για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο (δηλαδή τα παράπονα κατά της αποφάσεως που προσβάλλεται) και το αίτημα. και το Ν. Ι) Για το ζήτημα. Γενικές αρχές 21 λεγόμενη «τυφλή» άσκηση ένδικων μέσων ή η άσκηση τυφλού ενδίκου μέσου. 31. Ειδικότερα: α) Το δικόγραφο αυτό. 496 (513) ΚΠολΔ31. Βλ.Ε. από ποιον πρέπει να ασκούνται και εναντίον ποίου πρέπει να απευθύνονται τα ένδικα μέσα σε περίπτωση απλής και αναγκαστικής ομοδικίας γίνεται λόγος σε όσα εκτίθενται στα κεφάλαια που ακολουθούν για το καθένα ξεχωριστά από τα ένδικα μέσα27. όπως ισχύει μετά το Ν. δηλαδή σε εκείνο που θα εκδικάσει το ένδικο μέσο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. από την γραμματεία των δικαστηρίων τηρείται βιβλίο. αλλά και τους τρίτους. Βλ. Δηλαδή. εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου. ΚΠολΔ 495 (512) § 1 Σχ.Ε. ενενήντα ημέρες πριν από τη συζήτηση37. είτε αυτοτελώς και κοινοποιείται σύμφωνα με το κοινό δίκαιο. όπως ισχύει μετά το Ν. Όσα εκτέθηκαν 32. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Ο αντίστοιχος προσδιορισμός δικασίμου προκειμένου για εφέσεις κατά αποφάσεων των πολυμελών και μονομελών πρωτοδικείων που εκδικάζονται στις μεταβατικές έδρες των εφετείων της περιφερείας του. Βλ. κατά το άρθρ. προσκομίζοντας αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε και της αποφάσεως που προσβάλλεται. Άρθρο 497 (514) ΚΠολΔ. η δε εγγραφή στο πινάκιο είναι αναγκαία μόνο για την συζήτησή της.ΠολΔ Σ. Άρθρο 498 (315) § 2 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά το Ν. όπως και στην αγωγή. εάν δε ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Γενικές αρχές μείωση του αύξοντα αριθμού της εκθέσεως και της χρονολογίας αυτής. ε) Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της αναψηλαφήσεως κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων μπορούν να ασκηθούν και προφορικά. στ) Μόνη η κατάθεση του δικογράφου του ενδίκου μέσου σύμφωνα με τα ανωτέρω αρκεί προκειμένου να τελειωθεί η άσκηση του ενδίκου μέσου –δηλαδή η άσκηση των ενδίκων μέσων τελειούται ή άλλως ολοκληρούται με μόνη την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση– χωρίς να απαιτείται επιπλέον. αφού συνταχθεί έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 49633. Ως προς την προθεσμία κλητεύσεως ισχύει και εν προκειμένω η ίδια προθεσμία που προβλέπεται και στο άρθρ. 532 § 3 Α. 3994/2011 (άρθρο 43 § 2). Ως προς αυτό διαφέρει η άσκηση ένδικων μέσων από την έγερση της αγωγής. 17. και να καλέσει τον αντίδικο για συζήτηση αυτού. γίνεται κατ’ εντολήν του οικείου προέδρου εφετών από τον προϊστάμενο του πρωτοδικείου τούτου36. Άρθρο 498 (515) § 1 εδ. 512 § 3. ΙΒ) Μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου.22 § 286 – Ορισμός. Η κλήση γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του ενδίκου μέσου που κατατέθηκε. ο καθένας από τους διαδίκους δικαιούται. όπως ισχύει μετά το Ν. 226 (229) ΚΠολΔ. κοινοποίηση/επίδοση αντιγράφου του ενδίκου μέσου που κατατέθηκε στον αντίδικο35. Το πρωτότυπο του ενδίκου μέσου ή η έκθεση που συντάχθηκε φυλάσσονται στο αρχείο του δικαστηρίου34. να ζητήσει τον προσδιορισμό δικασίμου από τη γραμματεία του δικαστηρίου. η προθεσμία αυτή είναι εξήντα ημέρες. 3994/2011 (άρθρο 43 § 3). 34. Ι § 176. ΚΠολΔ 495 (512) § 3 Σχ. Βλ. η οποία βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση32. ως πράξη ασκήσεως αυτών. σημ. .Ε. και η επίδοση αυτής. εκτός από την κατάθεση. 228 (232) ΚΠολΔ. 36. 35. Δηλαδή. 37. Ο προσδιορισμός δικασίμου γίνεται κατά τα λοιπά. β ΚΠολΔ. στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. πιο πάνω τ. 33. 2915/2001 και 2943/2002). με την οποία είναι απαραίτητη. Δικαιολογητικός λόγος.Ε. § 176. ανατρέχουν στο παρελθόν και μάλιστα στον χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως που προσβάλλεται.λπ. VΙ) Διάκριση παραδεκτού και βασιμότητας ενδίκων μέσων. ΠολΔ Σ. 38. (την) ανακοίνωση κ. 535 Α. η έναρξη των αποτελεσμάτων τους δεν εξαρτάται από την εισαγωγή τους για συζήτηση. 39. έτσι και στα ένδικα μέσα διαφέρουν. αλλά και. 41. αυτό το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο και δεν μπορεί να ασκηθεί. 40. η προθεσμία και η άσκηση των ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της αποφάσεως που προσβάλλεται41. εξαιτίας των αντίστοιχων συνεπειών των προθεσμιών των ενδίκων μέσων ξεχωριστά (κυρίως των τακτικών)..Ι. (την) ανταγωγή. εάν δε παρά ταύτα ασκηθεί. ή λείπει μία τουλάχιστον.§ 286 – Ορισμός. ΙΔ) Σε δίκες για την εκτέλεση (στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την προσωπική κράτηση). Εξάλλου. ΚΠολΔ 937 (999). όπως παρακάτω εκτίθεται. Α) Εάν δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του παραδεκτού κάποιου ενδίκου μέσου που απαιτούνται κάθε φορά. κατά κανόνα. Ο τρόπος ασκήσεως των ενδίκων μέσων που εκτέθηκε δεν ισχύει. όπως στην περίπτωση επελεύσεως των συνεπειών της ασκήσεως της αγωγής40. δεν έχουν τα αποτελέσματα αυτά αναδρομική δύναμη από τυπική άποψη. 515.Ε. ΠολΔ Σ. απορρίπτεται ως απαράδεκτο ή δεν επιτρέπεται όχι μόνο ύστερα από πρόταση του αντιδίκου που το άσκησε. και παραπάνω τ. παραπάνω τ. ΙΓ) Κατά συνεπή ακολουθία με όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω για τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων. ή. ότι τα αποτελέσματα της ασκήσεως των ενδίκων μέσων αρχίζουν από τη σύνταξη της εκθέσεως της καταθέσεως αυτών. και πρέπει αντιστοίχως να διακρίνονται. Δικαιολογητικός λόγος. και παρακάτω τ. ή διαφορετικά αν λείπει μία τουλάχιστον προϋπόθεση του επιτρεπτού αυτού. από την επίδοσή τους.Ε. Γενικές αρχές 23 εφαρμόζονται και σε προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου38. Βλ. Βλ.Ε. ΙΙΙ στα περί αναγκαστικής εκτελέσεως. αφενός οι προϋποθέσεις του παραδεκτού ή επιτρεπτού και αφετέρου οι προϋποθέσεις της βασιμότητας των κατ’ ιδίαν ενδίκων μέσων. Απαρίθμηση & διακρίσεις. σε διαιτησία. μολονότι ουσιαστικά. σε πολλές περιπτώσεις. Ι § 177. Όπως όταν πρόκειται για (την) αγωγή. (την) παρέμβαση (κύρια και πρόσθετη). Για το λόγο αυτό. ΚΠολΔ 498 (515) Σχ. Επομένως. . (την) προσεπίκληση. αυτεπάγγελτα από το δικαστή. από τη στιγμή που προβλέπεται η άσκησή τους από τη συμφωνία περί διαιτησίας κ. όπως στη συνέχεια αναπτύσσεται. ο ΚΠολΔ39 ορίζει. 536 Α. εάν δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της βασιμότητας ενός ενδίκου μέσου που καθορίζονται από το νόμο για κάθε περίπτωση. Πρβλ.Ε. 517.λπ. ΚΠολΔ 500 (517) Σχ. Β) Στην πρώτη κατηγορία υπάγεται π. το ένδικο μέσο είναι αβάσιμο και δεν μπορεί να γίνει δεκτό (κατ' ουσία). γ) Η απόφαση που αποφαίνεται για το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου. ή κάθε φορά που κάποια προϋπόθεση του παραδεκτού εξαρτάται από γεγονός που πραγματοποιείται εξαιτίας πρωτοβουλίας ή αιτήσεως των διαδίκων ή από γεγονός που δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δίκης και τα πραγματικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου. Δικαιολογητικός λόγος. όπως και στους οικείους τόπους αναφέρεται. ενώ στην δεύτερη κατηγορία κατατάσσεται η ύπαρξη νομικού ή πραγματικού σφάλματος στην απόφαση που προσβάλλεται. Απαρίθμηση & διακρίσεις.24 § 286 – Ορισμός. η οποία. συνήθως υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστή. Έτσι έχει π. εξάλλου των παραπόνων που διατυπώνονται με το ένδικο μέσο εξετάζεται και λαμβάνεται υπόψη κατά κανόνα και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. όταν είναι τελεσίδικη από την έκδοσή της ή όταν καταστεί τελεσίδικη. Η απόφαση αυτή. οπότε αν δεν τηρήθηκε η προθεσμία και το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως. Διαφορετικά έχει το πράγμα. η οποία αποφαίνεται για το νομικά ή πραγματικά αβάσιμο του ενδίκου μέσου και απορρίπτει ή δέχεται αυτό και αντίστοιχα και ανάλογα (απορρίπτει ή δέχεται) την αίτηση περί παροχής έννομης προστασίας ολικά ή μερικά. κάθε φορά που προέρχεται αμέσως από το νόμο. αλλά και πρακτική σημασία. απορρίπτεται για ουσιαστικούς λόγους. αν ασκηθεί δε ενδεχομένως παρ' αυτού. όπως λέχθηκε. τότε τούτο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. αρχίζει συνήθως από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται. Εξαίρεση ισχύει. β) Το αβάσιμο. Γενικές αρχές από αυτές. παράγει δεδικασμένο. η οποία είναι ή καθίσταται τελεσίδικη. εάν ανάγεται στην ουσία της υποθέσεως. Γ) Η διαφορά και διάκριση μεταξύ του παραδεκτού και της βασιμότητας κάποιου ενδίκου μέσου έχει όχι μόνο θεωρητική. οπότε αντίστοιχα αν στη δικαστική απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο δεν έχει εμφιλοχωρήσει κάποιο νομικό ή πραγματικό σφάλμα τότε το συγκεκριμένο ένδικο μέσο απορρίπτεται ως αβάσιμο. οπότε πρέπει να προβάλλεται το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και να διατυπώνεται από τον διάδικο που έχει έννομο συμφέρον το αντίστοιχο κατά νόμο αίτημα. κάθε φορά που το απαράδεκτο προέρχεται από την αποδοχή της αποφάσεως που προσβάλλεται ή από την παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου. αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις. η άσκηση του ενδίκου μέσου εντός της προθεσμίας που τάσσεται από το νόμο. όταν πρόκειται για οριστική ή τελειωτική απόφαση.χ. παράγει πλήρες και κανονικό ουσιαστικό δεδικασμένο ως προς την αίτηση περί παροχής έννομης προ- .χ. ενώ διαφορετικά έχει το πράγμα. α) Το απαράδεκτο της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εξετάζεται και λαμβάνεται. αλλά μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε και όχι ως προς την ουσία της υποθέσεως. το πράγμα ως προς την προθεσμία της ασκήσεως ενδίκου μέσου. αν και κρίνει εκ πρώτης όψεως απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Βλ. Μόνο εάν διαπιστωθεί η συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του επιτρεπτού του ενδίκου μέσου που φέρεται υπό την κρίση του δικαστηρίου. αν ήθελε να θεωρηθεί παραδεκτό. νομίζουμε. Γενικές αρχές 25 στασίας κ. Δεν έχει όμως έτσι το πράγμα κάθε φορά που κρίνονται βάσιμοι ένας ή περισσότεροι από τους λόγους που διατυπώνονται ως προς την ορθότητα της προσβαλλομένης δικαστικής αποφάσεως από νομική ή πραγματική πλευρά.§ 286 – Ορισμός. Ε) Στην προπαρασκευαστική από το δικαστήριο διαδικασία της εκδόσεως της αποφάσεως (πρέπει να) προηγείται η εξέταση και ο σχηματισμός κρίσεως για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε42 και να επακολουθεί η έρευνα για τη βασιμότητά του. Δικαιολογητικός λόγος. εάν επιτρέπεται το ένδικο μέσο που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που προσβάλλεται και εάν ασκήθηκε από πρόσωπο που νομιμοποιείται γι' αυτό και μάλιστα να εξετάζεται η συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων. από τη μία ως απαράδεκτο. επιτρέπεται να εκδοθεί απόφαση. Δ) Είναι ολοφάνερο και προκύπτει εύκολα από όσα εκτίθενται πιο πάνω. πρέπει να συντρέχουν αφενός οι προϋποθέσεις του παραδεκτού και αφετέρου η βασιμότητά του. συνήθως τουλάχιστον. μπορεί και πρέπει να απορρίπτεται αυτό χωρίς. ΣΤ) Ανάλογη γενικά αντιδιαστολή προς την διάκριση και διαφορά που εκτέθηκε μεταξύ του παραδεκτού και της βασιμότητας κάθε ενδίκου μέσου υπάρχει και πρέπει να γίνεται μεταξύ του παραδεκτού και της βασιμότητας των κατ’ ιδίαν λόγων ή 42. . §§ 148 επ. η οποία δέχεται αφενός ότι είναι απαράδεκτο και γι' αυτό το λόγο απορριπτέο το ένδικο μέσο και αφετέρου ότι. κάποια δυσχέρεια. κατ' εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας. προχωρεί αυτό στην εξέταση και κρίση περί της βασιμότητάς του. Δεν αποκλείεται κατ' εξαίρεση όπως. Εννοείται ότι αυτό δεν επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας ή άλλης σχετικής προς την πορεία της υποθέσεως κυρώσεως. Τέτοια αίρεση είναι. Συνήθως πρέπει να εξετάζεται. το δικαστήριο. επειδή έχει ως προς αυτό κάποιες αμφιβολίες για το απαράδεκτο. Σε μια τέτοια περίπτωση. δηλαδή την τελική και ουσιαστική παραδοχή αυτού. άλλη περαιτέρω έρευνα ως προς την ουσία της υποθέσεως. να εισέλθει στην εξέταση της βασιμότητας των λόγων που προβάλλονται με το ένδικο μέσο. Εάν διαπιστωθεί η έλλειψη μίας τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ασκήσεως ενός ενδίκου μέσου. είναι βάσιμοι οι λόγοι του και γίνεται δεκτό. εάν υπό τις συνθήκες αυτές. Ι. από την άλλη ως αβάσιμο. οπότε δεν γεννιέται.λπ. ότι για την επιτυχία της ασκήσεως κάθε ενδίκου μέσου. ανεπίτρεπτη ενόψει και των όσων εκτίθενται παραπάνω για το επιτρεπτό ή μη της προσθήκης αιρέσεων στις διαδικαστικές πράξεις43. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Είναι αμφίβολο. κατά κανόνα. 43. είναι ενδεχόμενο το δικαστήριο να καταλήγει στην απόρριψη του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε. παραπάνω τ. επιτρέπονται ή ακριβέστερα μπορούν να προβληθούν περισσότεροι ή λιγότεροι λόγοι. που προβάλλονται με κάθε ένδικο μέσο. διαφορετικά απαράδεκτος. Εξαίρεση ισχύει. Στη σειρά της έρευνας αυτής προηγούνται συνήθως οι λόγοι που στηρίζονται σε παράβαση ή μη τήρηση κάποιας δικονομικής διατάξεως και ακολουθούν λόγοι που αφορούν την ουσία της υποθέσεως νομικής ή πραγματικής φύσεως. ότι πρέπει ν' απορριφθεί ο καθένας από τους λόγους που διατυπώνονται. που έχουν ασκηθεί ξεχωριστά ή σε περίπτωση ασκήσεως ανταγωγής. εξάλλου. Εάν όμως μόνο η αιτιολογία είναι εσφαλμένη. . β) Εάν κάποιος λόγος μπορεί να προταθεί σύμφωνα με το νόμο με βάση το περιεχόμενό του και προβάλλεται κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. αα) ή σε περίπτωση σωρεύσεως αγωγών (αντικειμενικής ή υποκειμενικής) ή συνεκδικάσεως περισσότερων αγωγών. στ) Αν γίνει δεκτός ένας λόγος. επακολουθεί ο έλεγχος της βασιμότητάς του. Απαρίθμηση & διακρίσεις. ββ) κάθε φορά που υπάρχει ειδικό έννομο συμφέρον ενός από τους διαδίκους προς αυτό. εξετάζονται κατά την σειρά που εκτέθηκε οι λοιποί λόγοι και ανάλογα του πορίσματος που συνάγεται. οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερα κεφάλαια. αλλά το συμπέρασμα ορθό. ε) Αν κριθεί. περιττεύει συνήθως η εξέταση των άλλων λόγων που τυχαίνει να υπάρχουν.χ.290 στα περί των ενδίκων μέσων για το καθένα χωριστά. Τόσο το παραδεκτό όσο και η βασιμότητα των λόγων ξεχωριστά κρίνεται αντικειμενικά και όχι μόνο με βάση τη σχετική προς το θέμα ή το ζήτημα αιτιολογία της αποφάσεως που προσβάλλεται. ενώ αντικαθίσταται η εσφαλμένη αιτιολογία με άλλη ορθή αιτιολογία44. Δικαιολογητικός λόγος.26 § 286 – Ορισμός. δ) Εάν κάποιος από τους λόγους του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου θεωρηθεί απαράδεκτος. Εάν. Γενικές αρχές παραπόνων. κύριας ομοδικιακής πρόσθετης παρεμβάσεως ή και προσεπικλήσεως και γενικά σε περίπτωση αποφάσεων. παρακάτω §§ 287 . ο λόγος αυτός χαρακτηρίζεται ως βάσιμος. απορρίπτονται ή γίνονται δεκτοί και στη συνέχεια και το ένδικο μέσο. εξετάζεται εάν το παράπονο που προβάλλεται με το λόγο αυτό είναι δικαιολογημένο ή όχι. θεωρείται παραδεκτός. Βλ. α) Ανάλογα με το είδος κάθε ενδίκου μέσου και ιδίως εν όψει της διακρίσεως των ενδίκων μέσων σε τακτικά και έκτακτα. τα παράπονα που διατυπώνονται για κάποιους από τους λόγους κάποιου ενδίκου μέσου είναι ορθά. 44. προς αποτροπή της δημιουργίας (δυσμενούς) δεδικασμένου από την εσφαλμένη κρίση. Στην πρώτη περίπτωση ο λόγος γίνεται δεκτός και αντιστοίχως κατά την έκταση και τη σημασία αυτού γίνεται δεκτό και το ένδικο μέσο ολικά ή μερικά. απορρίπτεται ο σχετικός λόγος. π. γ) Και εδώ προηγείται η εξέταση του παραδεκτού καθενός από τους λόγους που προβάλλονται καθενός ξεχωριστά ενδίκου μέσου. απορρίπτεται χωρίς παραπέρα έλεγχο της βασιμότητάς του. ενώ στην δεύτερη περίπτωση απορρίπτονται και τα δύο ολικά ή μερικά. και μόνο αν κριθεί αυτός παραδεκτός. δηλαδή σύμφωνα με το νόμο και τα πράγματα. Στην αντίθετη περίπτωση. § 286 – Ορισμός. Δικαιολογητικός λόγος. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Γενικές αρχές 27 Ζ) Τα ένδικα μέσα που ασκήθηκαν αποτελούν διαδικαστικές πράξεις, για τις οποίες κατ' αρχήν εφαρμόζονται οι κανόνες που ισχύουν για τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις, για τους οποίους έγινε λόγος παραπάνω45. α) Μεταξύ των κανόνων αυτών περιλαμβάνονται και οι ορισμοί του ΚΠολΔ46 που ρυθμίζουν τα σχετικά με την αποδοχή και παραίτηση από τις διαδικαστικές πράξεις από απόψεως προϋποθέσεων και διατυπώσεων. β) Ειδικά, ως προς την παραίτηση από τα ένδικα μέσα και την αποδοχή τους, ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα των χρονικών σημείων, εντός των οποίων μπορεί και επιτρέπεται να γίνουν αυτές, για το οποίο μπορούν να παρατηρηθούν σε συντομία τα επόμενα: αα) Για το επιτρεπτό της παραιτήσεως από τα ένδικα μέσα που ασκήθηκαν και της αποδοχής τους δεν μπορεί, νομίζουμε, να γεννηθεί ζήτημα από την πλευρά των χρονικών ορίων, εντός των οποίων επιτρέπεται να ενεργηθούν οι πράξεις αυτές, με την επιφύλαξη βεβαίως της συνδρομής των γενικών προϋποθέσεων και της ισχύος των κοινών περιορισμών. Εφόσον ασκήθηκε το ένδικο μέσο και δεν περατώθηκε ή δεν καταργήθηκε η σχετική δίκη με άλλο νόμιμο τρόπο, επιτρέπονται τόσο η αποδοχή όσο και η παραίτηση από αυτό. Το ίδιο, κατά κανόνα τουλάχιστον, ισχύει, εφόσον εκδόθηκε (δημοσιεύθηκε κ.λπ.) η απόφαση, κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου. ββ) Αμφιβολίες, όμως, γεννιούνται ως προς το επιτρεπτό των πιο πάνω πράξεων και ιδιαίτερα της παραιτήσεως από τα ένδικα μέσα πριν την έκδοση της αποφάσεως, εναντίον της οποίας θα έπρεπε να ασκηθούν και να απευθυνθούν τα ένδικα μέσα. Κατ' ευθείαν και από θεωρητική καθαρά πλευρά αν εξεταστεί το πρόβλημα ταιριάζει αρνητική απάντηση. Γενικότερα, όμως, και από πρακτική πλευρά η απάντηση εξαρτάται κατά μεγάλο μέρος από την αντιμετώπιση του γενικότερου προβλήματος του κύρους και της εκτάσεως της ισχύος των δικονομικών λεγόμενων συμφωνιών και της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, για το οποίο γίνεται λόγος παραπάνω47. Σε πολλές περιπτώσεις το αποτέλεσμα που επιδιώκεται μπορεί να επιτευχθεί με τη σύναψη δικαστικού, ενδεχόμενα δε και εξώδικου συμβιβασμού. γγ) Παραίτηση από τα ένδικα μέσα επιτρέπεται και σε διαφορές ή δίκες δημόσιας τάξεως (γαμικές ή διαφορές που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων κ.λπ.) μόνο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως. Για τον τρόπο της παραιτήσεως και για κάποια ειδικά ζητήματα γίνεται λόγος στους οικείους τόπους48. Η) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 76 (77) § 4 ΚΠολΔ49, στην περίπτωση 45. Βλ. παραπάνω τ. Ι §§ 147 επ. 46. Βλ. παραπάνω τ. Ι § 194. 47. Βλ. παραπάνω τ. Ι, §§ 143, 150, 209. 48. Πρβλ. παρακάτω §§ 287 έως και 290. 49. Βλ. σχετικά παραπάνω τ. Ι, § 125 και παρακάτω §§ 287 έως και 290. 28 § 286 – Ορισμός. Δικαιολογητικός λόγος. Απαρίθμηση & διακρίσεις. Γενικές αρχές αναγκαστικής ομοδικίας η άσκηση ένδικων μέσων από έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους επιφέρει αποτελέσματα και για τους λοιπούς αναγκαίους ομοδίκους. Είναι το λεγόμενο επεκτατικό αποτέλεσμα της ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Τα αποτελέσματα που λέχθηκαν ανάγονται όχι μόνο στη δίκη που ανοίγεται εξαιτίας της ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή στο σχετικό στάδιο διαδικασίας, αλλά και στην απόφαση που εκδίδεται πάνω σ' αυτό. Ειδικότερα για τα αποτελέσματα αυτών, εφόσον αυτό ενδείκνυται, γίνεται λόγος σε όσα εκτίθενται για το κάθε ένδικο μέσο50. 50. ΚΠολΔ 606, 625, 614 (635). Βλ. παρακάτω §§ 287 έως και 290. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ § 287 Ειδική βιβλιογραφία: Πρβλ. εν πρώτοις την ανωτ. § 187 και § 284 σημειομένην βιβλιογραφίαν έτι δε Λιβαδά-Ράμμου: Περί ανακοπής βα έκδ. 1931· Glasson-Tissier-MorelΡάμμου: Σύστημα κ.λπ. τ. IV §§ 842 επ.· Γ. Θ. Ράμμου: Ερημοδικία, ανακοπή και δευτέρα ανακοπή ΑΙΔ τ. ΙΧ 229 επ.· του αυτού: Περιορισμός της ερημοδικίας και της ανακοπής εις τας πολιτικάς δίκας ΑΙΔ τ. Χ 180 επ.· του αυτού: Η ανακοπή ερημοδικίας και η έφεσις κατά το Σχέδιον του ΚΠολΔ ΕΕΑ Ν.τ. (16 ν.π.) σ. 3 επ.· Ν. Δ. Βερβεσού: Η εξ ανωτέρας βίας μη εμφάνισις διαδίκου κατά την συζήτησιν ως λόγος ανακοπής ερημοδικίας Δ. VI 598 επ.· του αυτού: Η ερημοδικία εν ταις ειδικαίς διαδικασίας Δ. V. 545 επ.· του αυτού: Τύχη προκαταβληθέντων εξόδων και τελών ως και του παραβόλου ερημοδικίας εν περιπτώσει απορρίψεως της ανακοπής λόγω ερημοδικίας του ανακόπτοντος Δ. VI 72· Π. Καργάδου: Η προσβολή κατ' ερήμην αποφάσεως κατά την τακτικήν διαδικασίαν Δ. ΙΧ 689 επ.· Ε. Καμπουράκη: Μέσα προσβολής ερήμην αποφάσεως κατά τας ειδικάς διαδικασίας Δ ΙΧ 74 επ. (Εισηγήσεις εις το Συνέδριον των Ελλήνων Δικονομολόγων εν Ρόδω κατ' Οκτώβριον του 1977)· Π. Θεοδωροπούλου: Ανακοπή ερημοδικίας κ.λπ. Αρχ. Νομ. ΚΑ 177 επ., Π. Ψαρράκη: Συνέπειαι ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας Ελλην. Δικαιοσ. 1975, 402 επ.· Kargados P.: Die Probleme des Versäumnisverfahrens (Διατρ. επί διδακτ. Παν. Βερολίνου) 1970· Donnau: Beschränkung des Einspruchs gegen Versäumnisurteile M.D.R. 1955 σ. 22-23· Furtner: Das Versäumnisurteil im Rechtsmittelverfahren Jur. Schul. 1962 σ. 253-256· Linke: Die Versäumnisentscheidungen im deutschen, österreichischen, belgischen und englischen Recht, 1972· W. Münzberg: Die Wirkungen des Einspruchs im Versäumnisverfahren, 1959· του αυτού: Ζum Begriff des Versäumnisurteils Jur. Schul. 1963, σ. 219-224· Münzel: Vorläufige Vollstreckbarkeit aufrechterhaltener Versäumnisurteile und Vorbehaltsurteile N.J.W. 1954 σ. 1434-1436· Prütting H.: Das zweite Versäumnisurteil im technischen Sinn Jur. Schul. 1975 σ. 150-155· του αυτού: Versäumnisurteile in Statusprozessen Z.Z.P. τ. 91 σ. 197-208· Reinelt: Darlegung und Nachweisung bei der Prorogation im Säumnisverfahren nach § 331 Abs. 1 Satz 2 NJW 1974 σ. 2310-2313· Schima: Die Versäumnis im Zivilprozess 1928· Steuerwald: Das Versäumnisverfahren 1938· Stoll: Reformfragen des Versäumnisverfahrens D.J.Z. 1934 σ. 302-307· Troll: Das Versäumnißurtheil nach der Reichscivil-prozeßordnung 1887· A. Wach: Vorträge über die Reichs-Zivilprozessordnung 2. Aufl. 1896 (ανατύπωση: 2008)· Bergerfurth: Das Versäumnisurteil im schriftlichen Vorverfahren J.Z. 1978 σ. 298-300· Bley: Prozessurteil und Entscheidung nach Lage der Akten ZZP 49 σ. 154-159· David: Zur Reform des Zivilprozessualen Versäumnisverfahrensrechts 1934 σ. 3 επ. Βλ. και την εις §§ 283, 286, 288, 289 και 290 αναφερομένην βιβλιογραφίαν. Ματθίας Στέφ.: Οι πρόσφατες δικονομικές τροποποιήσεις (ν. 2145/193), ΕλΔνη 34 σελ. 983· του ιδίου: Ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά των ερήμην αποφάσεων, ΕλΔνη 36 30 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας σελ. 11 επ. Boemke B., Das einspruchsverwerfende Versäumnisurteil (§ 345 ZPO), ZZP 106, 371390· Braun J., Die Berufung gegen das zweite Versäumnisurteil (§ 513 II ZPO), ZZP 93, 443-472· Fasching H., Die Rechtsbehelfe gegen Versäumungsurteile im deutschen und im österreichischen Zivilprozess, FS Baur, 1981, 387-402· Globisch G., Das Versäumnisurteil in der notwendigen Streitgenossenschaft, 1995· Gounalakis K., Sanktionslose Verspätung durch Eintritt in das Säumnisverfahren?, DRiZ 1997, 294-301· Habel M., Kostenerstattung bei vorangegangenem Versäumnisurteil, NJW 1997, 2357-2362· Heinrich C., Säumnis im Zivil- und Arbeitsgerichtsprozess, 2001· Hölzer G., Das Versäumnisverfahren im Zivilprozess, JurBüro 1991, 163-168· van den Hövel, Die Säumnis des Einspruchsführers nach verfristetem Einspruch gegen ein Versäumnisurteil, NJW 1997, 2864-2865· Hoyer C., Das technisch zweite Versäumnisurteil, 1980· Just H., Umfang der Rechtskraft eines Versäumnisurteils gegen den Berufungskläger, NJW 2003, 2289-2290· Mennicke P., Der Antrag auf Erlass eines Versäumnisurteils, MDR 1992, 221-224· Prütting H., Das Versäumnisverfahren in deutschem und europäischem Recht. Liber Amicorum Paul Meijknecht, 2000, 217-225· Rau J., Versäumnisurteil im schriftlichen Vorverfahren –Berechnung der Einspruchsfrist, MDR 2001, 794-797· Reiter H., Das Versäumnisverfahren: Hinweise für Ausbildung und Praxis, JA 2005, 129-136· Rimmelspacher B., Zum Anwendungsbereich der §§ 516, 552 ZPO, FS Schwab, 1990, 421-434· Schneider E., Säumnis durch Nichtverhandeln, MDR 1992, 827828· Schreiber K., Das Versäumnisurteil gegen den Beklagten, Jura 2000, 276-278· Schubert W., Zur Rechtsgeschichte des Versäumnisverfahrens in der Zivilprozeßordnung und zur weiteren Entwicklung bis zur Novelle von 1976, FS E. Schneider, 1997, 65-108· Stadler A./Jarsumbek C., Das Versäumnisverfahren gem. §§ 330 ff. ZPO, insbesondere das zweite Versäumnisurteil, JuS 2006, 34-39 και συνέχεια στις σ. 134-136· Stahlhacke E., Probleme des zweiten Versäumnisurteils, FS E. Schneider, 1997, 109-127· Steinhauer T., Versäumnisurteile in Europa, 1996· Stoffel A./Strauch I., Versäumnisurteil gegen den Beklagten im schriftlichen Vorverfahren nach Verteidigungsanzeige?, NJW 1997, 2372· Timme M./Hülk F., Zweites Versäumnisurteil und Berufungsmöglichkeiten gemäß § 513 II ZPO, JA 2000, 788-791· Zugehör H., Einspruch gegen ein Versäumnisurteil im schriftlichen (-Vor) Verfahren vor Zustellung?, NJW 1992, 2261-2263· Συστηματικά έργα / εγχειρίδια: Rosenberg/Schwab/Gottwald, Zivilprozessrecht, 17. Auf., 2010, § 105· Jauernig O., Zivilprozessrecht, 29. Auf., 2007, §§ 66-68· Grunsky W., Zivilprozessrecht, 13. Auf., 2008, Rdnr. 155-163· Musielak H.-J., Grundkurs ZPO, 10. Auf., 2010, Rdnr. 164-194· Schilken E., Zivilprozessrecht, 6. Auf., 2010, Rdnr. 577-588· Κατ’ άρθρον ερμηνείες: Stein/Jonas/Grunsky, Kommentar zur ZPO, Band 5, 22. Auf., 2006· Münchener Kommentar zur ZPO/Prütting, Band 1, 3. Auf., 2008· Zöller/Herget, Zivilprozessordnung, 28. Auf., 2010· Musielak/Stadler, Zivilprozessordnung, 7. Auf., 2009· Prütting/Gehrlein/Czub, ZPO Kommentar, 2. Auf., 2010· Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ, Αθήνα 1976, 1851 επ.· Ν. Κλαμαρής, Ο κανών της άπαξ μόνον ασκήσεως των ενδίκων μέσων, 1981· Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Αθήνα- Θεσσαλονίκη 1986, 466 επ.· Π. Κολοτούρος, Συστήματα ανακοπής και επιπτώσεις ερημοδικίας, συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 501 ΚΠολΔ, 1992· Ν. Νί- § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 31 κας, Το ζήτημα των διαδοχικών ανακοπών ερημοδικίας του ανακόπτοντος, Αρμεν. 1994, 389 επ.· Β. Βαθρακοκοίλης, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο, Τόμος Γ’, Αθήνα 1995, 109 επ.· Στ. Ματθίας, Ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά της ερήμην αποφάσεως, ΕλλΔνη 1995, 11 επ.· Η. Ηλιακόπουλος, Τα προβλήματα από την κατάργηση του θεσμού της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, ΝοΒ 43 (1995), 167 επ.· Γ. Διαμαντόπουλος, Η ανώτερη βία ως λόγος ανακοπής ερημοδικίας, 1997· του ιδίου, Ο πληρεξούσιος δικηγόρος ως φορέας γεγονότων ανωτέρας βίας στο πεδίο της ανακοπής ερημοδικίας, Αρμεν. 1997, 439 επ.· Κ. Μπέης, Η διαλεκτική του δικονομικού δικαίου, ΙV, Συμβολές στην ερμηνεία του ΚΠολΔ, Αθήνα 1999, 169 επ.· Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας/Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Ι, Αθήνα-ΘεσσαλονίκηΚομοτηνή 2000, 890 επ.· Κ. Κεραμεύς, Ένδικα μέσα, Δ΄ έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, 46 επ.· Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ, Ένδικα μέσα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, 85 επ.· Χ. Απαλαγάκη (επιμέλεια)/Μ. Γεωργιάδου, Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας 2Α, Νομική Βιβλιοθήκη 2008, σ. 677 επ.· S. Guinchard, Méga Nouveau Code de procédure civile, Dalloz 2001· J. Héron (par Th. Le Bars), Droit judiciaire privé, 2ème édition, Montchrestien 2002, 681 επ.· L. Cadiet/E. Jeuland, Droit judiciaire privé, 4ème édition, Litec 2004, 606 επ.· S. Guinchard/F. Ferrand/C. Chainais, Procédure civile, Dalloz 2009, 540 επ.· S. Guinchard (sous la direction), Droit et pratique de la procédure civile, Dalloz Action, 6ème édition, 2009, 1277 επ. Ενδεικτική νομολογία: ΑΠ 478/1978 (Μ. Οικονομόπουλος) ΝοΒ 27, 215· ΑΠ 1578/1991 (Ν. Καβαλλιέρος) ΕλλΔνη 33 (1992), 1590· ΟλΑΠ 17/1998 (Α. Ντόβας), ΝοΒ 47 (1999), 224· ΑΠ 1911/1999 (Σπ. Γκιάφης) ΕλλΔνη 42 (2001), 84· ΕφΑθ 5355/2001 (Ε. Ζαββός) Αρμ. 2002, 587· ΟλΑΠ 15/2001 (Α. Πλατής) ΝοΒ 50 (2002), 678· ΑΠ 1782/2002 (Στ. Γαβράς), ΕλλΔνη 45 (2004), 94· ΑΠ 42/2004 (Ν. Οικονομίδης) ΝοΒ 52 (2004), 1364· ΑΠ 363/2004 (Ν. Οικονομίδης), ΕλλΔνη 46 (2005), 1404· ΑΠ 482/2004 (Κ. Βαρδαβάκης) ΕλλΔνη 47 (2006), 438· ΕφΘεσ 2861/2004 (Α. Μηλιόπουλος) Αρμεν. 2005, 2019· ΑΠ 1131/2005 (Η. Παλούκη) ΝοΒ 53 (2005), 1459· ΕφΑθ 4248/2006 (Μ. Γκανιάτσου), ΕλλΔνη 48 (2007), 221· ΕφΑθ 426/2008 (Ξ. Παπαπέτρου) ΝοΒ 56 (2008), 1234· ΑΠ 54/2009 (Ν. Λεοντής) ΝοΒ 57 (2009), 1663· ΑΠ 326/2009 (Χ. Ζώης) ΝοΒ 57 (2009), 1668. Ι. Εισαγωγή. Ο ΚΠολΔ περιλαμβάνει μεταξύ των ενδίκων μέσων την ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 495 παρ. 1). Ανάλογη ήταν η αντιμετώπιση στο προγενέστερο δίκαιο καίτοι δεν απαντούσε αντίστοιχος ρητός χαρακτηρισμός (άρθρ. 505-507, 596-601 ΠολΔ)1. Η ανακοπή παρέχεται για την περίπτωση που ένας διάδικος δεν συμμετείχε στη δίκη με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην (άρθρ. 501) και να εκδοθεί σε βάρος του μια ερήμην απόφαση. Το ένδικο μέσο προϋποθέτει δηλαδή την μη συμμετοχή στη δίκη ενός από τους διαδίκους (άρθρ. 270 παρ. 1 εδ. 5). Δεν τίθεται επομένως θέμα ερημοδικίας, όταν συμμετέχουν ή δεν συμμετέχουν στη δίκη αμφότεροι οι διάδικοι. Στην πρώτη περίπτωση η υπόθεση συζητείται κατ’ αντιμωλίαν (βλ. και άρθρ. 280 παρ. 1) και στην δεύτερη περίπτωση ματαιώνεται η συζήτηση 1. Βλ. Λιβαδά-Ράμμου, Πραγματεία περί ανακοπής, 2η έκδ. 1931 σελ. 10 επομ. 32 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας (άρθρο 260 παρ. 1). Όπως δέχθηκε ο Άρειος Πάγος, ο χαρακτηρισμός μιας αποφάσεως ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την πραγματική ή πλασματική απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και γενικότερα αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε2. Ως ένδικο μέσο η ανακοπή ερημοδικίας στρέφεται κατά μιας δικαστικής αποφάσεως και διαφοροποιείται έτσι παρά το ταυτόσημο της ονομασίας από τις διαφορές ανακοπές που προβλέπει ο ΚΠολΔ ως ένδικα βοηθήματα κατά δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων (άρθρ. 583, 933, 936, 979 ΚΠολΔ). Διαφοροποιείται επίσης από την πρακτικώς σπουδαία ανακοπή που ασκεί ο οφειλέτης κατά της εκδιδόμενης χωρίς προηγούμενη σύμπραξή του διαταγής πληρωμής (άρθρ. 632 παρ. 1, 633 παρ. 2).Υφίστανται βεβαίως και οριακές περιπτώσεις. Έτσι ιδιαιτέρως αμφισβητούμενο ήταν στο πρόσφατο παρελθόν το θέμα, αν η πράξη του δικαστηρίου με την οποία διατάσσονταν αποδείξεις ήταν δικαστική απόφαση και προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας3. Η ανακοπή αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο που έχει ανασταλτικό, όχι όμως μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. ΙΙ. Η προϋπόθεση της ερημοδικίας. Η άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας προϋποθέτει την έκδοση μιας ερήμην αποφάσεως. Η ερημοδικία συνέχεται σε ένα μεγάλο βαθμό με την προφορικότητα της συζητήσεως4. Στον πρώτο βαθμό καθώς και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 επομ.) η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική (άρθρ. 115 παρ. 2). Ερημοδικία υφίσταται, αν ο διάδικος δεν εμφανισθεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ή δεν προσέλθει κατά τη διάρκεια της συζητήσεως (άρθρ. 280 παρ. 1) ή καίτοι εμφανίζεται δεν λαμβάνει νόμιμα μέρος στη συζήτηση (άρθρ. 270 παρ. 1 εδ. 5). Η σχέση με την αρχή της προφορικότητας καταδεικνύεται και από την περίπτωση που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως (άρθρ. 242 παρ. 2). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει για το δεύτερο βαθμό (άρθρο 524 2. ΟλΑΠ 15/2001 ΝοΒ 50, 678 επομ. 3. Βλ. αφ’ ενός ΠολΠΠειρ 466/1989, ΝοΒ 37, 1256 και αφ’ ετέρου ΕφΑθ 2097/ 1994 ΝοΒ 42, 1173 επομ. 4. Βλ. Καργάδο, Η προσβολή της ερήμην αποφάσεως, 1978, σελ. 34 επομ. § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 33 παρ. 2 και παρ. 1) και για τη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρ. 573 παρ.1)5. Στις περιπτώσεις αυτές, η μη παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση δε συνιστά ερημοδικία. Σε δίκες με υποχρεωτική σύμπραξη πληρεξουσίου δικηγόρου (άρθρ. 94 παρ. 1) η μη παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο έχει ως συνέπεια να δικάζεται ο διάδικος ερήμην6. Παράλειψη κανονικής (άρθρ. 260 παρ. 1, 271 παρ. 1 και 2) ή νόμιμης (άρθρ. 270 παρ. 1 εδ. 5) συμμετοχής του διαδίκου που επίσης συνεπάγεται την ερημοδικία υφίσταται όταν ο διάδικος καίτοι συμμετέχει σε δίκη, παραλείπει εν γένει κάθε τοποθέτηση επί της ουσίας της υποθέσεως (arg. από το άρθρ. 280 παρ. 3)7. Αντίστοιχη είναι η κατάσταση, όταν ο διάδικος δεν καταθέτει προτάσεις σε δίκες στις οποίες είναι υποχρεωτική η κατάθεσή τους8. Κατ’ άρθρ. 115 παρ. 3 ενώπιον του Ειρηνοδικείου οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα και ενώπιον των άλλων δικαστηρίων υποχρέωση να υποβάλλουν προτάσεις. Κατά βάση στο πρωτοδικείο οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν τις προτάσεις τους το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρ. 237 παρ. 1 εδ. 1). Αν δε συμβεί αυτό ο διάδικος που παρέλειψε την κατάθεση δικάζεται ερήμην. Αν παραλείψουν την κατάθεση αμφότεροι, η συζήτηση ματαιώνεται (άρθρ. 260 παρ. 1). Πρακτικώς σπουδαιότερη περίπτωση ερημοδικίας συνιστά η μη εμφάνιση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. ΙΙΙ) Ορισμός. Έννοια. Ανακοπή ερημοδικίας είναι το ένδικο μέσο ή βοήθημα9, με το οποίο ο ερήμην δικαστείς διάδικος ζητεί από το ίδιο δικαστήριο την εξαφάνιση της ερήμην αυτού εκδοθείσας αποφάσεως και την εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως. Ο 5. Η δυνατότητα της μη παραστάσεως με κοινή δήλωση των διαδίκων υπήρχε και για τη διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως εισαγωγικού δικαστηρίου στο βαθμό που προβλεπόταν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως με την οποία διατάσσονταν αποδείξεις. Η δυνατότητα αυτή καταργήθηκε με το ν. 2915/2001 Αντίστοιχα διατυπωμένη ήταν και η συμπεριλαμβανόμενη στα θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα αρχή της προφορικότητας. Κατά την τότε ισχύουσα διατύπωση στον πρώτο βαθμό με εξαίρεση την περίπτωση που προβλεπόταν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως η προφορική συζήτηση ήταν υποχρεωτική (άρθρ. 115 παρ. 2 «Στον πρώτο βαθμό καθώς και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική εκτός από την περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρ. 226)». 6. Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ άρθρ. 94 αριθ. 6. 7. Βλ. Κεραμέα ΝοΒ 1988, 1203 (1204 επομ.) 8. Βλ. ΕφΑθ 7625/2006 ΕλλΔνη 2007, 568-569. Επίσης ΕφΑθ 5746/1987 ΝοΒ 1988, 1231 επομ. 9. Ο χαρακτηρισμός της ανακοπής ερημοδικίας ως ενδίκου μέσου αμφισβητήθηκε με την αιτιολογία, ότι δεν προσάπτεται στην απόφαση σφάλμα (βλ. σχετικώς Λιβαδά-Ράμμου, ό.π. σελ. 10, σημ. 1). Ωστόστο, το ίδιο μπορεί να απαντά σε σχέση με την έφεση (άρθρ. 527 αριθμ. 2 και 3) και την αναψηλάφηση (π.χ. 544 αριθμ. 7). 34 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας ερήμην δικασθείς διάδικος, όταν ανακόπτει την απόφαση, δηλώνει ότι επιθυμεί η υπόθεση να δικαστεί αντιμωλίαν με την έκθεση και τη λήψη υπόψη των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών και των απόψεών του, ιδίως υπό τη μορφή προβολής ενστάσεων, ασκήσεως ανταγωγής, προσφοράς αποδεικτικών μέσων. Η αναγνώριση του δικαιώματος της ασκήσεως της ανακοπής ερημοδικίας είναι αναγκαία συνέπεια και στηρίζεται στη θεμελιώδη αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως10. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν σήμερα που η ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου ή κλητεύθηκε άκυρα ή εκπρόθεσμα ή συντρέχει λόγος ανώτερης βίας (άρθρ. 501). Η ανακοπή συνδέεται δηλαδή με την ύπαρξη συγκεκριμένων λόγων απουσίας που δεν οφείλονται και δεν μπορούν να καταλογισθούν στον ερημοδικασθέντα διάδικο. Με την έννοια αυτή γίνεται λόγος για την πρόβλεψη αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας. Απαντά έτσι διαφοροποίηση προς νομοθετικά πρότυπα κατά τα οποία η ανακοπή δεν προϋποθέτει τη συνδρομή συγκεκριμένου ανυπαιτίου λόγου απουσίας του διαδίκου (αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας) ή προς πρότυπα που γνωρίζουν τόσο την αιτιολογημένη όσο και την αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας με κριτήριο την απουσία σε συγκεκριμένη συζήτηση της υποθέσεως. Το δεύτερο σύστημα ίσχυε στο ελληνικό δίκαιο έως το 1993. Η κατοχύρωση του δικαιώματος ακροάσεως (άρθρ. 20 Σ, 110 ΚΠολΔ) αποτελούσε και στις περιπτώσεις της αποκαλούμενης αναιτιολόγητης ανακοπής τη ratio του νόμου. Ο νομοθέτης εκκινούσε από τη σκέψη, ότι η απουσία του ερήμην δικασθέντος, με την εξαίρεση των περιπτώσεων που απουσιάζει από στρεψοδικία, ήταν δικαιολογημένη. Δεν απαιτούσε, όμως, απόδειξη των λόγων της απουσίας προς αποφυγή περαιτέρω παρελκύσεως της διαδικασίας11. Υπελάμβανε δεδομένη την ύπαρξή τους. ΙV) Προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής ερημοδικίας είναι: Α) Η ύπαρξη αποφάσεως που υπόκειται σε ανακοπή. Β) Η άσκησή της από δικαιούμενο πρόσωπο και η απεύθυνσή της κατά του προσώπου που νομιμοποιείται. Γ) Η άσκησή της μέσα στη νόμιμη προθεσμία και Δ) Η άσκησή της σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις. Α) Προϊστορία. Το δίκαιο της ανακοπής ερημοδικίας υπέστη διαδοχικές νομοθετικές επεμβάσεις που επηρέασαν τη φυσιογνωμία του. Αρχικά στην ΠολΔ 1834 (505, 596, 728, 774) ανακοπή επιτρεπόταν, κατά κανόνα, εναντίον κάθε αποφάσεως 10. Βλ. πιο πάνω τ. Ι § 139. 11. Βλ. πιο πάνω τ. Ι § 188 σημ. α. Το τελευταίο δεν ισχύει μετά την κατάργηση της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, οπότε ο διάδικος πρέπει να επικαλείται και αποδεικνύει το λόγο της μη παρουσίας του στη δίκη. Βλ. πιο κάτω στο κείμενο και τις σημειώσεις. § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 35 οποιουδήποτε δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην κάποιου διαδίκου, εκτός από την απόφαση που απέρριπτε την ανακοπή ως ανυποστήρικτη, η οποία μόνον σε περίπτωση ακυρότητας της ερημοδικίας μπορούσε να προσβληθεί με ανακοπή. Ουσιώδη περιορισμό στην ευρύτητα αυτή του επιτρεπτού της ανακοπής εισήγαγε το ν.δ. της 4/9 Σεπτεμβρίου 1925 για τη μερική κατάργηση της ερημοδικίας, το οποίο τροποποιήθηκε με το ν.δ. της 20 Απριλίου/12 Μαϊου 1926 και κυρώθηκε με το ν. 3887/1928. Κατά το άρθρ. 1 εδ. 1 αυτού, ανακοπή εναντίον ερήμην απόφασης επιτρεπόταν μόνον μία φορά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και μόνον εφόσον η ερημοδικία ήθελε λάβει χώρα στην πρώτη συζήτηση12. Η απόφαση που εκδιδόταν στις μεταγενέστερες συζητήσεις με απουσία του διαδίκου δεν υπέκειτο κατ' αρχήν σε ανακοπή. Κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρ. 3 του πιο πάνω ν.δ., επιτρεπόταν ανακοπή κατά των αποφάσεων αυτών, εκτός από εκείνες που απέρριπταν την ανακοπή ως ανυποστήρικτη, εάν η ερημοδικία λάμβανε χώρα άκυρα, δηλ. εάν ο μη εμφανισθείς διάδικος δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή εμπρόθεσμα13. Το Σχέδ. Αναθεωρητικής Επιτροπής (άρθρ. 518) επέτρεπε την ανακοπή ερημοδικίας σε κάθε συζήτηση, σε περίπτωση μη κλητεύσεως ή μη νόμιμης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως, προκειμένου για αποφάσεις που εκδίδονται στην πρώτη συζήτηση, και εάν ο αντίδικος δεν μπορούσε να παραστεί λόγω ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του. Τα ίδια ακριβώς όριζε και ο ΚΠολΔ στην αρχική διατύπωσή του. Με το ν.δ. 958/1971 όμως τροποποιήθηκε η σχετική διάταξη και ορίστηκε ότι ανακοπή εναντίον ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται μόνον μία φορά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και μόνο στην πρώτη συζήτηση. Κατ' εξαίρεση επιτρεπόταν ανακοπή εναντίον αποφάσεων που εκδόθηκαν σε μεταγενέστερη συζήτηση, εάν ο ερήμην δικασθείς δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή προσηκόντως ή εμπροθέσμως14. Εν όψει της διατάξεως αυτής η ανακοπή διακρινόταν κατ' αρχήν σε ελεύθερη ή αναιτιολόγητη, που ελάμβανε χώρα στις περιπτώσεις της πρώτης κατηγορίας και σε περιορισμένη ή αιτιολογημένη, η οποία επιτρεπόταν στις περιπτώσεις ακυρότητας της ερημοδικίας στις μεταγενέστερες της πρώτης συζητήσεις15. Η αναιτιολόγητη ανακοπή δεν προϋπέθετε 12. Κατά των αποφάσεων αυτών επιτρεπόταν ανακοπή ανεξάρτητα από το λόγο, για τον οποίο εχώρησε η ερημοδικία και του δικαιολογημένου ή όχι της απουσίας. 13. Αντίθετα, η Κρητ. ΠολΔ δεν επέτρεπε, κατ' αρχήν, την ανακοπή ερημοδικίας και παρείχε βοήθεια στον ερήμην δικασθέντα, αμέσως μεν με την ανακοπή ερημοδικίας μόνον σε περίπτωση ακυρότητας της ερημοδικίας, έμμεσα δε, σε περίπτωση αδυναμίας της προσέλευσης του διαδίκου στο δικαστήριο για λόγους ανώτερης βίας, με την αίτηση για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Βλ. Κρητ. ΠολΔ 494, 198 επ. 14. ΚΠολΔ 501 (518) Σχ. ΠολΔ Σ.Ε. 551 Α.Ε. 518. 15. Συνεπεία της προαναφερθείσας τροποποιήσεως η πιο πάνω διάκριση μεταξύ αναιτιολόγητης και αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας και ερημοδικίας μεταξύ της πρώτης και μεταγενέ- 36 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας δηλαδή την επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένου λόγου για την απουσία του διαδίκου. Παρείχετο και για την περίπτωση που ο διάδικος είχε κλητευθεί προσηκόντως και εμπροθέσμως16. Για το λόγο αυτό μετά τη διαπίστωση του παραδεκτού της ανακοπής το δικαστήριο εξαφάνιζε την ερήμην απόφαση και προέβαινε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως. Με το άρθρ. 9 παρ. 1 του ν. 2145/1993 ορίζεται πλέον, ότι ανακοπή ερημοδικίας κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Αντίστοιχη διακύμανση καταγράφεται και στις συνέπειες που επάγεται η ερημοδικία. ΄Εως το έτος 2001 η απουσία του ενάγοντος ή του εναγομένου κατά την πρώτη συζήτηση συνδεόταν με τα πλάσματα της παραιτήσεως από το δικαίωμα της αγωγής ή της ομολογίας των πραγματικών ισχυρισμών του ενάγοντος αντιστοίχως. Αν η απουσία ελάμβανε χώρα σε μεταγενέστερη συζήτηση η διαδικασία προχωρούσε σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθ. 271, 272, 279). Με το ν. 2915/ 2001 είχε προβλεφθεί ότι αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανιζόταν ή εμφανιζόταν χωρίς να λαμβάνει νόμιμα μέρος κάποιος διάδικος η διαδικασία προχωρούσε σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Η ρύθμιση προϋπέθετε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση (άρθρ. 270 παρ. 1 εδ. 5 / ΚΠολΔ 2001). ΄Ηδη με το ν. 3994/2011 επαναφέρθηκαν τα πλάσματα ομολογίας και παραιτήσεως από το δικαίωμα της αγωγής για την περίπτωση της ερημοδικίας εναγομένου και ενάγοντος αντιστοίχως (άρθρ. 271 παρ. 3 και άρθρ. 272 παρ. 1). Το πλάσμα προβλέπεται ρητά για την περίπτωση της ερημοδικίας του εναγομένου. Οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι. Το ίδιο όμως γίνεται δεκτό για την ερημοδικία του ενάγοντος. Η διατύπωση του νόμου, ότι το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή θεωρείται, ότι συνεπάγεται παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής17. Η επαναφορά των πλασμάτων επηρέασε και τη ρύθμιση του άρθρ. 528 ΚΠολΔ που προβλέπει την άσκηση εφέσεως κατ’ ερήμην αποφάσεως. Αν η ερημοδικία λάβει χώρα στο δεύτερο βαθμό, τότε η αντιμετώπιση είναι διαστερων συζητήσεων δεν ισχύει, οι δε συνέπειες είναι ίδιες στην πρώτη ή μεταγενέστερη συζήτηση. 16. Πάντως ο λόγος απουσίας δεν ήταν εντελώς άνευ σημασίας. Αν το δικαστήριο διαπίστωνε ότι η ερημοδικία είχε χωρήσει ακύρως, διέτασσε την επιστροφή των προκαταβληθέντων εξόδων και του παραβόλου στον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 508 παρ. 1 πριν από την κατάργησή του). Γι’ αυτό και συχνά ο διάδικος αιτιολογούσε την απουσία του από τη συζήτηση. 17. Βλ. Ράμμο, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, τ. Ι, 1978, § 188 Ι Α. § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 37 φορετική ανάλογα αν απουσιάζει ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος. Αν απουσιάζει ο εκκαλών εφαρμόζονται οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Η έφεση δηλαδή θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και τεκμαίρεται παραίτηση από την άσκησή της18 (άρθρ. 524 παρ. 3). Αν απουσιάζει ο εφεσίβλητος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 524 παρ. 4 εδ. 1). Η απουσία στο Άρειο Πάγο δεν συνδέεται με δυσμενείς συνέπειες για τον αναιρεσείοντα ή τον αναιρεσίβλητο. Αν δεν εμφανισθεί ο επισπεύδων στη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 1), ενώ αν δεν εμφανισθεί ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος (άρθρ. 576 παρ. 2). Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος ως ανυποστήρικτη είναι μία επί της ουσίας απόφαση. Η απόρριψη δεν γίνεται δηλαδή για τυπικούς λόγους. Κατ’ επέκταση, η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι αυτή που υπόκειται σε αναίρεση19. Από τα παραπάνω προκύπτει και μία εν μέρει διαφορετική αντιμετώπιση της ερημοδικίας στον πρώτο και στον δεύτερο βαθμό. Η απουσία του εκκαλούντος οδηγεί σε απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης και ο εκκαλών δεν δικάζεται σαν να ήταν παρών. Β) Με τους περιορισμούς που εκτέθηκαν, ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται εναντίον ερήμην οριστικών (ή τελειωτικών) αποφάσεων κάθε, κατά κανόνα, πολιτικού δικαστηρίου πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου (ειρηνοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου, εφετείου). Κατ' εξαίρεση δεν υπόκεινται σε ανακοπή: α) Οι αποφάσεις των διαιτητικών δικαστηρίων και των διαιτητών εν γένει20, β) Οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου (των τμημάτων και της Ολομέλειας)21, γ) Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε ασφαλιστικά ή επείγουσας φύσης (προσωρινά, συντηρητικά και εξασφαλιστικά) μέτρα22, δ) Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε δίκες περί την εκτέλεση. Το απαράδεκτο αυτό περιλαμβάνει όχι μόνον τις πρωτόδικες αλλά και τις κατ' έφεση εκδιδόμενες αποφάσεις23, ε) Οι αποφάσεις που εκδίδονται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας24, στ) Οι αποφάσεις που απορρίπτουν την ανακοπή ως ανυποστήρικτη, εκτός εάν ο ανακόπτων δεν κλητεύθηκε καθόλου ή κλητεύθηκε άκυρα ή εκπρόθε18. Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα(-Μαργαρίτη) ΚΠολΔ, άρθρ. 531 αριθμ. 2. 19. ΑΠ 362/2004 Δ 36, 78-79· 702/2005 ΕΕΝ 2006, 3. 20. ΚΠολΔ 895 (956) Σχ. ΠολΔ Σ.Ε. 551 Α.Ε. 518. 21. ΚΠολΔ 576 (594) § 4 Σχ. ΠολΔ Σ.Ε. 632 § 4 Α.Ε. 594 § 4. 22. ΚΠολΔ 699 (743) Σχ.ΠολΔ Σ.Ε. 800 Α.Ε. 743. 23. ΚΠολΔ 937 (999) αριθμ. 2, 1054 (1117) § 2 Σχ.ΠολΔ Σ.Ε. 1064 Α.Ε. 999 αριθ. 2. 24. ΚΠολΔ 754 (800) Σχ.ΠολΔ Σ.Ε. 864 Α.Ε. 800. 38 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας σμα25. Η συνέπεια αυτή αντλείται εμμέσως. Με διάταξη νόμου (ν. 2207/1994) καταργήθηκε η παρ. 3 του άρθρ. 507 που προέβλεπε, ότι κατά της απορρίπτουσας την ανακοπή ερημοδικίας αποφάσεως δεν συγχωρείτο νέα ανακοπή, εκτός αν ο ανακόπτων δεν είχε κλητευθεί ή είχε κλητευθεί ακύρως ή εκπροθέσμως. Μπορεί ωστόσο να υποστηριχθεί ως εκ της φύσεως των λόγων, ότι το ένδικο μέσο της αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας με την αναφερόμενη στο νόμο τυπολογία (άρθρ. 501) δε μπορεί να αποκλεισθεί νομοθετικώς. Οι λόγοι συνέχονται με το δικαίωμα ακροάσεως (άρθρ. 20 Σ), ώστε το δικαίωμα προσβολής μιας τέτοιας απόφασης να θεμελιώνεται κατ’ ευθείαν στο Σύνταγμα. Επιβεβαιωτική είναι η καθιέρωση της ανώτερης βίας ως λόγου ανακοπής (άρθ. 501). Θεσπίσθηκε μόλις με το ν. 2145/1993 στη βάση μιας εναρμονισμένης με το Σύνταγμα ερμηνείας. Η νομολογία έχει ενίοτε αντλήσει τη συνέπεια αυτή26. Η παραπομπή του ερημοδικασθέντος διαδίκου στην έφεση, με λόγο ότι παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε ακυρότητα ή απαράδεκτο της συζητήσεως δεν επιλύει το ζήτημα, αφού ο διάδικος στερείται ενός βαθμού δικαιοδοσίας. Εκτός τούτου η λύση αυτή δεν προαναφέρεται για την περίπτωση της ερημοδικίας στο δεύτερο βαθμό. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το δικάζον δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η κλήση για συζήτηση είχε επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως στον απολιπόμενο διάδικο. Σε αρνητική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (άρθρ.271). Όμως, ο έλεγχος αυτός γίνεται με βάση τα στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου και δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ των προτέρων η περίπτωση ακύρου κλπ. κλητεύσεως. Η βασιμότητα των λόγων ανακοπής θα κριθεί από το δικαστήριο της ανακοπής27. Η ανακοπή ερημοδικίας δεν αποτελεί πάντως τα αποκλειστικό ένδικο μέσο προσβολής μιας ερήμην αποφάσεως. Αυτό που ίσχυε ήδη, όταν ο νόμος γνώριζε και την αναιτιολόγητη ανακοπή, ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα. Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της ερήμην αποφάσεως (άρθ. 528). Η παραπάνω παράθεση για τη διάκριση της ερημοδικίας σε πρώτη ή μεταγενέστερη συζήτηση 25. ΚΠολΔ 507 (524) § 3 Σχ.ΠολΔ Σ.Ε. 543 § 3 Α.Ε. 524 § 3. (Βλ. και πιο κάτω στα αναφερόμενα για τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας). Ήδη η § 3 του άρθρου αυτού έχει καταργηθεί με το άρθρο 3 § 15 ν. 2207/1994, με συνέπεια να μην προσβάλλεται με ανακοπή ερημοδικίας η απόφαση που απέρριπτε την ανακοπή ως ανυποστήρικτη. 26. Βλ. π.χ. ΕφΑθ 4429/1992 Δ 23, 1092 (δίκη εκουσίας δικαιοδοσίας)· 9163/1978 ΝοΒ 27, 599 (για τις δίκες περί την εκτέλεση). Βλ. και την τοποθέτηση του Αλέξανδρου Βαμβέτσου στις εργασίες της Αναθεωρητικής Επιτροπής του ΚΠολΔ, σελ. 657. Βλ. προσφάτως και ΕφΑθ 4634/2009 ΕλλΔνη 2010, 1052 (1054) που θεωρεί επιτρεπτή την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και κατά μη οριστικής απόφασης, όπως είναι η απόφαση που αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ. 27. Βλ. ΟλΑΠ 15/2011 ΝοΒ 2002, 678 επομ. § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 39 φανερώνει, ότι ανακοπή ερημοδικίας ήταν στο παρελθόν δυνατή και κατά μη οριστικών αποφάσεων (βλ. άρθρ. 309). Δεν αποκλείεται πάντως και στο ισχύον δίκαιο παρά την καθιέρωση του κανόνος για την ολοκλήρωση της συζητήσεως σε μία δικάσιμο (άρθρ. 270 παρ. 5 εδ. 1) να προκύψει αντίστοιχο θέμα. Γ) Δικαίωμα ανακοπής έχει ο ερήμην, με την προαναφερθείσα έννοια28, (αδιάφορα αν τούτο έγινε ορθά ή εσφαλμένα) δικασθείς διάδικος (ενάγων, εναγόμενος, εκκαλών, εφεσίβλητος), εφόσον έχει έννομο συμφέρον. α) Σε σχέση με την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ισχύουν όσα εκτέθηκαν πιο πάνω για την άσκηση κάθε ενδίκου μέσου29. Έτσι, ο εναγόμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, αν η αγωγή που ασκήθηκε εναντίον του απερρίφθη30. Στη βάση της αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ότι ο χαρακτήρας μιας αποφάσεως ως ερήμην εξαρτάται από την απουσία του διαδίκου31, έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής υφίσταται και όταν η αγωγή ερήμην του ενάγοντος απορρίπτεται ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη. Αντίθετα είναι αμφίβολο, αν υφίσταται έννομο συμφέρον του ερημοδικαζόμενου εναγόμενου, όταν η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη. Ο εναγόμενος είναι νικητής διάδικος που δεν υπέβαλε συνεπεία της ερημοδικίας του αίτημα για απόρριψη της αγωγής32. Σημειώνεται, ότι η ερημοδικία του ενάγοντος ή του εναγομένου δεν απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωσή του να ελέγξει προηγουμένως αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο της αγωγής. Σχετική διάταξη για την περίπτωση της ερημοδικίας του εναγομένου εμπεριείχε η καταργηθείσα διάταξη του άρθρ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, χωρίς η κατάργηση αυτή να είναι κρίσιμη για το θέμα. β) Εκτός από αυτόν που δικάστηκε ερήμην, δικαίωμα ανακοπής έχουν οι καθολικοί και οι οιονεί καθολικοί και οι μετά την άσκηση της αγωγής γενόμενοι ειδικοί διάδοχοί του και μάλιστα οι κληρονόμοι, οι καταπιστευματοδόχοι, οι κληροδόχοι και οι αιτία θανάτου δωρεοδόχοι κ.λπ.33. Αυτό αποτελεί εκδήλωση της υποκειμενικής ενεργείας των πράξεων εκάστου απλού ομοδίκου (άρθρ. 75 παρ. 1). Στην απλή ομοδικία κάθε ένας από τους ομοδίκους δικαιούται να ασκήσει ανακοπή για τον εαυτό του. Στην αναγκαστική ή υποχρεωτική ομο28. Βλ. πιο πάνω τ.Ι §§ 187-188. 29. Βλ. ειδικά για την ανακοπή ερημοδικίας ΕφΠειρ 539/1992 Δ 23, 936 επομ. 30. Βλ. ΠολΠΠειρ 466/1989 Δ 21, 373 επομ. 31. ΟλΑΠ 15/2001, ό.π. Επίσης ΑΠ 1262/2003 ΕλλΔνη 2005, 395-396· 162/ 1997 ΕλλΔνη 1997, 1534-1535. ΄Ηδη 175/1984 Δ 15, 317 επομ. 32. Βλ. πάντως ΑΠ 175/1984, ό.π. (..έτερον δε είναι το ζήτημα της υπάρξεως ή μη εννόμου συμφέροντος … πράγμα το οποίον δεν δύναται να αποκλεισθεί διότι η αγωγή απερρίφθη ως αόριστος, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος ή γιατί δεν απερρίφθη ως απαράδεκτος για έλλειψη δικαιοδοσίας…). 33. ΚΠολΔ 502 (519) § 1 Σχ.ΠολΔ Σ.Ε. 538 § 1 Α.Ε. 519 § 1. 40 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας δικία, δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής έχει καθένας από τους δικασθέντες ερήμην διαδίκους και όλοι αυτοί, η άσκηση δε ανακοπής ερημοδικίας από κάποιον από τους ομοδίκους έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς34.Κατά την ορθότερη γνώμη, δικαίωμα ανακοπής παρέχεται και όταν δικασθεί ερήμην ένας μόνον των αναγκαίων ομοδίκων. Η αρχή της ακροάσεως επιβάλλει να μην θεωρηθεί στην περίπτωση αυτή ως αντιπροσωπευόμενος από τους αναγκαίους ομοδίκους που παρέστησαν (άρθρ. 76 παρ. 1). Στην παρέμβαση, ο κυρίως παρεμβαίνων δικαιούται σε άσκηση ανακοπής με τους ίδιους όρους των αρχικών διαδίκων35, ο δε προσθέτως παρεμβαίνων δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη36. Μπορεί όμως ο προσθέτως παρεμβάς να ασκήσει, οιονεί πλαγιαστικώς, το δικαίωμα ανακοπής του διαδίκου, υπέρ του οποίου παρενέβη37. Η προθεσμία τρέχει στην περίπτωση αυτή από την επίδοση της αποφάσεως στο διάδικο υπέρ του οποίου παρενέβη. Το δικαίωμα ανακοπής του ερήμην δικασθέντος (διαδίκου κ.λπ.) δικαιούνται σύμφωνα με το άρθρ. 72 (73) ΚΠολΔ, κατά την ορθότερη γνώμη38 να ασκήσουν οι δανειστές του. Δ) Η ανακοπή απευθύνεται κατά του αντιδίκου του ανακόπτοντος, απέναντι στον οποίο αυτός έχει έννομο συμφέρον να επιτύχει την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως και τη νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά των καθολικών, οιονεί καθολικών και καταπιστευματοδόχων, κληροδόχων ή αιτία θανάτου δωρεοδόχων του, οι οποίοι συνεχίζουν ή μπορούν να συνεχίσουν τη δίκη. α) Στην απλή ομοδικία, η ανακοπή μπορεί να στρέφεται κατά ενός ή περισσοτέρων ή όλων των ομοδίκων. Στην αναγκαστική ομοδικία, η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων. Έτσι έχει αναμφίβολα το πράγμα, όταν η ανακοπή ασκείται από τον αντίδικο των τελούντων σε αναγκαστική ομοδικία. Σύμφωνα με κάποια άποψη, που υιοθετείται μερικές φορές από τη νομολογία, το ίδιο πρέπει να γίνεται δεκτό και όταν το αναφερθέν ένδικο μέσο ασκεί ένας από τους πιο πάνω ομοδίκους. Δηλ. και τότε η ανακοπή πρέπει να στρέφεται όχι μόνον κατά του αντιδίκου, αλλά και κατά των ομοδίκων του ανακόπτοντος. β) Όταν ασκείται κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή που ασκείται από κάποιον από τους διαδίκους, πρέπει, κατά την ορθότερη γνώμη39, να απευθύνε34. ΚΠολΔ 76 (77) § 4. Πρβλ. και πιο πάνω τ. Ι § 125. 35. Βλ. πιο πάνω σημ. 11. 36. ΚΠολΔ 502 (519) § 2 Σχ.ΠολΔ Σ.Ε. 538 § 2 Α.Ε. 519 § 2. 37. ΚΠολΔ 502 (519) § 3 Σχ. ΠολΔ Σ.Ε. 538 § 3 Α.Ε. 519 § 3. 38. Βλ. πάντως Κ.Μπέη, Μαθήματα πολιτικής δικονομίας-ένδικα μέσα και ανακοπές, 1983, σελ. 30-31. 39. Κυρίως η διαφωνία υπάρχει για την πρόσθετη παρέμβαση, διότι ο κυρίως παρεμβαίνων θεωρείται κύριος διάδικος και εξομοιώνεται προς τους αρχικούς διαδίκους (ενάγοντα, εναγόμενο κ.λπ.). Η νομολογία καταλήγει στη θέση ότι το ένδικο μέσο δεν απαιτείται να στρέφεται και κατά η προαναφερθείσα προθεσμία της ανακοπής αρχίζει από την (επόμενη) της επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως στον ή στους κληρονόμους του (από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου) ή σύμφωνα με τα ήδη αναφερθέντα (πιο πάνω στοιχ. Διάταξη. 40. κατά καινοτομία του ΚΠολΔ. 135 § 1 ΚΠολΔ δημοσιεύσεων περίληψης του αποδεικτικού επίδοσης της απόφασης. Η περίληψη περιλαμβάνει το όνομα. δ) Αν δεν κοινοποιηθεί η απόφαση. μπορεί. όπως και στη συνέχεια εκτίθεται.λπ. Ορφανίδη.§ 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 41 ται και κατά του παρεμβαίνοντος.Ε. όπως λέχθηκε πιο πάνω. τον αριθμό και τη χρονολογία της αποφάσεως. στα έχοντα δικαίωμα ανακοπής πρόσωπα. αλλά η προθεσμία για την άσκησή της δεν τρέχει. να ασκηθεί ανακοπή. Η ανακοπή αποτελεί δηλαδή το μοναδικό ένδικο μέσο που δεν γνωρίζει την αποκαλούμενη καταχρηστική ή επικουρική προθεσμίας με αφετηρία την δημοσίευση του παρεμβάντος που πρέπει όμως να καλείται κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου. ΚΠολΔ 503 (520) Σχ. σελ. δεν περιλαμβάνεται στον ΚΠολΔ. εφόσον αυτή έχει δημοσιευθεί (313 παρ. το επώνυμο και την ιδιότητα του επιδόντος. με την τήρηση των γενικών διατάξεων για την αναστολή και διακοπή (των) προθεσμιών. τα ονοματεπώνυμα και τις κατοικίες των διαδίκων. γ) Εάν ο ερήμην δικασθείς διάδικος πέθανε. Εξ άλλου. Οι προθεσμίες ενδίκων μέσων κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 41.Ε. 539 §§ 1-2 Α. 969). η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία των κατά το άρθρ. ο θάνατος του διαδίκου δεν επιφέρει παύση της πληρεξουσιότητας. που να καθορίζει αφετηρία της προθεσμίας της ανακοπής από τη δημοσίευση της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως. β) Εάν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής. 2009. Βλ. Για παραγραφή του δικαιώματος της ανακοπής δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος. Γ σελ. όπως αναγράφεται για την έφεση κ. ώστε να είναι δυνατή η επίδοση της οριστικής αποφάσεως στον παραστάντα δικηγόρο (άρθρ. Με την επίδοση αρχίζει ή συνεχίζει τρέχουσα η προθεσμία ανακοπής41. όπως στο προγενέστερο δίκαιο.ΠολΔ Σ. 101). . Γ. 169 επομ. διότι ο ΚΠολΔ δεν αναγνωρίζει παραγραφή δικονομικών δικαιωμάτων ή εξουσιών και ευχερειών. 1 γ). 520. ότι. το δικαστήριο που την εξέδωσε και σύντομη αναφορά του διατακτικού της40. Σημειώνεται πάντως. Ε) Ως προς την προθεσμία της ανακοπής ισχύουν τα επόμενα: α) Η προθεσμία της ανακοπής των πολυμελών και μονομελών δικαστηρίων είναι δεκαπενθήμερη και αρχίζει από την (επόμενη) της επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως στον ερήμην δικασθέντα διάδικο. η ανακοπή που ασκείται από τον κυρίως παρεμβαίνοντα πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αρχικών διαδίκων ή αυτών που υπεισέρχονται στη θέση τους. Βλ. 45. 540 § 1 εδ.Ε.) μέτρων. δεν μπορεί να εκτελεστεί η ερήμην απόφαση (οριστική ή μη οριστική). Αυτό εξηγείται από την ιδιομορφία του ενδίκου μέσου. Ματθία. ΑΠ 311/1972 ΝοΒ 1972. α. γενικότερα για την αποδυνάμωση δικονομικών δυνατοτήτων ως προς τις οποίες δεν τίθεται χρονικό όριο επιχειρήσεως Ν. 48. 116 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ45.χ. α Σχ. 1980. Ορφανίδη. α Α. ο μοναδικός φραγμός που τίθεται στην άσκησή της είναι η αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματος προσβολής με βάση τις διατάξεις των άρθρ. 46. 321). Για το σκοπό που επιδιώκεται με τη θέσπιση καταχρηστικής προθεσμίας βλ.ΠολΔ Σ. ΚΠολΔ 504 (521) § 1 εδ. όμως μη εισέτι τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 2 σε συνδ. 251 με σημείωση Κ. . 6). Η καταχρηστική άσκησις δικαιώματος εν των αστικώ δικονομικώ δικαίω.. ε) Οι γενικοί κανόνες46 για τη διακοπή και αναστολή των προθεσμιών έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Βλ. 908). Κατά τη διάταξη αυτή. εκτός και αν πρόκειται να γίνει κατά του τρίτου48. Η έλλειψη καταχρηστικής προθεσμίας μπορεί να οδηγήσει σε περίπτωση μη επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως στην ύπαρξη μίας ανέκκλητης λόγω παρόδου της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας εφέσεως (518 παρ. στ) Η προθεσμία της ανακοπής έχει τα επόμενα αποτελέσματα: αα) Κατά τη διάρκειά της αναστέλλεται η εκτέλεση της αποφάσεως. Γ. 521 § 1 εδ. Δεν αποκλείεται να εχώρησε άκυρη κλήτευση του μη παρασταθέντος διαδίκου.ΠολΔ Σ. Κλαμαρή. οπότε 42. ό. της ερήμην (οριστικής ή μη οριστικής) αποφάσεως47. Ενόψει της ελλείψεως καταχρηστικής προθεσμίας.). των οποίων δεν αναστέλλεται η εκτέλεση. Μπέη. 540 § 2 Α. 11 (12 υποσημ.λπ. 143 επομ. Κάθε πράξη που ενεργείται κατά τη διάρκεια της προθεσμίας ανακοπής είναι άκυρη. Εξαίρεση ισχύει για αποφάσεις που κηρύχθηκαν προσωρινώς εκτελεστές (άρθρ. ΑΠ 1534/2005 Δ 37.Ε.Ε. Για την έννοια του όρου αυτού. Βλ. ΕλλΔνη 1995. ο οποίος περιλαμβάνει όλους τους λοιπούς πλην των διαδίκων και εκείνων που ταυτίζονται νομικώς με αυτούς.904 παρ.π. Βλ. 321)44. επιτρέπεται όμως μόνον η λήψη ασφαλιστικών (προσωρινών κ. 521 § 2. γίνεται λόγος στα κεφάλαια για τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτελέσεως. 518 παρ. Ήδη το άρθρο 504 ΚΠολΔ ως προς τις δυο παραγράφου καταργήθηκε από το άρθρο 3 § 15 του ν.χ. σελ. 2207/1994. Βλ. 44. δηλ. π. 1049 (σιωπηρή αποδοχή ερήμην αποφάσεως λόγω μακράς επί δεκαεξαετίαν σιωπής). 47. ενόσω διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής. ΚΠολΔ 504 (521) § 2 Σχ. πιο πάνω τ. Ι § 157. 2 για την έφεση)42. δεν μπορεί να εκτελεστεί με την στενή του όρου έννοια (άρθρ.Ε. Στη βάση του προϊσχύσαντος δικαίου γινόταν δεκτό. 2).42 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας της αποφάσεως (βλ. 43. passim. να λάβει χώρα η διεξαγωγή αποδείξεων που διατάχθηκαν με την απόφαση κ.λπ. Τυχόν έναρξη της προθεσμίας ανακοπής με τη δημοσίευση της αποφάσεως θα ενείχε τον κίνδυνο ο ερήμην δικασθείς να μην λάβει ποτέ γνώση του εναντίον του δικαστικού αγώνα43. ότι αναστελλόταν η εκτέλεση και με την ευρεία έννοια (π. με άρθρ. είναι. 54. τότε σε αναίρεση υπόκειται και η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και η απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας απόφαση του ιδίου δικαστηρίου51. μπορεί να δικαιολογήσει την αναβολή της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. Μπορεί βεβαίως η άσκηση της εφέσεως να εξαρτηθεί από την αίρεση της απορρίψεως της ασκηθείσας ανακοπής. Επομένως με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως τίθεται σε κίνηση τόσο η γνήσια προθεσμία της ανακοπής όσο και η γνήσια και μακρότερη προθεσμία εφέσεως. 52. όταν η πλήρωση της αιρέσεως προκύπτει από ενέργεια του ιδίου του δικαστηρίου. Κατ’ άρθρο 513 παρ. γγ) Πριν την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας είναι απαράδεκτη η άσκηση 49. ότι η απουσία του διαδίκου οφείλεται στην αναγνώριση του νομίμου των ισχυρισμών του αντιδίκου49 ή στην έλλειψη ιδίου δικαιώματος. Αν εκδόθηκε ερήμην απόφαση στο δεύτερο βαθμό. Λιβαδά-Ράμμου ό. Ως δικαιολογική βάση της ανακοπής ερημοδικίας υφέρπει και η σκέψη. κατά το ισχύον δίκαιο οι προθεσμίες εφέσεως και ανακοπής ερημοδικίας συντρέχουν52. ΕφΑθ 8690/1989 Δ. 1034· 890/2003 ΕλλΔνη 2004. ΑΠ 1051/1993 ΕλλΔνη 1994. 2 κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους. Ματθία. ενόψει του νομίμου αυτής.. 51. Βλ. ββ) Όσο διαρκεί η προθεσμία αυτής δεν αρχίζουν οι προθεσμίες της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως. Για να καταστεί η απόφαση τελεσίδικη. Βλ. 387. σελ. 22. Το ζήτημα έχει σημασία. σε αντίθεση με τις δικαιοπραξίες του ουσιαστικού δικαίου. Το σημείο αυτό εξηγεί. Τέτοια υπάρχει. 53. όπως η άσκηση ενδίκου μέσου. απαράδεκτη την προηγούμενη συζήτηση της εφέσεως. ανεπίδεκτες αιρέσεως για λόγους ασφαλείας της διαδικασίας. Αυτό ισχύει και όταν η ερημοδικία λαμβάνει χώρα στο δεύτερο βαθμό.). γιατί αλλοδαπές έννομες τάξεις εντάσσουν τις ερήμην αποφάσεις στις υποχρεωτικώς προσωρινώς εκτελεστές κηρυσσόμενες.. γιατί οι διαδικαστικές πράξεις. 15. αναίρεση επιτρέπεται αν δεν συγχωρείται πλέον ανακοπή ερημοδικίας (λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας. . Βλ. 1 εδ. Αν ασκηθεί ανακοπή και απορριφθεί. Βλ. θα πρέπει να επιδοθεί η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που έκρινε ερήμην του εκκαλούντος50 ή του εφεσιβλήτου. 363. 24953.π. Στον ΚΠολΔ η ερήμην απόφαση μπορεί να ενταχθεί στην περίπτωση του άρθρου 908 1 α ΚΠολΔ. Τυχόν σωρευτική άσκηση των δύο ενδίκων μέσων δεν καθιστά.§ 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 43 ισχύει το ανασταλτικό αποτέλεσμα. 241 ΚΠολΔ54. 1576-1577. 54. Αντίθετα. παραιτήσεως κλπ. ενδεικτικώς ΑΠ 235/2000 ΕλλΔνη 2000. ΑΠ 477/2004 Δ 36. 250 ή στο πλαίσιο του άρθρ.π. Βλ. καίτοι δεν πρόκειται κατ’ ανάγκη για μία ενδοδιαδικαστική αίρεση. Απλώς. σελ. 50. όπως γίνεται ενίοτε δεκτό στη νομολογία. 94. ό. όπως είναι αυτονόητο. ΣΤ) Τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της ανακοπής εξετάζει το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα ακόμη. 637 επομ. όπως λέχθηκε. V) Άσκηση της ανακοπής. 541 § 1 Α. Στην περίπτωση παράλληλης ασκήσεως ανακοπής από τον ένα και εφέσεως από τον άλλο διάδικο. Επίκληση ουσιαστικών (δηλ. 501). 58.). σύμφωνα με τις αναφερθείσες ήδη διατυπώσεις56.Ε. αλλά αρκεί η μνεία. Το απαράδεκτο αυτό αφορά μόνον τον ερήμην. Ο λόγος θα πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος. πιο πάνω § 286. που ανάγονται στην ουσία της υποθέσεως) λόγων δεν απαιτείται δηλαδή βάσει του ΚΠολΔ. όταν εκκρεμεί η εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας. ότι επιθυμεί την αντιμωλίαν συζήτηση της υποθέσεως. ΕφΑθ 1330/1996 Δ 27. Α) Η άσκηση της ανακοπής γίνεται. για το θέμα Βερβεσό Δ 8. εφόσον. ββ) Τους λόγους ανακοπής. δικασθέντα διάδικο55. 245 (254) ΚΠολΔ η αναστολή της συζητήσεως επί της εφέσεως μέχρι την περάτωση της δίκης της ανακοπής.ΠολΔ Σ.Ε. 59. Η ανακοπή αποτελεί το ειδικό ένδικο μέσο για τους συγκεκριμένους λόγους. ότι ο ανακόπτων δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή ότι εκ λόγων ανώτερης βίας δεν μπόρεσε να παραστεί κατά τη συζήτηση58. 1079 (πλειοψ. ενδείκνυται. 57. εκτός από τα κατά τα άρθρ. πάντως ΑΠ 566/1976 ΝοΒ 24. Δεν αρκεί η αόριστη επίκληση του άρθρου 501 ή η απλή αναφορά στο δικόγραφο της ανακοπής. 458 επομ. συνήθως προς υποστήριξη της στη συνέχεια αναφερόμενης αιτήσεως. Με την καθιέρωση της αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας το δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει αναφορά ενός τουλάχιστον από τους προβλεπόμενους στο νόμο λόγους (άρθρ. αντιμωλίαν. Λόγο ανακοπής δεν αποτελεί επομένως τυχόν άλλη δικονομική ακυρότητα της διαδικασίας ή η προβολή ουσιαστικών ενστάσεων όπως για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος59. 522 § 1. α) Το δικόγραφο της ανακοπής. κατ' εφαρμογή του άρθρ. Έμμεσα όμως γίνεται αυτό αναγκαίο. οι οποίοι ως εκ τούτου δεν μπορούν 55. . Βλ. όχι όμως και τον. Βλ. ότι ο ανακόπτων δικάστηκε ερήμην και η δήλωση. αποτελέσματα αυτής και εισαγωγή προς συζήτηση. Βλ. Μετά τις επελθούσες τροποποιήσεις είναι δυνατή η αναβολή της δίκης στο εφετείο κατά το άρθρο 241 και 249 ΚΠολΔ. τα πραγματικά στοιχεία τους συνάγονται από το υπάρχον και νόμιμα τεθέν υπόψη του (πραγματικό) υλικό. 616 επομ. 118 (119) και 119 (120) ΚΠολΔ στοιχεία κάθε δικογράφου.44 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας αναψηλαφήσεως και αναιρέσεως. 56. πρέπει να περιέχει:57 αα) Αναφορά της ανακοπτόμενης αποφάσεως και μάλιστα τον αριθμό ή τη χρονολογία για σαφή καθορισμό της. Βλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Βλ. ΕφΑθ 14679/1987 Δ 20. ΚΠολΔ 505 (522) § 1 Σχ. π. ΕφΑθ 4570/1987 Δ 20. Εάν από την προβολή αυτή ήθελε καταστεί αναγκαία η αναβολή της συζητήσεως. εκτός εάν η ερημοδικία προσβάλλεται ως άκυρη. όταν είναι υποχρεωτική η πρόσληψη πληρεξούσιου67. πάντως Ματθία. αν απορριφθεί η ανακοπή (άρθρ. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προβληθούν με μεταγενέστερο δικόγραφο64 που κατατίθεται και επιδίδεται νόμιμα.) για τον ανακόπτοντα (άρθρ. Δικονομίας» . τα ειδικότερα στοιχεία της γνωστοποίησής τους. ΑΠ 533/1998 ΝοΒ 1999.λ. 61. Βλ. 522 το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα γενικά στοιχεία κάθε δικογράφου. Τόμος προς Τιμή Παναγιώτη Καργάδου 2004.000 δραχμών). 63. Κατά το Σχ.ΠολΔ Σ. Δεν αρκεί δηλαδή η έλλειψη υπαιτιότητας62. 309· ΕφΠειρ 888/1994 ΕλλΔνη 1996. 65. Περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο. 1404.§ 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 45 να προβληθούν ως λόγοι εφέσεως60 ή αναιρέσεως61. στη συγκεκριμένη περίπτωση το οποίο δεν αναμενόταν και δεν μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί με επίδειξη άκρας συνέσεως και επιμελείας63. ή απόρριψη των αντιστοίχων αιτήσεων του αντιδίκου. ΕλλΔνη 1995. ούτε μεγαλύτερο των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ (=100. (522 § 1) πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της ανακοπής και τα προς απόδειξη αυτών μέσα και προκειμένου για μάρτυρες. 1285-1286· ΕφΑθ 102/2000 ΕλλΔνη 2000. Με την έννοια 60.Ε. = ΕλλΔνη 2002. 679 επομ. Αντίθετα. Κατά το Σχ. Κατά τα Σχ.δ. 800. να συνοδεύεται από γραμμάτιο καταβολής του παραβόλου που ορίστηκε με την ερήμην απόφαση. 4/9/1925 «Περί της εν μέρει καταργήσεως της ερημοδικίας και προσθήκης εις το άρθρον 25 Πολιτ. 68. Βλ.Ε. 563 επομ. Βλ. Βλ. ΑιτΕκθ ν. 64. Βλ. 67. μνεία των λόγων της ανακοπής δεν είναι απαραίτητη. 509 εδ.Ε.Ε. δδ) (Την) υπογραφή του ανακόπτοντος ή του πληρεξουσίου του ή και του τελευταίου. ΑΠ 363/2004 ΕλλΔνη 2005.000 δρχ. 66. 531 Α. Η έννοια της ανώτερης βίας στην ανεύρεση νέου εγγράφου ως λόγου αναψηλαφήσεως. γενικώς Γ. 78 (εμμέσως)· ΠολΠΑθ 2408/1974. β) Το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει κατά την κατάθεσή του. Το επιτρεπτό των προσθέτων λόγων προκύπτει από τη θέση για άπαξ άσκηση του ενδίκου μέσου66. Νοείται οποιοδήποτε γεγονός απρόβλεπτο. ΣτΕ 3215/2006 ΕλλΔνη 2008. το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των ογδόντα οκτώ (88) ευρώ (=30. Α. ΑΠ 363/2004 Δ 36. ΝοΒ 1975. Η ανώτερη βία ως ένας πρακτικός σπουδαίος λόγος νοείται όπως στο αστικό δίκαιο. Σ. δεν είναι δυνατή η κατάθεση με τις προτάσεις65.Ορφανίδη. 426. τα έξοδά της επιβάλλονται σε βάρος του ανακόπτοντος. Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ αριθμ. γγ) Αίτηση για την εξαφάνιση της ανακοπτόμενης αποφάσεως και νέας συζητήσεως της υποθέσεως προς το σκοπό της παραδοχής των ίδιων αιτήσεων για παροχή προστασίας κ. 62. 1131-1132. με ποινή απαράδεκτου. 505 παρ. 2). 959 επομ. 16. Αφορούσε αρχικά την αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. 2). Το παράβολο καθιερώθηκε ως μέτρο για την περιστολή της ερημοδικίας και της παρελκύσεως της δίκης68. 11· Νίκα. το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 88 ευρώ (30. δεν αίρεται από το λόγο αυτό το απαράδεκτο της ανακοπής. 71. 73. . ΚΠολΔ 505 (522) § 2 Σχ. ΚΠολΔ 506 (523) § 2 Σχ. αν δικαιολογείται πλέον νομικοπολιτικώς η διατήρηση του παραβόλου. Σύμφωνα με το ισχύον άρθρο 505 παρ. Εάν όμως αυτός κατά παράβαση του καθήκοντός του δεχθεί την κατάθεση. Α) Η συζήτηση επί της ανακο69. 70.) ούτε μεγαλύτερο από 293 ευρώ (100. β Α. Το τέλος δικαστικού ενσήμου δεν περιλαμβάνεται στα καταβλητέα έξοδα και τέλη. με τον ίδιο τρόπο που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. 2 ΚΠολΔ ο ανακόπτων οφείλει να καταβάλλει στη γραμματεία του δικαστηρίου (ανεξάρτητα συνεπώς αν αυτό είναι πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο) μόνο το παράβολο που όρισε η ερήμην απόφαση.ΠολΔ Σ.Ε. Βεβαίως έως τώρα προβλεπόταν τόσο για την περίπτωση της αναιτιολόγητης όσο και για την περίπτωση της αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. α Α. ή αν δεν υπάρχει. Για το ζήτημα εάν μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης των αποφάσεων αυτών. 75.) για κάθε ανακόπτοντα. 542 § 1 εδ. 38. 522 § 2.Ε.Ε.ΠολΔ Σ. και πιο πάνω σημ.ΠολΔ Σ. 74. πιο κάτω στα περί προσωρινώς εκτελεστών αποφάσεων. ΚΠολΔ 506 (523) § 2 Σχ. Β) Η εμπρόθεσμη και νόμιμη άσκηση της ανακοπής επιφέρει αναστολή της εκτελέσεως της ανακοπτόμενης απoφάσεως70. 1 όπως ίσχυε). 72. ότι ο ανακόπτων οφείλει να καταβάλει και τα έξοδα ερημοδικίας που επιδικάζονται με αυτήν69. βλ. αν δεν προσκομίζεται το γραμμάτιο καταβολής του παραβόλου. α Σχ.Ε. πιο πάνω § 286.000 δρχ.Ε. Ο υπάλληλος της γραμματείας οφείλει να αρνηθεί την παραλαβή του δικογράφου που κατατίθεται. 523 § 1 εδ. ΚΠολΔ 21. ΚΠολΔ 20.Ε. σύμφωνα με την αναφερθείσα πιο πάνω διαδικασία73. το οριζόμενο από τον Άρειο Πάγο75. Επιτρέπεται όμως η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Βλ. το ανασταλτικό αποτέλεσμα της ασκήσεως ανακοπής ισχύει και για τις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις που εκτελούνται κατά τρίτου72. Η άσκηση της ανακοπής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα στις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις71. 523 § 2. Κατ' εξαίρεση της εξαιρέσεως αυτής. VI) Συζήτηση και απόφαση επί της ανακοπής.Ε. Πρβλ. ΚΠολΔ 506 (523) § 1 εδ. Παλαιότερα προβλεπόταν διαφορετικό παράβολο για τις αποφάσεις του ειρηνοδικείου και διαφορετικό παράβολο για τις αποφάσεις του πρωτοδικείου και των εφετείων. 508 παρ. επιπλέον δε προβλεπόταν.ΠολΔ Σ.46 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας αυτή είναι αμφίβολο. Γ) Η ανακοπή που ασκήθηκε εισάγεται προς συζήτηση. 541 § 2 Α. 523 § 2.000 δρχ. α. 542 § 1 στο τέλος Α.Ε. 542 § 1 εδ. Δ) Αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την ανακοπτόμενη απόφαση74. αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη77. αν ο λόγος της ανακοπής θεωρήθηκε αόριστος. επίσης ΕφΑθ 2139/1970 ΝοΒ 19.Ε. 509). ΑιτΕκθ ν. 80. Βλ. 526. σύμφωνα με τον προαναφερθέντα τρόπο. 1389 με παρατ. Το δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Αν ένας τουλάχιστον από τους λόγους της ανακοπής κριθεί. ανάλογα εάν στην εκφώνηση της υποθέσεως παρίστανται προσηκόντως όλοι οι διάδικοι ή απολείπεται κάποιος από αυτούς76. 76. ΚΠολΔ 509 (526) Σχ.Ε. Βλ. § 177. εάν είναι ενάγων. 525 § 1. ότι μπορεί αυτός να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς και να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα υπερασπίσεως και ιδίως. Ο κανών της άπαξ μόνο α- . είναι δυνατή η εκ νέου άσκηση της ανακοπής με την προϋπόθεση ότι υφίσταται ακόμη προθεσμία81. Από αυτό ακολουθεί. δ. την εκδίκασή της.ΠολΔ Σ. Β) Αντιμωλία συζήτηση και εκδίκαση της ανακοπής:Το δικαστήριο εξετάζει αρχικά το παραδεκτό της ανακοπής. Η συζήτηση επί της ουσίας της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό είναι πρώτη για τον ανακόπτοντα. βάσιμος εξαφανίζεται η ερήμην απόφαση και οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την πιο πάνω απόφαση θέση και στάση της δίκης. Εάν απουσιάζουν όλοι. να ασκήσει ανταγωγή. 78. Στη συνέχεια εξετάζεται το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων ανακοπής. 545 § 2 Α. όπως απαιτείται γενικά. ΕφΘεσ 184/1999 ΕλλΔνη 1999. οι διάδικοι εναντίον των οποίων αυτή απευθύνεται μπορούν να προτείνουν και νέους πραγματικούς ισχυρισμούς. Κατά την ορθότερη γνώμη. 958/1971 σε σχέση με το άρθρ. 79. το δε δικαστήριο προβαίνει αμέσως (και) στην περαιτέρω εξέταση της διαφοράς δίχως νέα κλήτευση (άρθρ. το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο79. 81. Για τη βασιμότητα των λόγων δεν απαιτείται δηλαδή η δημιουργία πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Διαμαντόπουλου. Διαφορετικά. πιο πάνω τ. αλλά και τον «τρόπο σχηματισμού της κρίσεως»80. έστω και με πιθανολόγηση.Ε. Βλ. ΚΠολΔ 508 (525) § 1 Σχ.§ 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 47 πής γίνεται κατά τους κανόνες που αναφέρθηκαν για τη διαδικασία στο ακροατήριο. 509. ΠολΠΠειρ 466/1989 ΝοΒ 1989. είτε αντιμωλίαν είτε ερήμην ενός από τους διαδίκους. μέχρις ότου κάποιος από τους διαδίκους επισπεύσει.Κλαμαρή. Εάν λείπει μια τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής.189. να συμπληρώσει την αγωγή εντός των αναφερθέντων ορίων78. 77. εάν όλοι οι λόγοι ανακοπής κριθούν αβάσιμοι. Εάν γίνει δεκτή η ανακοπή. δηλ. αφού και αυτή που έλαβε χώρα ερήμην του ήταν η πρώτη. εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της. 1256-1257· Ν.Ι.Ε. εάν είναι εναγόμενος. η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και ηρεμεί.ΠολΔ Σ. 544 Α. Η πιθανολόγηση δεν αφορά μόνο το βαθμό δικανικής πεποιθήσεως. εάν πριν την απόρριψη της ανακοπής ως ανυποστήρικτης πρέπει να εξετάζεται το παραδεκτό της ανακοπής. 1. Συνεπώς εκδίδεται μία ενιαία απόφαση τόσο για την αποδοχή της ανακοπής82 όσο και για την ουσία. ορθότερη πρέπει να θεωρείται η γνώμη που λύνει το θέμα αρνητικά. διότι. ότι στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια και να περιλαμβάνεται στην απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση διάταξη για την τύχη των προκαταβληθέντων παραβόλου και δικαστικών εξόδων. 83. 84. έγινε δεκτό.48 § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας Αν γίνει δεκτή η ανακοπή. διαπιστώνεται ότι αυτός ερημοδικεί. ως αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής τοιαύτης. Ο ορισμός αυτός είναι κατανοητός περισσότερο στη βάση της αναιτιολόγητης ανακοπής που κατά παράκαμψη στην ουσία του δεσμευτικού αποτελέσματος της οριστικής αποφάσεως (άρθρ. α) Εάν κατά τη συζήτηση της ανακοπής στην ορισθείσα δικάσιμο είναι απών ο ανακόπτων και η συζήτηση της ανακοπής γίνεται με επιμέλεια αυτού ή χωρεί μεν με επιμέλεια του καθ' ου η ανακοπή. Βλ. 181. Αμφισβητείται το ζήτημα. δεν αποφαίνεται όμως εισέτι επί της αγωγής. η απόδειξη και η αποδοχή του λόγου ανακοπής. 85. Γ) Ερήμην συζήτηση και εκδίκαση της ανακοπής. 181 86. Κατά σκήσεως των ενδίκων μέσων. Απαιτείται η επίκληση. Η ανακοπή προσδιορίζεται συνήθως ως το ένδικο μέσο με το οποίο ζητείται η εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως και η νέα συζήτηση της υποθέσεως83. και ΑΠ 807/1976 ΝοΒ 25. αλλά. και ΑΠ 81/1968 ΕΕΝ 35. ΙΙΙ. σελ. 368 που θεωρεί μη οριστική την απόφαση που δέχεται μεν την ανακοπή. πιο πάνω τ. λ. διαφορετικά. Ορθά. 82. Η άσκηση ανακοπής δεν επιφέρει δηλαδή αμέσως την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως όπως στην περίπτωση της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας.λπ. . 1) οδηγεί σε νέα συζήτηση της υποθέσεως84.. Δεν εκδίδονται δηλαδή δύο χωριστές αποφάσεις. ενδεικτικά Νίκα. Βλ. Βλ. εξ άλλου. το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή ως ανυποστήρικτη. ΑΠ 807/ 1976 ΝοΒ 25. Πρβλ.χ. Μετά την αποδοχή της ανακοπής και την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως το δικαστήριο κατά την εξέταση της ουσίας της υποθέσεως δε δεσμεύεται ως προς τον χαρακτηρισμό της αγωγής. εξαφανίζεται η ερήμην απόφαση και συζητείται αμέσως η ουσία της διαφοράς (509). Η αντιμετώπιση αυτή της αναιτιολόγητης ανακοπής επιζεί κατά κάποιο τρόπο και στο ισχύον δίκαιο. Πολιτική Δικονομία. κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση κ. § 110 αριθμ. 309 εδ. Κατά τη δικονομική τάξη και κατά την αρχή της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας. κατ' εφαρμογή των οριζόμενων86 από το άρθρο 271 (281) ΚΠολΔ. Ι § 188. 246. από την πρώτη απόφαση85. αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Ε. και μετά την εξαφάνισή της απορρίφθηκε οριστικά η αγωγή. η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.Ε.λπ. αλλά απουσιάζει δικονομικά ο καθ' ού η ανακοπή. νέα ανακοπή87. επειδή είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή κ. Αν ασκηθεί ανακοπή κατ’ αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορριφθεί. όπως εκτέθηκε παραπάνω. 141 επομ. σχετικώς ΑΠ 477/2004 Δ 36. 975. Το συμπέρασμα αυτό αντλείται από την κατάργηση της παραγράφου 3 του άρθρ. 507. εκτός από τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απόντος διαδίκου κ. Βλ.). στην αναγκαστική ομοδικία η ανακοπή που ασκείται από έναν των ομοδίκων ωφελεί και τους λοιπούς ομοδίκους. και εφόσον συντρέχουν οι αναγραφόμενες προϋποθέσεις. ΠολΠΑΘ 8318/2001 Δ 33. Δ) Επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. και το παραδεκτό της ανακοπής. για τις οποίες γίνεται λόγος στη συνέχεια. εξαφανίζεται η προσβαλλόμενη. . VII.ΠολΔ Σ.λπ. ακυρώνεται η ερήμην απόφαση και εξετάζεται η ουσία της υποθέσεως89. Βλ. Πριν από αυτό εξετάζονται αυτεπάγγελτα. η οποία υποβάλλεται με το έγγραφο της ανακοπής ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο και εφόσον η εκτέλεση της αποφάσεως αποδεικνύεται προαποδεικτικά. το επιτρεπτό της ερημοδικίας. εφόσον δεν αποδέχθηκαν ρητά την ερήμην απόφαση ή δεν παραι87. τότε ο διάδικος μπορεί να προσβάλει με έφεση την απορριπτική απόφαση. ΚΠολΔ 914 (975) Σχ. σχετικά πιο πάνω τ. Πρβλ. το δικαστήριο. 845-846. Βλ.λπ. Ένδικα μέσα. ΕλλΔνη 1995. Η απόφαση που εκδίδεται στις πιο πάνω περιπτώσεις επί της ανακοπής υπόκειται σε ένδικα μέσα. κατά την ορθότερη γνώμη. Εάν η απόφαση που ανεκόπη και εξαφανίστηκε εκτελέστηκε. 1039 Α. VIII. κατά την κρατούσα γνώμη. μετά από αίτηση του διαδίκου που νίκησε.§ 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας 49 της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή ως ανυποστήρικτη δεν επιτρέπεται. 76 (77 § 4 ΚΠολΔ)90. 88. 11 (15). Κατ' εξαίρεση. Ι § 226. 363· ΕφΑθ 4738/205 ΕλλΔνη 2006. διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση88. και πιο κάτω στα αναφερόμενα για τις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις. Αν ευδοκιμήσει η έφεση. η ανταγωγή ή η κύρια παρέμβαση. Τα αποτελέσματα της αποφάσεως που εκδίδεται επί της ανακοπής περιορίζονται κατ' αρχήν στους διαδίκους και τους ταυτιζόμενους νομικά μ' αυτούς (κληρονόμους και εν γένει καθολικούς διαδόχους κ.· Ματθία. γίνεται αποδεκτή η ανακοπή ερημοδικίας. σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 89. Συνέπειες της αποφάσεως. σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες του κοινού δικαίου για το επιτρεπτό καθενός από αυτά. β) Εάν στην ίδια δικάσιμο παρίσταται ο ανακόπτων. 90. § 287 – Ανακοπή Ερημοδικίας .50 τήθηκαν ρητά από το δικαίωμα της ανακοπής. ΝΔικ.W. Baumgärtel. ΝοΒ ΚΕ 1054α. σ. 1975· Fenn H. 185 επ.ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΕΦΕΣΗ § 288 Ειδική βιβλιογραφία: Σαμουήλ.. ZZP. σ. 1924· K. σ. Festschrift für Fragistas..· Pagenstecher M. Berufungszwang durch Verfahrensbeschleunigung. Die Anschlussbeschwerde im Zivilprozess und im Verfahren der Freiwilligen Gerichtsbarkeit. L'impugnazione incindentale nel processo civile. ΕλΔνη 1995. 1976· N. 1976. 1-20· Walsmann H. Δίκη ερήμην εφεσιβλήτου. σ.. Δ (1969). Ist eine weitere Einschränkung des Rechts zu neuem Vorbringen in der Berufungsinstanz vertretbar. 3 επ.Z. σ. Βερβεσού. 77· Ιω. Α΄ (1966). Die Erweiterung des Rechtsmittelantrags. επί τη Εκατονταετηρίδι Πανεπ.. Verbot der Reformatio in pejus und Parteidisposition über die Sache in höherer Instanz ZZP 91. 37-49· W. Beschwer. Κεραμέως. 153 επ. 128-176· του ίδιου. Συμβ. 1393-1396. Grunsky. 1972· του ίδιου. 1937· του ιδίου. Θεσ/κη 1987· Σ.· Κ. Berufung.Θ. Το ένδικον μέσον της εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ. Κουσουλού. σ. 205 επ.· Κωστοπούλου. Ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά των ερήμην αποφάσεων. „Das Rechtsmittel der Anschlussberufung“ oder die Rechtsmittelanschließung. Φραγκίστα τ. 1975. σ. σ. 1972· G. Klamaris. 91 (1978).. 528 ΚΠολΔ. Οι νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί στην κατ' έφεση δίκη. 1967. Εννοια και περιεχόμενον του άρθρ. 11 επ. 259-266· ο ίδιος. N.· Ν. .. Das Verbot der reformatio in pejus im Zivilprozess. Άσκησις ενδίκων μέσων υπό των δανειστών εναντίον των κατά του οφειλέτου εκδιδομένων αποφάσεως. Η έφεσις 1974· Κ. 10-13· Ohndorf. Zeitschr. Ζητήματα Πολ. 1966.V. σ. Δικονομίας. Anschlussberufung. Δ VIII. 1972. Ράμμου. Τιμητ..· Δέσπη Ιω... B. σ. 979-982· Kissel Oth. 1961· Baur Fritz. 222-228˙ Chiarloni S. 355-357· Schneider Egon. σ. Die Berufung im neuen Zivilprozessrecht. ΝοΒ ΚΚ (20). Die Beschwer und die Geltendmachung der Beschwer als Rechtsmittelvoraussetzung im deutschen Zivilprozessrecht.J. Η ανακοπή ερημοδικίας και η έφεσις κατά το σχέδιον ΚΠολΔ.D. 168 επ. Erweiterte Berufung gegen Zivilurteile des Amtsgerichts. Beschwer und unbezifferter Klageantrag. σ. Ξένιον Π. Το έννομον συμφέρον του νικήσαντος διαδίκου προς άσκησιν εφέσεως ή αντεφέσεως. Επιστημ. Fam.. 121-136· Kapsa Berhard-Michael. Ματθίας. Ist die Anschlussberufung (Anschlussrevision) ein Rechtsmittel. K. σ. 1969· Gilles P. Festschrift für Reinhard. Ζέπου (1973). 1928· N. Νίκας Ν. σ. Μπέη. 76 (16). Humane Justiz 1977.J. 363 επ. für Rechtspolitik. Berufung und Revision im Zivilprozeßentwurf Judicium 4. σ. Αθηνών. σ. R. N. 147-171· Deubner K. Die Anschlussberufung. Klamaris. Die Aufrechnung im zweiten Rechtszug. Rechtsmittel im Zivilprozess. Τόμ.· Γ. σ. ΕΕΑΝ τ. Anschließung. M. Die Berufung in Zivilsachen und die zivilgerichtliche Instanzenordnung. XXIII.Δ.W. Δικαίωμα εφέσεως υπό νικήσαντος διαδίκου και προϋποθέσεις ασκήσεως. 655· Philippi. σ.R. Βιβλιοκρισία της ως άνω διδακτορικής διατριβής του Kapsa. Das Rechtsmittel der Anschlussberufung. σ. Σκέψεις περί των λόγων εφέσεως Δ. ZZP 89. Δ. 1978. Mπέη. Revision und Beschwerde etc. Το προς έφεσιν δικαίωμα του νικήσαντος διαδίκου. 359-373· του ίδιου. Festgabe für Vollkommer. 3.. FS für Ullmann. 2006. Handbuch: Berufung im Zivilprozess. FS E. 2 ZPO.-J.. JurBüro 2008. MDR 2003. MDR 2004. Offene Fragen des neuen Berufungsrechts. Das neue Berufungsverfahren in der Rechtsprechung des BGH. NJW 2002. Beck’sches Mandatshandbuch: Zivilrechtliche Berufung. 110-113· Gaier R. Unstreitige neue Tatsachen in zweiter Instanz.P.. MDR 2009. 199-201· Dieti S. 155επ. Berücksichtigung eines neuen Sachvortrags mit neuen Angriffs. Reform des Zivilprozesses – Einführung der Beschlussverwerfung. MDR 2008. 981-983· Fellner C. 1 Nr.. 463-480· Burgermeister U. Strategien für die Berufung im Zivilprozess. NJW 2002. 2041-2046· Gehrlein M...52 § 288 – Έφεση Altmeppen H. Klageänderung bei Berufungseinlegung. Fallstricke und Barrieren im neuen Berufungsverfahren. Die Tatsachenbindung des Berufungsgerichts nach der ZPO-Reform. 1095-1097· Greger R.. Die Berufung im Zivilprozessreformgesetz. MDR 2003. 421-430· Gehrlein M. Berufungsurteil – Neue Anforderungen an den Inhalt nach dem ZPO-RG... 490-497· Heßler H... 2010· Ebel H. Zum Tatsachenstoff im Berufungsverfahren nach der Reform der ZPO – Eine Erwiderung. NJW 2003. Die Zulassung neuen Tatsachenvorbringens im Berufungsverfahren des Arzthaftungsprozesses. ZZP 116../Oberheim R.. VersR 2005. Abstandsnahme vom Urkundsprozess im Berufungsverfahren. 47-50· Henke M. 1265-1268· Horbach C. Das Anschluss- ../Hirtz B. Aufl. 721-723· Fellner C. 165-194· Crückeberg H. 954-958· Born W... Die Berufungsinstanz nach dem Zivilprozessreformgesetz von 2002 – Tatsachen oder Rechtskontrollinstanz?.-J. ZRP 2001. JZ 2003. NJW 2006. ZZP 107.. 1985· Eichele K.und Verteidigungsmitteln und die Folgen in der Berufungsinstanz. ZIP 1992. Zur Zurückweisung der Berufung durch Beschluss in nach TRIPS zu beurteilenden Verfahren der Durchsetzung von Rechten des geistigen Eigentums. Prüfungsumfang und Prüfungsprogramm im Berufungsverfahren nach der Zivilprozessreform 2002.. Tatsachenfeststellungen im Urteil der ersten Instanz.. 313323· Heßler H.. Aufl.... NJW 2004. Das Berufungsverfahren nach der ZPO-Reform – Eine kritische Bestandsaufnahme. Untersuchungen zu § 538 Abs.. 2002. Klageänderungen in der Rechtsmittelinstanz. 343-346· Hirtz B.. 2008. Das Urteil des Berufungsgerichts nach der Zivilprozessreform.... Die Berufungszurückweisung durch Beschluss im Blickpunkt aktueller Rechtsprechung. 1702-1703· Baumann A. 2007· Brehm W.. Tatsachenfeststellung durch das Berufungsgericht – ein Menetekel aus Karlsruhe.. 449-459· Barth H. NJW 2002. 2001· Jacoby F.. Die reformatio in peius im Zivilprozess. MDR 2003. 2009· Gerken U. 10-11· Crückeberg H. Der Prozessstoff des Berufungsverfahrens. 442-446· Doukoff N. 1245-1249· Braunschneider H. 241-243· Fellner C. Verfahrenskontrolle und Entscheidung des Berufungsgerichts. Beschränkung des Zugangs zum Revisionsgericht durch Zurückweisung der Berufung durch Beschluss gem. FamRZ 2003. 3289-3292· Gaier R.. Die Berufung der bedürftigen Partei im Zivilprozess. 2006. 2006· Baumert A... MDR 2003. NJW 2001..K. NJW 2004. MDR 2001. Probleme der Anschlussberufung nach § 524 ZPO. 961-976· Heiderhoff B.. 2010· Fellner C. 2882-2883· Grunsky W. 4. Müller. 309-314· Egger W. NJW-Sonderheft BayObLG. MDR 2004. 126-128· Fölsch P. 800-802· Hallstein H. Zum Tatsachenstoff im Berufungsverfahren nach der Reform der ZPO. 3521-3524· Frohn. 169-198· Geisemeyer G..· Gaier R. Die Monatsfrist bei der Anschlussberufung – ein gesetzgeberischer Blindgänger. Tatsachenfeststellung in der ersten Instanz – Bedeutung für das Berufungsverfahren und die Korrekturmöglichkeiten. Erste Erfahrungen mit der reformierten ZPO – Erstinstanzliches Verfahren und Berufung. Anforderungen an eine zulässige Berufungsbegründung unter Berücksichtigung der BGHRechtsprechung.. 2 ZPO.. § 522 Abs. FS für Wiedemann. NJW 2008. MDR 2001. Grundfragen und aktuelle Probleme des Beweisrechts aus deutscher Sicht.. MDR 2005. Der Prozessstoff der zweiten Instanz im Zivilprozess in der deutschen Gesetzgebungsgeschichte seit 1877. Erklärungspflicht des Prozessgegners über unzulässiges neues Vorbringen?. Zur Präklusion der Verjährungseinrede in der Berufungsinstanz. NJW 2007. MDR 2004. Verfahrensfehlerhafte erneute Tatsachenfeststellung und Zulassung neuen Vortrags in der Berufungsinstanz. Von Amts wegen zu beachtende Verfahrensmängel im Zivilprozess. Verspätet.. Die Neuregelung der Anschlussberufung.§ 288 – Έφεση 53 rechtsmittel und seine Kosten nach dem Zivilprozessreformgesetz. 174-178· Saenger I. 3593-3599· Liesching P. 33903392· Noethen M. Die erstmalige Erhebung der Verjährungseinrede in zweiter Instanz. aber zugestanden: Nova in der Berufungsinstanz. 747-759· Roth H. 1141-1147· Schenkel H. 781-785· Nassall W. 2000· Rimmelspacher B.. Zivilprozessreform und Berufung. Prozessstoff und Prüfungsumfang in der Berufungsinstanz nach der ZPOReform 2002. Kostenrisiko des Anschlussberufungsklägers bei einstimmiger Zurückweisung der Berufung. Unanfechtbarkeit des Beschlusses nach § 522 II ZPO. ZZP 120. Nichtannahme der Berufung?. Verjährungseinrede in der Berufungsinstanz bei unstreitiger Tatsachengrundlage. 1150-1153· Piekenbrock A.. 1172-1176· Schmidt P. Die Rechtsprechung des BGH zum neuen Berufungsrecht im Lichte der Intentionen des Gesetzgebers. Fehlen des Tatbestands im Berufungsurteil – Zulassungsgrund für die Revision?. Zur Abschaffung der selbstständigen Anschlussberufung durch das Zivilprozessreformgesetz. 1333· Rimmelspacher B. 3320-3322· Löhnig M.. ZZP 120. NJW 2005. NJW 2007. NJW 1990... Die Berufungsgründe im reformierten Zivilprozess. NJW 2009. ZZP 115. ZPR 2009. Der Anwalt im Berufungsverfahren: Strategien und Fehlervermeidung. Kosten der umgedeuteten Anschlussberufung nach Zurücknahme der Berufung. 2963-2965· Meller-Hannich C.§ 522 II ZPO. FS Beys.../Iliou C. Die erneute Tatsachenfeststellung in der Berufung. 3 ZPO verfassungswidrig?.H... 1897-1905· Rimmelspacher B. ZZP 121. 185-213· Katzenstein M. 2002· Reinelt E. Neues Rechtsmittelrecht im Zivilprozess – Berufungsinstanz und Einzelfallgerechtigkeit. 2 ZPO in der gerichtlichen Praxis. FamRZ 2004.. FS für Schlosser. 2 ZPO bei der Berufung und nach § 522a ZPO bei der Revision.. JZ 2002. MDR 2002. 2005. MDR 2005. Alte und neue Probleme des Präklusionsrechts nach der ZPOReform. NJW 2003. 203-206· Rimmelspacher B... 219-236· Pape G.. Beschränkter Prüfungsumfang im Berufungsverfahren. 2007· Lechner H.. 2004· Ostermeier P.. 283-291· Münch J.. Ist § 522 Abs. Die unendliche Geschichte . 245-248· Manteuffel K. 726-728· Schmidt P.. NJW 2002. 192199· Lindner R. 403-425· Kroppenberg I. Die neue Berufung in Zivilsachen.. NJW 2004. NJW 2003.. Funktion und Ausgestaltung des Berufungsverfahrens im Zivilprozess: eine rechtstatsächliche Untersuchung. Die Verlängerung der Berufungserwiderungsfrist im Zivilprozess – Fristverlängerung ohne Wert?.. 121125· Schenkel H. 737-740· Knops K. Der Prozessstoff des Berufungsverfahrens aus Sicht der Revision.Kritische Gedanken zu § 522 ZPO. Die Zurückweisung der Berufung durch Beschluss.......-O.. NJW 2006. 802-804· Oberheim R. Zulässigkeit einer erstmals im Berufungsrechtszug erhobenen Verjährungseinrede. Verfassungsgerichtliche Lawinensprengung?. 610-615· Schellhammer K. MDR 2006. 2003· Oh J. 2009· Rauscher M. 2003.Das BVerfG und die Berufungs-Beschlusszurückweisung. Olshausen E. 675-677· Postel G.. Die Verkürzung des Rechtswegs durch § 522 Abs... 1224-1225· Lindner R.. . Die Klageänderung im Berufungsverfahren. NJW 2002.. 945947· Lange T. ZIP 2003. NJW 2008. 1024-1027· v. JZ 2005.. Berufungsverfahren – Der Zurückweisungsbeschluss nach § 522 Abs. 642-644· Krüger W. 3385-3388· Müller-Rabe S.. 139-163· Schellenberg F.. NJW 2003. MDR 2004. 540-548· Piekenbrock A. 2010. Berufung und Beschwerde nach dem Zivilprozessreformgesetz (ZPO-RG).... 2010. Auf. Die Zurückweisung der Berufung durch Beschluss im Zivilprozess – notwendig und verfassungsgemäß. 377379· Vossler N. Die Anschlussberufung (§ 524 ZPO). NJW 2005. 2007. MDR 2008. ZZP 119. Rechtsbehelfe im Zivilprozess. 722-726· Wach K. NJW 2006. Neues Berufungsvorbringen nach erstinstanzlicher Verletzung der richterlichen Hinweispflicht.. 1981· Κ. 878-881· Stackmann N. ZZP 119. 766 επ.-D/Kramer W. Kommentar zur ZPO. 231 επ.. Μπέης. Die Nichtzulassung der Revision im Berufungsurteil. NJW 2003. Auf. 29. 17. Zivilprozessrecht. 2010· Musielak/Ball. 3.· του ιδίου.· Στ.. Fehlerkontrolle zu Beweisaufnahme und Beweiswürdigung nach ZPOBerufungsrecht. Αστικό Δικονομικό Δίκαιο.· Ν. § 27 Κατ’ άρθρον ερμηνείες : Stein/Jonas/Grunsky. Fehlervermeidung im Berufungsverfahren. Προβλήματα ομοδικίας στην κατ’ έφεση δίκη.. NJW 2002..54 § 288 – Έφεση Teilanfechtung und spätere Erweiterung des Berufungsantrags. Δ 1980. Πολυζωγόπουλος. 155επ. Zivilrechtliche Berufung.. 2010.. ZIP 1993. Auf... Verspätungsrecht im Berufungsverfahren.Θεσσαλονίκη 1986. Zweites Versäumnisurteil und Berufungsmöglichkeiten gemäß § 513 II ZPO.· Κ. Νέοι ισχυρισμοί ως λόγοι εφέσεως. 3601-3605· Strohn. 2002. 788-791· Trimbach H.. Grundkurs ZPO..und Beschwerdeverfahrens in Zivilsachen durch das Zivilprozessreformgesetz... 7. 1628· Schnauder F. Offene Fragen des neuen Berufungsrechts nach dem Zivilprozess-Reformgesetz. MDR 2004. NJW 2008. Band 2..· Β.. §§ 136-140· Jauernig O.. Κ. Zivilprozessrecht. NJW 2003. Η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ’ ερήμην αποφάσεως μετά την απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας.und Verteidigungsmittel im Berufungsverfahren. Die Berufungszurückweisung durch Beschluss und rechtliches Gehör. Κλαμαρής. 21.· Στ. 781-789· Stackmann N.. 1315-1320· Wächter G. 3665-3670· Stöber M. 271-274· Stackmann N. Band 5/Ι./Kern K. Σκέψεις περί των λόγων της εφέσεως. ZPO Kommentar. 169175· Stackmann N.. 7. Auf. Die reformierte Berufung im Spannungsfeld zwischen Tatsachenund Revisionsinstanz. 510-534· Schilken E. VersR 2007. 2008. 2007· Schwarz H. Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ. Συστηματικά έργα/εργχειρίδια: Rosenberg/Schwab/Gottwald.... NJW 2006. Ο κανών της άπαξ μόνον ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Aufl. Die aktuelle Rechtsprechung zur Berufungszurückweisung nach § 522 Abs.. Rdnr. 401-405· Volland V. 13. FS für Wiedermann. Zivilprozessrecht. 324-327· Stackmann N. ΝοΒ 1990. Auf. 1703-1706. Die Zulassung neuer Angriffs. Nacherfüllungsverlangen in der Berufungsinstanz. Zivilprozessrecht. Die erfolgversprechende Berufungsschrift in Zivilsachen. Ματθίας. 472 επ. 6875 και 162-169· Schneider E. Βαθρακοκοίλης. JuS 2004.-J.. NJW 2009. 2008· Sievert D. 1994· Münchener Kommentar zur ZPO/Rimmelspacher./Hülk F.§ 73· Grunsky W. Auf. 10. 2007· Skamel F. 2 ZPO. 217-220· Musielak H. Αθήνα 1976. NJW 2010. JuS 2002. Der Tatsachenstoff im Berufungsverfahren.. 1895 επ. 2010.. 545 επ. Auf.. ΝοΒ 1989. Die Berufung in Zivilsachen.. Zivilprozessordnung.. 655 επ.. 2008· Schneider J. 2. 423-434· Schumann C.. Κεραμεύς. 2005· Stackmann N. JA 2000.. Die Neugestaltung des Berufungs. Κώδικας Πολιτικής Δικο- ... Auf. Die Tatsacheninstanzen in großen bürgerlichen Rechtsstreitigkeiten nach der ZPO-Reform. 2009· Prütting/Gehrlein/Lemke και Oberheim. Beendigung des Berufungsverfahrens im Zivilprozess durch Beschluss. Πατεράκης. Zur Selbstbindung des Berufungsgerichts im zweiten Rechtsgang an sein zurückverweisendes Urteil. 14341435· Schneider E. 6. 2007· Zöller/Heßler.. 252-257· Timme M. Αθήνα. Rdnr. Auf. 28. Δ 1974. Γενικό Μέρος.· Tiedtke K. 393-421· Zuck R. JuS 2005. Zivilprozessordnung.. Auf. Πράσσος) ΕλλΔνη 46 (2005). Guinchard (sous la direction). O’ Hare/K. On Civil Procedure.· A. Γεωργιάδου. Civil Procedure in Europe 2. Γκιάφης) ΕλλΔνη 40 (1999). 56 επ. Dalloz 2009. Κεραμεύς/Δ. 576˙ ΕφΑΘ 1094/1989 (Ι. Δραγατσίκη. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007. Απαλαγάκη/Π. Bruxelles 1990· J. Sweet and Maxwell 2009.· Α. Νίκας/Μ. Κονδύλης/Ν. Héron (par Th. Croze/Ch. Droit judiciaire privé. Παπαθεοδώρου) Δ 38 (2007). p. ΣΤ΄ έκδοση. Ferrand/C. 588˙ ΑΠ 2/2006 (Δ.· S. Cambridge University Press 2000.· S. Αγγελής) ΕλλΔνη 46 (2005). 568˙ ΑΠ 187/2007 (Α.-Α. 2ème édition. Πρίντζης) ΕλλΔνη 33 (1992). Civil Litigation. Ένδικα μέσα. Αθήνα 1995. 899˙ ΕφΑθ 10048/1990 (Δ. σ. Ναυπλιώτης) ΧρΙΔ Γ/2003. Κανελλόπουλος) ΝοΒ 54 (2006).· Κ. 831 επ. Ι. 1415˙ ΑΠ 1111/2002 (Γ.· Χ. Ένδικα μέσα. Σεβδά) Αρμεν. Μαργαρίτης. 407˙ ΑΠ 1335/1982 (Ι. 920 επ. Litec 2001. Νίκας. L’appel en droit judiciaire privé.· Σ. Κομνηνάκης) ΕλλΔνη 39 (1998).· Κ. Τρίγκας) ΕλλΔνη 32 (1991). Procédure civile. Kohl. 1090˙ ΕφΑθ 2252/2003 (Δ. Amrani-Mekki. Dalloz 2009. Εκκλητές αποφάσεις και η αρχή ne bis in idem – Νομολογιακά πορίσματα. 2000· Π. Κεραμεύς. Normand/S. Οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ. 228˙ ΑΠ 1961/1986 (Ε. La procédure civile devant la Cour d’appel.§ 288 – Έφεση 55 νομίας. Φουρλάνος) ΕλλΔνη 44 (2003). Βερέτσος) ΕλλΔνη 44 (2003). Kluwer 1999· J. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως στην πολιτική δίκη. 157 επ.· Κ.-L. 863˙ ΕφΑθ 7625/2006 (Ζ. 2007. Γέσιου-Φαλτσή/Χ. 120˙ ΑΠ 28/1999 (Σπ. 257˙ ΕφΑθ 8208/2003 (Ι. Ρεντούλης.Κομοτηνή 1996· Κ. Απαλαγάκη (επιμέλεια)/Μ.· L. Ανδριανός) ΕλλΔνη 29 (1988). Η έφεση. 271 επ. PUF 1995· H. Αθήνα 2009· Δ. 1544˙ ΑΠ 659/2005 (Ν. Αρίδας) ΕλλΔνη 47 (2006). Ανδρεοπούλης) ΕλλΔνη 33 (1992). 107 επ. Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή 2000. ΙV. 914˙ ΑΠ 1365/2002 (Γ. instruments de liberté. Η νέα διαδικασία του ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό. 352˙ ΕφΑθ 2391/1995 (Η. 527 επ. Droit et pratique de la procédure civile. Μακρίδου. English Civil Procedure. Νομική Βιβλιοθήκη 2008. Παπαγεωργίου) ΕλλΔνη 30 (1989).). 993˙ ΟλΑΠ 12/1989 (Δ. 896˙ ΑΠ 1681-2/1998 (Θ. 703 επ. Αθήνα 1999.· Ν. 899 επ. Μπάκας) ΕλλΔνη 40 (1999). Sweet and Maxwell 2006. Τσικρικάς. 1298 επ. 46 (1992). 626 επ.· J. Οικονομίδης) Δ 37 (2006). Chainais.· N. van Rhee (editors). Théorie générale du procès. Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας 2Α. Σαμουήλ.· J. 543˙ ΕφΑθ 7053/2004 (Ι. 87˙ ΠΠρΘεσ 740/1992 (Β. Δ 36 (2005). ΕΠολΔ 4/2009. Μπέης. Αρμεν. 716 επ. Les voies de recours judiciaires. 282˙ ΑΠ 127/1987 (Ε. 1605˙ ΑΠ 1462/2003 (Α.A. 14th edition. Recourse against judgments in the European Union/Voies de recours dans l’Union européenne. 319 επ. Αρβανιτάκης. Morel/O. Στράτα) ΕλλΔνη 48 (2007). Editions juridiques Swinnen. ΑθήναΘεσσαλονίκη 2004· Π. Συμβολές στην ερμηνεία του ΚΠολΔ. Σιμόπουλος) ΧρΙΔ Β/2002.· J. Πρεμέτης) ΕλλΔνη 24 (1983). 188 επ. 309˙ ΕφΑθ 5084/2001 (Γ. 435 επ. Jolowicz. 899 επ.· Δ. Procédure civile. Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ. Guinchard/F. Γυφτάκης) ΕλλΔνη 34 (1993). Zuckerman on Civil Procedure. 670˙ ΕφΑθ 1582/1988 (Κ. Τόμος Γ΄. Η διαλεκτική του δικονομικού δικαίου. Γουργουράκης) ΕλλΔνη 35 (1994). Dalloz Action. Γιαννόπουλος) ΕλλΔνη 24 (1983). Η έφεση στο γαλλικό αστικό δικονομικό δίκαιο. Montchrestien 2002. Ανδριανός) ΕλλΔνη 29 (1988). Cadiet/J. Δ΄ έκδοση. Thireau (dir. Fradin. Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Γιαννακάκης) ΕλλΔνη 37 (1996). 354˙ ΕφΑθ 2840/1998 (Π. Browne. 32˙ ΑΠ 925/2003 (Ι. 1122 επ.-L. Αθήνα. Litec 2010· J. Ενδεικτική νομολογία: ΑΠ 1302/1982 (Ν. Gallet. Ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο. 1313˙ ΕφΑθ 10390/1989 (Δ. Andrews. PUF 2010. Κράνης. Jolowicz/C. Πετροπούλου) ΕλλΔνη 46 (2005). Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007. Η έφεση κατ’ ερήμην εκδιδομένων αποφάσεων με αφορμή την απόφαση ΑΠ 1015/2005. 261˙ ΟλΑΠ 2/1994 (Δ. 521 επ. 593˙ ΕφΑθ . Le Bars). 6ème édition.· Στ. Oxford University Press 2003. 228˙ ΑΠ 709/2007 (Χ. Γ. Έφεση – appellation. Βογιατζάκη)˙ ΕφΑΔ 2/2009. Καρυστινού)˙ ΕφΑΔ 1/2008. appello. για έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσεως και στη συνέχεια για την εκ νέου εξέταση και διάγνωση κατά το νομικό ή το πραγματικό μέρος της ή και για τα δύο. Πετρόπουλος. πιο πάνω § 286.56 § 288 – Έφεση 362/2007 (Π. Στην Πολιτική Δικονομία του 1834 η έφεση ρυθμιζόταν στις διατάξεις των άρθρων 736-784 αυτής. σελ. 1963. Η έφεση του ρωμαϊκού δικαίου. Berufung – είναι το τακτικό ένδικο μέσο. κύρια και πρωταρχικά. Ζώης) Δ 39 (2008). Ι) Ορισμός. Δημάδης) ΝοΒ 56 (2008). 1590. 196˙ ΑΠ 1140/2008 (Ι. 1590. Η έφεση προβλέπεται ρητά ως ένδικο μέσο μεταξύ των άλλων στην Πολιτική Δικονομία (Zivilprozessordnung) της Αυστρίας – και ειδικότερα στις διατάξεις των παραγράφων 461 έως και 501 της αυστριακής Πολιτικής Δικονομίας – στο Δικαστικό Κώδικα (Code judiciaire) του Βελγίου – και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 1050 έως και 1072 του βελγικού Δικαστικού Κώδικα – στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Code de procédure civile) της Γαλλίας – και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 543 έως και 570 του γαλλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – στην Πολιτική Δικονομία (Zivilprozessordnung) της 1. σελ. όπως αυτή εξελίχθηκε κυρίως επί της εποχής του βυζαντινού Αυτοκράτορος Ιουστινιανού και των βυζαντινών Αυτοκρατόρων Βασιλείου Α΄ του Βουλγαροκτόνου και Λέοντος Στ΄του Σοφού αποτέλεσε και το πρότυπο για τη ρύθμιση. Η έφεση είναι το κατ' εξοχήν ένδικο μέσο.π. Αθήνα. με σκοπό την έκδοση ορθότερης και κατά κανόνα ευνοϊκότερης γι' αυτόν αποφάσεως. ο σκοπός που επιδιώκεται με την καθιέρωση του θεσμού των ενδίκων μέσων1. ό. 2. Το ένδικο αυτό μέσο της «appellatio» θεσπίσθηκε την εποχή του Αυγούστου και είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα3. Γ. με το οποίο ο διάδικος προσβάλλει την απόφαση που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό (πρωτόδικα) ενώπιον ανωτέρου (δευτεροβαθμίου) δικαστηρίου και ζητεί την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της και την εκ νέου εξέταση και διάγνωση της υποθέσεως. τόμος δεύτερος. . Η έφεση ρυθμίζεται στα άρθρα 511-537 ΚΠολΔ. Η έφεση προβλεπόταν ως ένδικο μέσο ήδη και στο ρωμαϊκό δικονομικό δίκαιο και έφερε το όνομα «appellatio»2. τη λειτουργία και τα αποτελέσματα της εφέσεως στις σύγχρονες δικονομικές νομοθεσίες των ευρωπαϊκών κρατών. 187.-Σ. Πετρόπουλος. Έννοια. 3. 1212˙ ΑΠ 1873/2007 (Χ. Τέντες) Δ 40 (2009). Βλ. appel. Με αυτήν μπορεί να επιτευχθεί περισσότερο από κάθε άλλο ένδικο μέσο. 304˙ ΕφΑθ 922/2008 (Π. Ιστορία και εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου2. με το οποίο η υπόθεση φέρεται στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Ε. Δεκεμβρίου 2008 και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 307-318 αυτής. και πρώτη στην ιστορία της Ελβετίας Ομοσπονδιακή Πολιτική Δικονομία της Ελβετίας (Schweizerische Zivilprozessordnung) της 19. Σχ. 5. της οποία επιδιώκεται η ακύρωση ή η αναγνώριση της ανυπαρξίας της. στα άρθρα 58 έως και 67. Μόνο κατ’ εξαίρεση το Εφετείο έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα στις περιπτώσεις των άρθρων 825 ΚΠολΔ – κάθε αμφισβήτηση ή αμφιβολία για την ερμηνεία διαθήκης κλπ. Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων εκδικάζονται από το Εφετείο. το οποίο άλλωστε και κατά κανόνα έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου5. Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων εκδικάζονται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο. εκτός από τις εξαιρέσεις που ορίζονται με ειδικά νομοθετήματα. Β) Η άσκησή της από δικαιούμενο προς τούτο πρόσωπο και η απεύθυνσή της κατά νομιμοποιούμενου προσώπου.ΠολΔ Σ. το οποίο εν προκειμένω έχει κατ’ εξαίρεση τη λειτουργική αρμοδιότητα του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου / Εφετείου. Γ) Η άσκησή της μέσα στην από το νόμο οριζόμενη προθεσμία. Η έφεση ρυθμίζεται ως ένδικο μέσο επίσης στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας – στα άρθρα 477 έως και 481 (κατά βουλευμάτων) και στα άρθρα 486 έως και 503 (κατά αποφάσεων) – και στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας – άρθρα 92 έως και 100 – καθώς επίσης και στο Π. Δ) Η άσκησή της κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. 18/1989 (Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας). Α. δηλ. και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 443 έως και 473 του λουξεμβουργιανού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. για το λόγο που εκτέθηκε.Δ. Υπέρ του κράτους υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών – 898 και 901 ΚΠολΔ. . 529. ΚΠολΔ 511 (529). Η έφεση προβλέπεται ως ένδικο μέσο – με την ονομασία «Berufung» – στη νέα.Ε. Αντίθετα. των προέδρων πρωτοδικών.§ 288 – Έφεση 57 Γερμανίας – και ειδικότερα στις διατάξεις των παραγράφων 511 έως και 566 της γερμανικής Πολιτικής Δικονομίας – στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομία (Codice di procedura civile) της Ιταλίας – και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 339 έως και 359 της ιταλικής Πολιτικής Δικονομίας – καθώς και στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Code de procédure civile) του Λουξεμβούργου. ΙΙ) Προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως: Αυτές είναι: Α) Η ύπαρξη αποφάσεως που υπόκειται σε έφεση. Α) Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων πολιτικών δικαστηρίων. 548. των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων (μονομελών και πολυμελών)4. δεν είναι επι4. σύμφωνα με τις οποίες η αγωγή ακυρώσεως κατά διαιτητικής αποφάσεως και η αγωγή για αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής αποφάσεως υπάγονται στο εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. 10.Ε. 7.80. 549 Α. Πριν από το Ν. 1 §§ 72. ειδικά για το λόγο ότι η υπόθεση υπάγεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου.Ε. Σχ. Γ) Κατ' εξαίρεση. απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση κ. Β) Με έφεση προσβάλλεται κατά κανόνα κάθε απόφαση που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό. όπως π.58 § 288 – Έφεση δεκτικές εφέσεως οι αποφάσεις των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων εναντίον αποφάσεων των ειρηνοδικείων.Δηλαδή εν 6. 2479/1997) .Ε. 48. Περιττή είναι. 2479/1997). δ΄ του Ν. οι αποφάσεις των εφετείων και των προέδρων αυτών. ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων10 και ειδικότερα οι αποφάσεις που παρέπεμπαν τους ισχυρισμούς σε ιδιαίτερη συζήτηση δεν μπορούσαν να προσβληθούν με κανένα ένδικο μέσο.Ι § 200 και πιο κάτω § 291. και πιο πάνω τ. Βλ. 2479/1997 προβλεπόταν στη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 644 ΚΠολΔ. β) Ανέκκλητες λόγω ποσού ή της αξίας του επίδικου αντικειμένου είναι οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 466 .Ι § 112. κατά την ορθότερη άποψη. αλλά δεν απαγορεύεται. Αποκλείεται επομένως η έφεση κατά τελεσίδικων αποφάσεων. Τούτο οριζόταν ρητά στο προγενέστερο δίκαιο. Τούτο οριζόταν ρητά στο προγενέστερο δίκαιο και ισχύει στον ΚΠολΔ. 12. Δ΄ του Ν. 530. ΚΠολΔ 512 (530) Σχ. καθώς τέλος και οι αποφάσεις των Tμημάτων και της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και του Προέδρου αυτού6. οι αποφάσεις που διατάζουν την αφαίρεση του κληρονομητηρίου ή το κηρύσσουν ανίσχυρο ή το τροποποιούν ή το ανακαλούν (άρθρο 824 § 2 ΚΠολΔ). μερικές αποφάσεις είναι ανέκκλητες είτε λόγω της φύσεως ή του αντικειμένου τους. άρα ούτε με έφεση (η διάταξη της § 2 του άρθρου 644 καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 6 § 12 εδ. πιο πάνω τ. δεν παύει δε να ισχύει και στον ΚΠολΔ. α) Ανέκκλητες λόγω της φύσεως ή του αντικειμένου τους είναι ορισμένες αποφάσεις που εκδίδονται σε διάφορες ειδικές διαδικασίες. 11. Βλ. γ) Κατά τον ΚΠολΔ 47 (48)12. Βλ. ΠολΔ 759 § 2.ΠολΔ Σ. ενώ εξ άλλου. 51 Α. η έφεση κατά ανύπαρκτων (δικαστικών) αποφάσεων9. ΚΠολΔ 644 (665) § 2 (η § 2 του άρθρου 644 ΚΠολΔ καταργήθηκε με το άρθρο 6 § 12 εδ. Και οι άκυρες αποφάσεις μπορούν να προσβληθούν με έφεση8. Βλ. ειδικά για το λόγο ότι η υπόθεση υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου. και πιο κάτω §§ 309-310. απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου.λπ. 9. και πιο πάνω τ.472 ΚΠολΔ (δηλαδή επί των μικροδιαφορών)11. με οποιοδήποτε τρόπο και αν προέκυψε η τελεσιδικία7.Ε. . δεν μπορεί να εκκληθεί κ. ΠολΔ Σ.χ. είτε λόγω της μικρής αξίας του συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου.λπ. 8. β ΚΠολΔ). έφεση χωρεί εάν μεν εκδόθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση. που διέκρινε ανάλογα με το λόγο απορρίψεως της ανακοπής ερημοδικίας. ΠολΔ Α. από την ανακοπή και την άσκηση εφέσεως μετά από αυτήν. 533. 552. δηλ. πιο πάνω § 286. εφόσον δεν συγχωρείται πλέον η ανακοπή ερημοδικίας. 2207/1994. οι ερήμην αποφάσεις υπέκειντο σε έφεση. απαράδεκτη. κατά τα προαναφερθέντα. Κατ' εξαίρεση. ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν είναι επιδεκτική προσβολής με έφεση. ο ΚΠολΔ14 όριζε ότι. 14. 16. ΚΠολΔ 515 (533) Σχ. άκυρη ή ανυποστήρικτη (σχετικώς. Η τροποποίηση αυτή επήλθε με το άρθρο 3 § 18 εδ. Συνεπώς η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως δεν ισχύει μετά την κατάργηση της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και επομένως οι ερήμην αποφάσεις υπόκεινται εξ αρχής σε προσβολή (και) με έφεση. και με το καθεστώς που ίσχυε πριν από το Ν. οι κατ' αντιμωλίαν και όχι οι ερήμην εκδιδόμενες αποφάσεις. οπότε θεωρείται ότι έχει προσβληθεί μαζί και η ερήμην απόφαση. κατά της οποίας στράφηκε η ανακοπή.Ε. Βλ. εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για να ασκηθεί έφεση κατά της αποφάσεως αυτής15)˙ γγ) μετά την παρέλευση της προθεσμίας της ανακοπής. υπό την αίρεση της απορρίψεως της ανακοπής ως εκπρόθεσμης ή απαράδεκτης. δ) Πριν από τις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ με το Ν.Ε. 531 § 1 εδ. εφόσον γινόταν δεκτό το επιτρεπτό της παραιτήσεως. 15. όπως και οι κατ' αντιμωλίαν εκδοθείσες αποφάσεις. δδ) όταν. β Σχ.Ε. εάν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε. τόσο στο προγενέστερο δίκαιο όσο και κατά τον ΚΠολΔ. και μάλιστα σιωπηρώς. ότι. πριν από το Ν. κυρίως της νομολογίας. 2207/1994. κατ' αρχήν. ΠολΔ Σ. 2207/1994. η οποία κατά την ευρεία 13. σύμφωνα με ευρέως αποδεκτή γνώμη. εάν δε εκδόθηκαν σε μεταγενέστερη συζήτηση από τη δημοσίευσή τους13. επί ερήμην αποφάσεων. Δηλαδή ουσιαστικά. 2207/1994. ΚΠολΔ 513 (531) § 1 εδ. όταν η έφεση ασκείτο επικουρικά. αλλά ο συγκεκριμένος λόγος δεν συνιστά παραδεκτό λόγο εφέσεως. ο ερήμην δικασθείς διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανακοπής (ρητά ή σιωπηρά)˙ εε) όπως αναφέρθηκε16 ήδη. Α. Ήδη μετά την κατάργηση της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας λόγω ερημοδικίας του διαδίκου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής.§ 288 – Έφεση 59 προκειμένω και κατ’ ακολουθία δεν είναι απαράδεκτη η έφεση με την έννοια. . οι ερήμην αποφάσεις μπορούν να προσβληθούν με έφεση από τη δημοσίευσή τους (άρθρο 513 § 1 εδ. η έφεση απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή. και δεν είχε λάβει χώρα παραίτηση από την ανακοπή. β. ότι υπόκεινται σε έφεση. οι ερήμην αποφάσεις μπορού να προσβληθούν με έφεση από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην: αα) όταν δεν υπέκειντο κατά το νόμο σε ανακοπή˙ ββ) όταν η ανακοπή που ασκήθηκε απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Δηλαδή από τη διάταξη αυτή προέκυπτε. δεν προσβάλλονταν όμως με αυτήν μόνον εφόσον διαρκούσε η προθεσμία της ανακοπής. Ήδη και το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 3 § 19 ν. 2145/1993 προβλεπόταν. α ν. § 288 – Έφεση 60 ερμηνεία θα μπορούσε να γίνει και σιωπηρά με την άσκηση εφέσεως. 18. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδάφιο β΄ ΚΠολΔ κατά «των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην. Κεραμέως / Κονδύλη / Νίκα (-Μαργαρίτη) ΚΠολΔ Ι. ενώ ταυτόχρονα επιτρέπεται εκ των πραγμάτων και η σωρευτική άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως. . Δεδομένου ότι σε περίπτωση επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως η προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας17 είναι ανάλογα με την περίπτωση δεκαπέντε (15) ή εξήντα (60) ημέρες (άρθρο 503 ΚΠολΔ) και αντίστοιχα η προθεσμία για άσκηση εφέσεως είναι (άρθρο 518 ΚΠολΔ) τριάντα (30) ή εξήντα (60) ημέρες – ενώ ταυτόχρονα. Κεραμέως / Κονδύλη / Νίκα (-Μαργαρίτη) ΚΠολΔ Ι. Επομένως – όπως προκύπτει και από το συνδυασμό αυτής της δικονομικής διατάξεως με τη διάταξη του άρθρου 503 ΚΠολΔ και με τη διάταξη του άρθρου 518 ΚΠολΔ – και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως συντρέχουν. Ίσως για το λόγο αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί. 2207/1994 και μετά) ισχύουσα δικονομική ρύθμιση σωρευτικής ασκήσεως18 ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως και πολλώ μάλλον η ανάγκη για τη σωρευτική άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως προκειμένου να μην παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση εφέσεως. έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους». ώστε ανάλογα να προγραμματίσει και να προσχεδιάσει τη μελλοντική του δικονομική συμπεριφορά με βάση την έκβαση της δίκης επί της ανακοπής ερημοδικίας και αφετέρου γιατί όταν πλέον θα γνωρίζει την έκβαση της δίκης επί της ασκηθείσας (εμπροθέσμως) ανακοπής ερημοδικίας. άρθρ. Βλ. εν γνώσει της υπάρξεως προθεσμίας της ανακοπής. η προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. όπως ελέχθη. το νομοθετικό καθεστώς. όπως ελέχθη. 2207/1994 άλλαξε. άρθρ. Με το Ν. θα έχει παρέλθει πλέον – ακριβώς λόγω της ελλείψεως ανασταλτικού αποτελέσματος από την εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας – η προθεσμία για άσκηση εφέσεως. πέραν του ότι οδηγεί τους διαδίκους σε πρόωρη άσκηση εφέσεων μόνο και μόνο για λόγους προνοίας – δηλαδή για να μην απολεσθεί τελικά η προθε17. καθώς και αυτή η ίδια η άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας δεν έχει πλέον ανασταλτικό αποτέλεσμα ούτε ως προς την αναστολή ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως – ο νουνεχής και προβλεπτικός διάδικος θα (πρέπει να) σπεύσει να ασκήσει σωρευτικά μέσα στις προθεσμίες (ενεργείας) αυτές και ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αφενός γιατί δεν (μπορεί να) γνωρίζει εκ των προτέρων ποία θα είναι η έκβαση της δίκης επί της ανακοπής ερημοδικίας. 503 και 518. ότι δεν θα έπρεπε με βάση το τότε ισχύον δικονομικό καθεστώς να αναγνωριζόταν το δικαίωμα της παραιτήσεως από την ανακοπή ερημοδικίας προκειμένου να ασκηθεί έφεση. Η δυνατότητα με βάση την (από το Ν. Βλ. 503 και 518. Η πρόταση για επαναφορά της σχετικής ρυθμίσεως με το άρθρο 54 του ως άνω Σχεδίου Νόμου αιτιολογείται στην αναλυτική αιτιολογική 19. Δημοσιεύματα. Σχέδιο Νόμου. 56). έως ότου εκδικασθεί η ανακοπή ερημοδικίας. Και για το λόγο αυτό με το δημοσιευθέν Σχέδιο Νόμου για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προτείνεται να επαναφερθεί η προηγούμενη δικονομική ρύθμιση. (άρθρ. Βλ. σελ. 55. . Είναι ασφαλώς δεδομένο. 509. σύμφωνα με την οποία η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας συνεπάγονται και την αναστολή ενάρξεως της προθεσμίας για άσκηση εφέσεως22. 181 επ. 76 επ. 74 (παράγραφος 40 της αιτιολογικής εκθέσεως). Βλ. Κεραμέως / Κονδύλη / Νίκα (-Μαργαρίτη) ΚΠολΔ Ι. Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών. Βλ. οπότε ανάλογα με την έκβαση της δίκης επί της ανακοπής ερημοδικίας θα ακολουθήσει – αν απορριφθεί η ανακοπή ερημοδικίας19 . Κεραμέως / Κονδύλη / Νίκα (-Μαργαρίτη) ΚΠολΔ Ι. 22. (άρθρ. 21. 2008.§ 288 – Έφεση 61 σμία για άσκηση εφέσεως – συνεπάγεται και από δικονομικής επόψεως μη ευκταία αποτελέσματα. 20. 509. 44. Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.δηλαδή εκκρεμοδικία δύο διαφορετικών ενδίκων μέσων κατά της ίδιας αποφάσεως. Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών. 54. 203 επ. 39.η δίκη επί της εφέσεως στο Εφετείο (και γενικότερα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο). ότι σε μία τέτοιας μορφής σωρευτική άσκηση αυτών των δύο διαφορετικών ενδίκων μέσων δεν θα εκδικασθούν και τα δύο ταυτόχρονα. άρθρα 511 και 513. Κεραμέως / Κονδύλη / Νίκα (-Μαργαρίτη) ΚΠολΔ Ι. Πρόταση Σχεδίου Νόμου. 2009. 54. Έτσι και η πρόωρη άσκηση εφέσεων θα αποφεύγεται και δεν θα δημιουργούνται τα ως άνω μη επιδοκιμαζόμενα δικονομικά αποτελέσματα. Δημοσιεύματα. Βλ. 56) και σελ. 55.η δίκη επί της εφέσεως21. Ούτως ή άλλως όμως ένα τέτοιο δικονομικό αποτέλεσμα . άρθρ. τ. άρθρ. ή δεν θα ακολουθήσει – αν γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας και επομένως εξαφανισθεί η ερήμην απόφαση κατά της οποίας είχε ασκηθεί η ανακοπή ερημοδικίας20 . επίσης Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. αλλά εκ των πραγμάτων η δίκη επί της εφέσεως θα (πρέπει να) αναβληθεί. και σελ. όπου η δίκη για το ένα θα πρέπει λογικώς να αναβάλλεται για να εκδικασθεί πρώτα το άλλο – ούτε ευκταίο ούτε ορθολογικό είναι. τ. αφού έχει ως αποτέλεσμα την ταυτόχρονη εκκρεμοδικία δύο διαφορετικών ενδίκων μέσων (αφενός της ανακοπής ερημοδικίας και αφετέρου της εφέσεως) κατά της ίδιας δικαστικής αποφάσεως σε δύο διαφορετικά δικαστήρια: Δηλαδή στο ισόβαθμο δικαστήριο – με εκείνο που εξέδωσε την ερήμην απόφαση – το οποίο θα εκδικάσει την ανακοπή ερημοδικίας και ταυτόχρονα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο – το οποίο είναι ιεραρχικώς ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ερήμην απόφαση – το οποίο θα εκδικάσει την έφεση κατά της ερήμην αποφάσεως. σελ. (παράγραφος 39 της αιτιολογικής εκθέσεως). Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών.62 § 288 – Έφεση έκθεση ως ακολούθως: «40. 54. 76 επ. και να μην εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις. . 39. Με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 54 και της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του σχεδίου επαναφέρονται τα άρθρα 504. σελ. σε ό. σε ό. 74 (παράγραφος 40 της αιτιολογικής εκθέσεως). Πρόταση Σχεδίου Νόμου. ββ) Κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη είτε 23. ως επίσης την τροποποίηση της περί αυτής διάταξης του άρθρ. (άρθρ. σελ. 181 επ. κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν την αγωγή λόγω ελλείψεως κάποιας διαδικαστικής προϋποθέσεως. (άρθρ. στις οποίες (συνέπειες της ερημοδικίας). 54. 55. 2. Δημοσιεύματα. μετά και τον γενόμενο περιορισμό σε μία της συζήτησης ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας.τι αφορά την ανακοπή ερημοδικίας και την έφεση. 2207/1994 των περί αυτής σχετικών διατάξεων των άρθρων 504. 203 επ. (παράγραφος 39 της αιτιολογικής εκθέσεως). τ. δοκιμασθείσα δε στην πράξη άριστα απέδωσε αποτελέσματα. ως άνω διατάξεων. 56) και σελ. 56). 44/1967) και τις τροποποιήσεις του τελευταίου και εν σχέσει προς την ανακοπή ερημοδικίας και την έφεση. δι’ επαναφοράς και πάλι σε ισχύ σχετικώς τροποποιημένων. Πρόκειται όπως ελέχθη για προτεινόμενη στο ως άνω Σχέδιο Νόμου νομοθετική τροποποίηση. ως προς τα οποία πρέπει να επισημανθεί. Τούτο μάλιστα και ενόψει της επαναφοράς σε ισχύ των καταργηθεισών με το ν. 513 και 515 ΚΠολΔ αντίστοιχα. ε) Με έφεση προσβάλλονται τόσον οι αποφάσεις που αποφαίνονται επί της ουσίας της υποθέσεως όσον και αυτές που αποφαίνονται επί των διαδικαστικών ζητημάτων. 2009. ως π. Δημοσιεύματα. εδ. 505. 2915/2001 περί των συνεπειών της ερημοδικίας (τεκμήριο παραίτησης ως προς τον ενάγοντα και ομολογίας ως προς τον εναγόμενο) διατάξεων των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ.τι αφορά τις κατά την τακτική διαδικασία δικαζόμενες υποθέσεις. επίσης Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 513 παράγραφος 1. και σελ. έφεση επιτρέπεται: αα) Κατά των αποφάσεων εκείνων που παραπέμπουν τη δίκη στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας. ώστε να αποκατασταθεί και η ενότητα στην εφαρμογή της ως άνω αρχής. τ.ν. ότι η και νομοθετικώς καθιερωθείσα αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων με την Πολιτική Δικονομία και τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (α. να ισχύσει και πάλι. στηρίζεται η ερήμην απόφαση»23. η οποία δεν έχει ακόμα θεσπισθεί ως διάταξη νόμου. 44. Σχέδιο Νόμου. η οποία εμπνέεται από την αντίληψη και σκοπό έχει να μην διεξάγονται δύο δίκες το αυτό έχουσαι αντικείμενο. Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών. σκόπιμο είναι μετά την κατάργηση με το άρθρο 3 παράγραφος 19 του ν. στο ίδιο ή σε διαφορετικά δικαστήρια. Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.χ. Βλ. 506 και 515 ΚΠολΔ. 506. 513). 2008. 55. στ) Κατά τον ΚΠολΔ (άρθρ. στοιχείο β του αυτού Κώδικος. μεταξύ των άλλων: AΠ 451/1998 (Κ. δδ) Αυτοτελής έφεση. κατ' αρχήν. όπως επίσης κατά αποφάσεως που αποφαίνεται οριστικά σε μια μόνο από τις περισσότερες αυτοτελείς αγωγές. Βλ. σ. 30. Γεωργιάδη. 79 επ. σ. Κατ' εξαίρεση. κατά μη οριστικής αποφάσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει. θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί με έφεση και οι μη οριστικές αποφάσεις που είχαν προηγουμένως εκδοθεί. 531 § 2. α 550 Α. ότι με έφεση προσβάλλονται. 1025-1043 = Γενέθλιον Αποστόλου Σ. σ. Ν. Πρβλ. επιτρέπεται αυτοτελής έφεση (σε μη οριστικές αποφάσεις) μόνον κατά της αποφάσεως που διέταξε τη συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών30. ΠολΔ Σ. β΄ Α. Στυλιανάκης) ΕλλΔικ/νη 1994. αλλά εκκαλούνται μαζί με την οριστική ή τελειωτική απόφαση.. 550 εδ. σελ. Αθήνα. σ. γγ) Αν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της εφέσεως η οριστική απόφαση.) ΝοΒ 1979. και πιο πάνω τ. οι οποίες είτε συνεκδικάσθηκαν κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ είτε σωρεύθηκαν αντικειμενικώς κατ’ άρθρο 218 ΚΠολΔ στο ίδιο δικόγραφο27.Ε. 26. εκτός από την προανα- 24. σελ. 90 επ. ότι παραδεκτώς ασκείται έφεση κατά οριστικής αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία αποφαίνεται μόνο για την αγωγή ή μόνο για την ανταγωγή26. σ. Κλαμαρή – Σ.§ 288 – Έφεση 63 για την αγωγή είτε για την ανταγωγή24.Ε. Κουσούλη. σελ. Την άποψη για το μη παραδεκτό της εφέσεως έχει ακολουθήσει η νομολογία αναφορικά με την άσκηση εφέσεως κατά εν μέρει οριστικής αποφάσεως. ΠολΔ Σ. 1255˙ ΑΠ 1320/1992 (Ν. ΚΠολΔ 513 (531) § 2 Σχ. ΙΙ. Κατ’ ακολουθίαν της διατάξεως της πρώτης παραγράφου του άρθρου 513 έχει κριθεί μεταξύ των άλλων από τα δικαστήρια. 1324. Βλ. 27. 25. 28. σ. 656. 1990. 2006. 531 § 1. πριν την έκδοση οριστικής αποφάσεως στη δίκη (εν γένει). ή με αυτοτελή σκοπό. 353˙ ΑΠ 766/1998 (Κ. Βλ. όταν η τελευταία αποφαίνεται οριστικώς για ορισμένα μόνο κεφάλαια ή κονδύλια της αγωγής28. επίσης και Ν. 695˙ ΕφΑθ 2681/1979 (. Λινάρδος) ΕΕΝ 1982.Ε. σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στη συνέχεια. Ι § 141. Κ. εδ. 2008. Παπαλάκης) Δ 1999. Οι μη οριστικές αποφάσεις25 δεν είναι κατά κανόνα επιδεκτικές προσβολής με αυτοτελή έφεση. 29. σελ. αυτοτελώς μόνον οι τελειωτικές ή οριστικές αποφάσεις. Ν. δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων. μεταξύ των άλλων: ΑΠ 59/1981 (Ε. ΚΠολΔ 114 (115) § 4. Αστικό Δικονομικό Δίκαιο. την ανάκληση μη οριστικής αποφάσεως (Συμβολή στην ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 309 ΚΠολΔ). σελ. . Κ. Σταματόπουλος) ΝοΒ 1980. ΙΙ. Κλήση προς συζήτηση με αυτοτελές αίτημα. Παπαλάκης) Δ 1999. Καραχάλιος) ΝοΒ 29 (1981). ΝοΒ 53 (2005).. 407˙ αντίθετη άποψη έχει διατυπωθεί στην απόφαση ΑΠ 406/1980 (Δ. 1209-1238· τον ίδιο. Βλ. και αν ακόμη η έφεση δεν απευθύνεται ρητά εναντίον τους29. Για την έννοια των μη οριστικών αποφάσεων βλ. ΚΠολΔ 513 (531) § 1 Σχ. Αθήνα. Κλαμαρή. Εάν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική. Η κατά παραπομπή αρμοδιότητα της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. 353. μεταξύ των άλλων: ΑΠ 1036/1981 (Β.Ε. ενδεχομένως δε και οι παρεμβαίνοντες. σε περίπτωση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας καθένας των ομοδίκων για τον εαυτό του και ανεξάρτητα από τους λοιπούς34. όπως γίνεται δεκτό. 12 επ. 34. Βλ.Ε. αλλά. πιο πάνω τ. κατά την οποία η απόφαση που εκδίδεται είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και μάλιστα όταν υπάρξουν περισσότερα κεφάλαια της αγωγής. Βλ. 12. όχι μόνο ως προς την πρόσθετη παρέμβαση και την ενδεχόμενη συνεκδικαζόμενη προσεπίκληση και την παρεμπί31. όταν η απόφαση είναι οριστική ως προς ένα ή περισσότερους ομόδικους και ως προς ένα ή περισσότερους των υπολοίπων μη οριστική. δηλ. Το απαράδεκτο αυτό εξετάζεται όχι μόνο από το δευτεροβάθμιο. Ο κανόνας αυτός καθιερώνεται κατ' εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας. ΚΠολΔ 514 (532) Σχ. δηλ. παρά μόνο μετά την οριστική εκδίκαση της διαφοράς ή διαφορετικά μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως στη δίκη31. 532· βλ. και παραπάνω § 286.Ε. Πιο πάνω33 έγινε λόγος για το ανεπίτρεπτο της εισαγωγής υποθέσεως απ’ ευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. . 551 Α. ο ενάγων. όταν συντρέχει νόμιμη περίπτωση. Ι § 71. ούτε ως προς το μέρος αυτό επιτρέπεται έφεση. 32. αυτός που ασκεί την έφεση.64 § 288 – Έφεση φερθείσα περίπτωση. εε) Εάν η απόφαση περιέχει μόνον εν μέρει οριστικές διατάξεις. και ο εφεσίβλητος.ΠολΔ Σ. 33. α΄ 550 Α. της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως. Βλ. Ι § 125. κύρια ή πρόσθετα. εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται ή στρέφεται η έφεση. με την οποία επιτρέπεται η έφεση κατά ανέκκλητης ή τελεσίδικης αποφάσεως. ΚΠολΔ 513 (531) § 1 εδ. είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται και αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δ) Τα πρόσωπα που μετέχουν στην έκκλητη δίκη είναι κατ' ανάγκη ο εκκαλών ή εφεσείων ή εφεσιβάλλων. σελ. Τούτο ισχύει σε κάθε περίπτωση.Ε. κατά τη δίκη. ο εναγόμενος. στη συνεκδίκαση περισσότερων συναφών υποθέσεων ή δικών και. εδ. όπως σημειώθηκε αμέσως πιο πάνω. στην αντικειμενική σώρευση αγωγών. στστ) Δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας αποφάσεως ως προς το αυτό ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται32.Ε. 531 § 1. πιο πάνω τ. α) Εκκαλών ή εφεσείων. δηλ. και πιο πάνω κείμενο και σημ. ενδεχόμενα – αν και θεωρητικά θα πρόκειται για σπάνια περίτπωση – και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σχ. στην άσκηση κύριας παρεμβάσεως. γ΄. και ο κυρίως παρεμβάς και ο προσθέτως παρεμβάς υπέρ οιουδήποτε των αρχικών διαδίκων ή του κυρίως παρεμβάντος παρεμβάς. Ανεπίτρεπτη και ανίσχυρη είναι επίσης η συμφωνία των διαδίκων.ΠολΔ Σ. αα) Δικαίωμα εφέσεως έχουν οι διάδικοι της πρωτόδικης δίκης. 191. και πιο πάνω τ. δικαίωμα εφέσεως έχουν και οι καθολικοί και οιονεί καθολικοί διάδοχοί τους και από τους ειδικούς διαδόχους τους οι μετά την άσκηση της αγωγής γενόμενοι ειδικοί διάδοχοι και μάλιστα οι κληρονόμοι. όπως π. ότι εκπροσωπούνται στην πρωτόδικη δίκη. Βλ. στην οποία υπεισήλθαν με την ειδική διαδοχή37.). Ο κανών της άπαξ μόνον ασκήσεως των ενδίκων μέσων. ανταγωγή. τις παραπομπές σημ. 38. με τον πιο πάνω αναφερθέντα περιορισμό. πιο κάτω §§ 295 επ. επίσης Ν.λπ.λπ. όταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη ήταν η ομόρρυθμη εται35.Ε. οι ομόρρυθμοι εταίροι. καθώς εν τέλει και ο εισαγγελέας των πρωτοδικών. έστω και αν δεσμεύονται από το ουσιαστικό δεδικασμένο. 1981.§ 288 – Έφεση 65 πτουσα αγωγή αποζημιώσεως. το οποίο απέκτησαν και εν γένει την έννομη σχέση. θα νομιμοποιούνταν να εγείρουν αγωγή. 36. που ενεργούν βάσει του άρθρου 72 (73) ΚΠολΔ38 δικαιούνται να ασκήσουν έφεση εναντίον των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατά του οφειλέτη τους.ΠολΔ Σ. κατά τα πιο πάνω σ' άλλα σημεία αναφερθέντα. τα οποία δεν είχαν διατελέσει διάδικοι ούτε θεωρούνται. Κ. (στα περί των ειδικών διαδικασιών). όταν καταστεί τελεσίδικη. εε) Οι δανειστές των διαδίκων κ. εάν ισχύει εξαίρεση και σε ποια έκταση στις δίκες για την ακύρωση γάμου ή σε υποθέσεις που υπάγονται και δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. κατά τα προαναφερθέντα. δεν έχουν δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως. Βλ. στη μεταβίβαση περιουσίας ή επιχειρήσεως. Στο προγενέστερο δίκαιο υπήρχε ζωηρή αμφισβήτηση ως προς την αναγνώριση δικαιώματος προς άσκηση αυτοτελούς εφέσεως στον προσθέτως παρεμβαίνοντα. όπως προκύπτει και από τη διατύπωσή της. πρόσωπα. εφόσον η δίκη αφορά το περιουσιακό στοιχείο κ. Για το ζήτημα. όταν παραστάθηκε ως κύριος διάδικος ή ακριβέστερα είχε την ιδιότητα αυτή (του κυρίου διαδίκου) στην πρωτόδικη δίκη. Κλαμαρή. στη συγχώνευση εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων. δηλ. επιπλέον αυτοί που υπεισέρχονται στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (όπως π. ΚΠολΔ 516 (534) § 1 Σχ. 553 § 1 Α. για τις οποίες. ότι όλοι οι πιο πάνω ειδικοί διάδοχοι έχουν δικαίωμα για άσκηση εφέσεως. δδ) Εκτός από τους διαδίκους. οι μετά την άσκηση της αγωγής γενόμενοι ειδικοί διάδοχοι συνεπεία πράξεως εν ζωή. 169 και υποσημ. με τις ίδιες όπως και για την άσκηση αγωγής προϋποθέσεις. εφόσον πρόκειται για έννομες σχέσεις. σ.χ. κύρια παρέμβαση)35.Ι § 122. το οποίο προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση. Πρβλ. 16. Βλ. Αθήναι.λπ. Η διάταξη του άρθρου 72 (73) ΚΠολΔ έχει γενικότερη σημασία και έκταση. όπως λέχθηκε αμέσως πιο πάνω. 37. οι καταπιστευματοδόχοι και άλλοι κληροδόχοι και οι αιτία θανάτου δωρεοδόχοι και. αλλά και ως προς την κύρια υπόθεση (αγωγή. .. Εννοείται. στστ) Τρίτοι. γίνεται λόγος σε όσα εκτίθενται στα περί των ειδικών αυτών διαδικασιών36. στην κήρυξη πτωχεύσεως ως προς την πτωχευτική περιουσία ο σύνδικος κ. 5334 § 1.Ε.χ. λπ. ενώ είναι ανέλεγκτη εάν έχει. . Π.ΠολΔ Σ. κατ' επανάληψη έχει απασχολήσει τη νομολογία των ημεδαπών δικαστηρίων το ζήτημα.) σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα αντίστοιχα σημεία40. ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν αποδέχθηκαν την προσβαλλόμενη απόφαση ή δεν παραιτήθηκαν από την έφεση. πότε ο πτωχεύσας δικαιούται να προσβάλει με έφεση τις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως ή αυτές που διατάζουν την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως αυτής ή της αποφάσεως που τον κηρύσσει συγγνωστό κ. της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως και δέχθηκε άλλη ή άλλες βάσεις. έγιναν καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτής κ. η ένσταση του συμψηφισμού ή προς αποτροπή του ουσιαστικού δεδικασμένου.λπ. όταν μπορούσαν να νικήσουν με λιγότερες θυσίες π. ότι το έννομο συμφέρον. 534. αν γινόταν τελεσίδικη η απόφαση που απέρριψε επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών μία ή περισσότερες βάσεις της αγωγής. Αυτό συμβαίνει. 535. εκτός αν συνεπεία διαλύσεως. ΚΠολΔ 516 (534) Σχ.Ε. πραγματικών στοιχείων. εκκαθαρίσεως κ. εφόσον έχουν έννομο συμφέρον39. Γενικά θα πρέπει να παρατηρηθεί. αα) Κατά το άρθρο 517 (535) ΚΠολΔ41 η έφεση στρέφεται κατά εκείνων των διαδίκων της πρωτόδικης δίκης. 553 Α. όλα τα προαναφερθέντα πρόσωπα που δικαιούνται αφηρημένως να ασκήσουν έφεση. μπορεί να έχει ποικίλη προέλευση από λόγους νομικούς ή πραγματικούς. βάση και εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συντρεχόντων. 554 Α. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του νικήσαντος διαδίκου προς άσκηση εφέσεως υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο. αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο. ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση.Ε.λπ. εάν στηρίζεται αμέσως ή εμμέσως στην ερμηνεία ή εφαρμογή ορισμών είτε του ουσιαστικού είτε του δικονομικού δικαίου. εφόσον ηττήθηκαν ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη. επιπλέον δε σε δίκες που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη (όπως στις γαμικές διαφορές ή στις διαφορές που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων κ. ζζ) Όπως και πιο πάνω λέχθηκε. 41.χ. Βλ. έχουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα αυτό. β) Εφεσίβλητος.§ 288 – Έφεση 66 ρεία στην οποία μετέχουν. ΚΠολΔ 517 (535) Σχ.λπ. ή ενίκησαν.χ. οι οποίοι ήσαν αντίδικοι του εκκαλούντος και απέναντι στους οποίους αυτός έχει έννομο συμφέρον να επιτύχει την εξαφά39.Ε. που προέρχονται είτε από το ουσιαστικό είτε από το δικονομικό δίκαιο ή από ορισμένες γενικές ή συντρέχουσες περιστάσεις.χ. η ένσταση εξοφλήσεως και έγινε δεκτή ένσταση γνήσια λ. 40. απορρίφθηκε ένσταση.χ. του νικήσαντος τυπικά ή σύμφωνα με το διατακτικό της πρωτόδικης αποφάσεως διαδίκου. ηη) Προϋποτίθεται επί πλέον.ΠολΔ Σ.Ε. πιο κάτω §§ 295 επ. το οποίο θα προέκυπτε. καταχρηστική ή μη γνήσια λ. και αφετέρου κατά του διορισθέντος συνδίκου (προσωρινού ή οριστικού). δεν τελούν σε αναγκαστική ομοδικία. να απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην πρωτόδικη δίκη υπέρ του εφεσιβλήτου. ότι εκείνοι. ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί. η έφεση πρέπει. απέναντι στους οποίους επιδιώκει να επιτύχει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της αποφάσεως ο εκκαλών. η έφεση πρέπει να στρέφεται κατά . ότι η διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ αναφέρεται στην έφεση που ασκεί ο αντίδικος – εναντίον – όλων των αναγκαίων ομοδίκων. η έφεση του προσθέτως παρεμβάντος πρέπει να στρέφεται και κατά του διαδίκου. στην οποία η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων. όταν ασκείται από τον αντίδικο των αναγκαίων ομοδίκων. ββ) Αντί του αρχικού διαδίκου. Έτσι έχει αναμφισβήτητα το πράγμα. εναντίον δε του υπέρ του εκκαλούντος προσθέτως παρεμβάντος. Στην απλή ομοδικία η έφεση που ασκείται από τον αντίδικο μπορεί να απευθύνεται και εναντίον μερικών μόνον από τους ομοδίκους. μόνον αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή υπέρ του και κατά του εκκαλούντος. Διαφορετικό είναι το ζήτημα στην αναγκαστική ομοδικία. σύμφωνα με μια γνώμη που δέχεται η νομολογία. εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού και εναντίον του εκκαλούντος. Η έφεση που ασκείται από κάποιον των αρχικών διαδίκων πρέπει να στρέφεται και κατά του κυρίως παρεμβάντος πρωτοδίκως. λόγω της ισχύος του δεδικασμένου έναντι αυτού. της προσβαλλόμενης αποφάσεως. πρέπει να απευθύνεται αφενός κατά εκείνου. και τότε – με βάση την άποψη αυτή – η έφεση θα έπρεπε να στρέφεται όχι μόνον κατά όλων των αντιδίκων αναγκαίων ομοδίκων. το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και στις αλληλέγγυες ή ενοχές σε ολόκληρο και στη διεκδικητική ανακοπή. σύμφωνα με κάποια γνώμη. Η έφεση που ασκείται από τον προσθέτως παρεμβάντα πρέπει να απευθύνεται κατά του ή των αντιδίκων του διαδίκου. Η έφεση που ασκείται από κάποιον ομόδικο (στην απλή ομοδικία) δεν είναι απαραίτητο να απευθύνεται κατά των άλλων ομοδίκων. υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. θα έπρεπε να ισχύει και όταν η έφεση ασκείτο από κάποιο από τους αναγκαίους ομοδίκους. Η άποψη όμως αυτή ευστόχως εγκαταλείφθηκε από τη Νομολογία του Ακυρωτικού. Η έφεση εναντίον της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση. ο προσθέτως παρεμβαίνων επέχει τη θέση αναγκαστικού ομοδίκου του διαδίκου. μόνο στις περιπτώσεις που. κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 ΚΠολΔ.§ 288 – Έφεση 67 νιση κ. που υπέβαλε την αίτηση κηρύξεως της πτωχεύσεως. Επίσης. Εξάλλου. κατά την ορθότερη άποψη. και κατά των υπέρ αυτών παρεμβάντων γενικώς ή. με ποινή απαραδέκτου. σύμφωνα με κάποια άποψη που είχε υιοθετηθεί στο παρελθόν αρχικά κυρίως από τη νομολογία. Το ίδιο όμως.λπ. το οποίο τελικά υιοθέτησε την ορθή εκδοχή. επισπεύδοντος και καθ' ού η εκτέλεση. υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. αλλά και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του εκκαλούντος. κατά των οποίων στρέφεται αυτή. Δηλ. Ι §§ 131-133. πιο πάνω τ. Αυτά προκύπτουν από το συνδυασμό των άρθρ. 92 (93) ΚΠολΔ. κατά των καταπιστευματοδόχων και άλλων κληροδόχων και αιτία θανάτου δωρεοδόχων.Ε. δηλ. Ε) Η προθεσμία της εφέσεως. γ) Παρεμβαίνοντες. είναι δυνατή από την ίδια την ημέρα της δημοσιεύσεως της αποφάσεως47. δεν αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της εφέσεως. εκτός εάν η προσεπίκληση διαταχθεί από το δικαστήριο. λόγω των χρονικών περιορισμών που υπάρχουν για την άσκηση των ενδίκων αυτών βοηθημάτων. σε άλλους τρίτους δεν μπορεί να γίνει ανακοίνωση της δίκης. ΚΠολΔ 518 (536) § 1 Σχ. 43. 79 (80). Βλ. εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή. στις οποίες δεν αποκλείεται η έφεση. σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ειδικότερα πιο πάνω42. σύμφωνα με το κοινό δίκαιο. πιο πάνω § 286. όπως αναφέρθηκε.68 § 288 – Έφεση των καθολικών και οιονεί καθολικών διαδόχων του. κατά μείζονα δε λόγο δεν μπορούν να προσεπικληθούν αυτοί. ΠολΔ Σ. . 21. 89 (90). τα οποία καθορίζουν αφενός τα θέματα του χρόνου ασκήσεως της κύριας και της πρόσθετης παρεμβάσεως και αφετέρου τα ζητήματα των συνεπειών της παραλείψεως αυτής σε περίπτωση προσεπικλήσεως τρίτων ή ανακοινώσεως της δίκης σ' αυτούς. πιο πάνω στοιχ.λπ. όπως λέχθηκε ήδη. Στην έκκλητη δίκη μπορεί. 91 (92). 984 επ. να μετάσχουν τρίτοι που παρεμβαίνουν για πρώτη φορά σ' αυτήν. και από τους ειδικούς διαδόχους μόνον εναντίον εκείνων που απέκτησαν το επίδικο δικαίωμα κ. τις παραπομπές στη σημ. η προθεσμία της εφέσεως είναι τρία έτη από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περάτωσε τη δίκη. όταν αυτή διατάζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή όταν αυτή έλαβε χώρα πρωτοδίκως ή κατά το στάδιο της προδικασίας (μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο) ή μετά από ανακοίνωση δίκης που έγινε μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο44. 44. Βλ. γ) Όταν δεν κοινοποιηθεί η πρωτόδικη απόφαση.43 γγ) Εναντίον των τελευταίων και άλλων τρίτων δεν μπορεί να απευθυνθεί η έφεση. 45. Βλ.Ε. δ) Εξ άλλου. Στις περιπτώσεις αυτές. Εάν ο διάδικος που ηττήθηκε πέθανε κ. από την (επόμενη) της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως που περάτωσε τη δίκη. β) Η προθεσμία αυτή αρχίζει σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως.λπ. σύμφωνα με αναφερθέντα πιο πάνω45. α σελ. 47. 80 (81). εφόσον γίνονται εμπροθέσμως και κανονικώς. με πράξη ή αιτία θανάτου. 46. η οποία. Βλ.. τριάντα ημέρες. εάν δε διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής εξήντα ημέρες46. 555 § 1 Α. όχι όμως και κατά των συνεπεία πράξεως εν ζωή ειδικών διαδόχων. α) Η προθεσμία της εφέσεως είναι. είτε εκούσια είτε μετά από προσεπίκληση. 536 § 1. η 42. λπ. παραπομπές στη σημ. 49. επιτρέπεται όμως η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. κληρονόμους. 52. ββ) Πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής δεν αρχίζουν οι προθεσμίες αναψηλαφήσεως και αναιρέσεως51.Ε. 537. τα πραγματικά στοιχεία αυτών προκύπτουν από το πραγματικό υλικό που τίθεται νομίμως υπ' όψη του. πιο πάνω τ. ΚΠολΔ 519 (537) Σχ.λπ. και την παρέλευση της κατά το άρθρ. εφόσον. Εξαίρεση από την εξαίρεση αυτή και επάνοδος στον κανόνα του ανασταλτικού αποτελέσματος ισχύει. Βλ. εάν πρόκειται να γίνει εκτέλεση κατά τρίτου50. 29. Κάθε πράξη που ενεργείται κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της εφέσεως είναι άκυρη. οι προθεσμίες για την άσκησή τους συντρέχουν και δεν αναστέλλεται η προθεσμία της εφέσεως. ΣΤ) Τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της εφέσεως εξετάζει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο. και πιο κάτω §§ 289 και 290). Πρβλ. Αμφίβολο είναι το ζήτημα. ΠολΔ Σ. ΙΙΙ) Άσκηση της εφέσεως. 1847 ΑΚ παρεχόμενης προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας που αποκτήθηκε αυτοδίκαια κατά τον ΑΚ κ. .Ε. Για τούτο ισχύουν ανάλογα τα αναφερθέντα για το αντίστοιχο αποτέλεσμα της ασκήσεως της εφέσεως. όταν διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας. ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 ΚΠολΔ το «χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται» για την προθεσμία του άρθρου 518 παράγραφος 1. σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω. αποτελέσματα αυτής και εισαγωγή της προς συ48. Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο η προθεσμία της εφέσεως αναστελλόταν και όσο διαρκούσε η προθεσμία της ανακοπής κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην στην πρώτη συζήτηση49. 50.χ. εάν το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται και όταν η έφεση είναι απαράδεκτη. ή τους κληροδόχους και εν γένει αυτούς που έχουν δικαίωμα εφέσεως. μόνον από την επίδοση της πιο πάνω αποφάσεως στους καθολικούς διαδόχους. (Πρβλ. 51.§ 288 – Έφεση 69 προθεσμία αρχίζει σ' όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις. γγ) Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω προθεσμίας είναι απαράδεκτη η άσκηση αναψηλαφήσεως και αναιρέσεως52. ε) Η προθεσμία της εφέσεως έχει τα παρακάτω αποτελέσματα: αα) Κατά τη διάρκειά της αναστέλλεται η εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως (δηλαδή η προθεσμία της εφέσεως έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα). εννοείται. 556 Α. Ι § 157. αν συντρέχουν γενικοί λόγοι αναστολής των προθεσμιών (λ. ΚΠολΔ 538 (556) 553 (571). δ) Η διαδρομή της προθεσμίας της εφέσεως αναστέλλεται. Εξαίρεση ισχύει στις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις. όπως έγινε δεκτό (ορθά). οιονεί καθολικούς διαδόχους κ. δικαιοστάσιο)48. Μετά την κατάργηση της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και τη μη διαδοχική πλέον άσκηση των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας. ή του δικαστικού πληρεξούσιου του ή και του τελευταίου. ε) Οι λόγοι της εφέσεως και το αίτημά της περιορίζονται κατ' αρχήν στην έκταση της υποθέσεως που καθορίστηκε πρωτόδικα.118. να περιέχει:53 α) μνεία της εκκαλούμενης αποφάσεως. γ) αίτηση για την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκαλούμενης αποφάσεως και εκδόσεως της ορθής. 557 § 2 Α. Βλ. Α) Η άσκηση της εφέσεως γίνεται. 55. παραπομπές σημ. όπως εκτίθεται πιο κάτω58. εκτός των γενικών στοιχείων κάθε δικογράφου. μόνο δε νέα έφεση μπορεί να ασκηθεί εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία αυτής54. Για το ζήτημα της ασκήσεως πρόσθετων λόγων εφέσεως κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την αναίρεση γίνεται λόγος στο κεφάλαιο της αναιρέσεως (§ 290). Το δικόγραφο αυτό (εφετήριο) πρέπει. δηλ. ΚΠολΔ 520 (538) § 2 Σχ. όταν είναι υποχρεωτική η πρόσληψη πληρεξούσιου57.χ.70 § 288 – Έφεση ζήτηση.λπ. β) τους λόγους της εφέσεως.ΠολΔ Σ. πιο κάτω σ. 54. 56. Η έλλειψη ή ακριβέστερα η μη αναφορά ενός τουλάχιστον λόγου εφέσεως. 993 επ. Διαφορετικά έχει το πράγμα στην άσκηση αναιρέσεως. τα παράπονα του εκκαλούντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως σαφώς και ορισμένως διατυπωμένα.Ι §§ 117 . 538 § 2. 57. που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. μόνον εφόσον αναφέρονται στα εκκληθέντα και στα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της εκκαλούμενης αποφάσεως. Εξαίρεση ισχύει σε ορισμένες ειδικές διαδικασίες. Οι λόγοι αυτοί μπορεί να είναι κάθε είδους παράπονα που έχουν σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ή με την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κ. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται και υπέρβαση των ορίων αυτών. δ) την υπογραφή του διαδίκου κ. μπορούν δε να προβληθούν μόνο με μεταγενέστερο ειδικό δικόγραφο (πρόσθετο εφετήριο ή άλλως δικόγραφο προσθέτων λόγων). στις οποίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν και με τις προτάσεις. πιο κάτω στην § 290. Βλ. Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως επιτρέπονται. Βλ. Βλ. δεν μπορεί να αναπληρωθεί μεταγενέστερα και καθιστά το δικόγραφο της εφέσεως άκυρο. συντάσσεται έκθεση κάτω από αυτό και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως στον εφεσίβλητο55. ΚΠολΔ 520 (538) § 1 Σχ. 31 και 32 και πιο πάνω τ. 58. πιο κάτω §§ 311 επ.Ε. 557 § 1 Α. με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση.λπ. όπως εκτέθηκε. .Ε.Ε. στην παράδοση ή απόδοση της χρήσεως του μισθίου (άρθρ.Ε. και κατά κανόνα ευνοϊκότερης γι' αυτόν αποφάσεως. όπως π. 654 § 1 ΚΠολΔ) και στις εργατικές διαφορές56 (άρθρο 674 § 1 ΚΠολΔ). 53. σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατυπώσεις.ΠολΔ Σ. κατά τον εκκαλούντα. 538 § 1. κατ' αρχήν. γγ) Το ανασταλτικό αποτέλεσμα της ασκήσεως της εφέσεως διαρκεί μέχρι την περάτωση της έκκλητης δίκης με την έκδοση οριστικής ή – κατ’ άλλη διατύπωση – τελειωτικής αποφάσεως ή με άλλο νόμιμο τρόπο61. είτε με τη στενή. όταν η έφεση που ασκήθηκε είναι πρόδηλα και δίχως άλλο απαράδεκτη. Τούτο προκύπτει από την πιο πάνω αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 519 (537) § 1 ΚΠολΔ. 539 § 3.Ε. όπως λέχθηκε πιο πάνω.Ε.§ 288 – Έφεση 71 Β) Η άσκηση της εφέσεως που έγινε νόμιμα και εμπρόθεσμα έχει τα επόμενα αποτελέσματα: α) Ανασταλτικό αποτέλεσμα (effectus suspensivus). 60. αα) Δηλ. εάν το ανασταλτικό αποτέλεσμα επέρχεται και όταν η έφεση είναι απαράδεκτη. Βλ. ανατρέχει όμως ουσιαστικά στην εποχή της δημοσιεύσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως. ββ) Το ανασταλτικό αποτέλεσμα αρχίζει. μόνο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Από τις υπάρχουσες όμως άλλες συναφείς διατάξεις προκύπτει ότι. και από τη συνδρομή και την εκτίμηση ορισμένων πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται από τους διαδίκους. διότι η κρίση για το ζήτημα αυτό εξαρτάται. ότι για το απαράδεκτο αυτό. αυτά που μεσολάβησαν ανατρέπονται κατά κανόνα. 500 (517) ΚΠολΔ από την άσκηση της εφέσεως. ΚΠολΔ 521 (539) § 1 Σχ. κατά κανόνα τουλάχιστον. εκτός των άλλων. η άσκηση της εφέσεως δεν έχει ανασταλ59. Κατ' εξαίρεση. πιο πάνω § 286.ΠολΔ 558 §§ 1 και 3 Α. το οποίο καθορίζει αντίστοιχα την ανασταλτική δύναμη της προθεσμίας της εφέσεως. Διαφορετικό βέβαια είναι το ζήτημα.ΠολΔ Σ. όταν το απαράδεκτο της εφέσεως προέρχεται από την αποδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή της παραιτήσεως από το δικαίωμα της εφέσεως. Ο ΚΠολΔ δεν αντιμετωπίζει απ’ ευθείας το ζήτημα.Ε. 61. Στο προγενέστερο δίκαιο αμφισβητείτο το ζήτημα. Αμφιβολίες πάντως υπήρχαν στο προϊσχύον δίκαιο και δεν αποκλείεται να υπάρχουν και στον ΚΠολΔ. Επιτρέπεται όμως η λήψη ασφαλιστικών ή επείγουσας φύσεως (προσωρινών. ενέργεια σύμφωνη ή με βάση το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως) είναι άκυρη. η άσκηση απαράδεκτης κατά νόμο εφέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. ΚΠολΔ 521 (539) § 3 Σχ. σύμφωνα με την αναφερθείσα60 και για όλα τα ένδικα μέσα ισχύουσα διάταξη του άρθρ. αρμόδιο να κρίνει είναι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. είτε με την ευρεία σημασία της λέξεως (δηλ. διότι γι' αυτό έχει αρμοδιότητα να κρίνει. 558 § 2 Α. 539 § 1. συνεπεία της ασκήσεως της εφέσεως αναστέλλεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το αποτέλεσμα αυτό αρχίζει ανεξάρτητα από το βάσιμο ή όχι της εφέσεως. συντηρητικών και εξασφαλιστικών) μέτρων59. . Άλλη λύση αρμόζει ίσως ως προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα για το λόγο που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω. Επομένως. Κάθε πράξη εκτελέσεως που ενεργείται μετά από αυτήν. 22 επ. Η γνώση της εκτάσεως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως έχει σημασία για τον καθορισμό της εκτάσεως της διαδικασίας κατ' έφεση και της εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. να κρίνει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. 541. της εκδικάσεως κ. ΠολΔ Σ. να ασκήσει αντέφεση και να ζητήσει τη μεταρρύθμιση υπέρ αυτού της εκκαλούμενης αποφάσεως. Για την αντέφεση (των προϋποθέσεων του παραδεκτού. αα) Με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται σε ανώτερο. δικαστήριο. όπως λέχθηκε. Το πιο πάνω αποτέλεσμα. όπως λέχθηκε ήδη. quantum appelatum»63. για το οποίο γίνεται λόγος ειδικότερα στη συνέχεια. η άσκηση της εφέσεως έχει εν προκειμένω ανασταλτικό αποτέλεσμα. β) Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (effectus devolutivus). για την εκτέλεση που γίνεται κατά τρίτου. 62. σύμφωνα με τον κανόνα «tantum devolutum. Η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όχι ολόκληρη. Αμφίβολο είναι. και τις προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις. δευτεροβάθμιο καλούμενο. γ) Επικοινωτικό αποτέλεσμα (effectus communicativus). έστω και αν δεν εκκαλούνται και αυτές ρητά. 63. 998 επ.ΠολΔ Σ. αυτής) γίνεται λόγος ειδικότερα πιο κάτω στοιχ. ενώ αντίθετα για την ανακοπή ερημοδικίας δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. όπως λέχθηκε πιο πάνω.λπ. 554. αλλά κατά τα όρια που καθορίζονται από το δικόγραφο της εφέσεως και τους νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθέντες πρόσθετους λόγους εφέσεως και ιδίως του αιτήματός τους. για την κρίση του παραδεκτού της αντεφέσεως και της τελεσιδικίας της αποφάσεως ως προς τα μη προσβληθέντα κεφάλαιά της κ. 540. ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται.Ε. όπως πιο κάτω αναφέρεται. σχετικές παρατηρήσεις και παραπομπές πιο πάνω § 287 σ.Ε. αφού με βάση την ισχύουσα ρύθμιση στερείται ανασταλτικού αποτελέσματος62. δηλ. διότι για τα ζητήματα αυτά. το ζήτημα εάν ισχύει εξαίρεση. το οποίο δεν έχει δικαίωμα να επιληφθεί πλέον αυτής μέχρι τη λήξη του αποτελέσματος αυτού. έστω και αν έχει παρέλθει η προθεσμία (για άσκηση) της εφέσεως64. ΚΠολΔ 522 (540) Σχ. και αφαιρείται από τη λειτουργική αρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε πρωτόδικα. όταν η έφεση που ασκήθηκε είναι πρόδηλα απαράδεκτη ή όταν η προσβολή της πρωτόδικης αποφάσεως είναι ρητά και σαφώς περιορισμένη. Βλ. Η έφεση κατά της οριστικής αποφάσεως περιλαμβάνει.Ε. 64. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως ισχύει ανεξάρτητα από το παραδεκτό ή βάσιμο της εφέσεως.72 § 288 – Έφεση τικό αποτέλεσμα στις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις και στις ανέκκλητες αποφάσεις. εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. 65. 559 Α.65. της ασκήσεως των συνεπειών. διαρκεί μέχρι την περάτωση της έκκλητης δίκης με κάποιον από τους προβλεπόμενους από το νόμο τρόπους. αρμοδιότητα έχει. Το αποτέλεσμα αυτό έχει την έννοια. Εξαίρεση από την εξαίρεση αυτή και επαναφορά στον κανόνα ισχύει. ΚΠολΔ 523 (541) Σχ.λπ. . κατά κανόνα τουλάχιστον. VA-E σελ. Βλ. Αμφισβητείτο στο προγενέστερο δίκαιο – δηλαδή υπό το καθεστώς της ΠολΔ 1834 – το ζήτημα. 16 § 7 Ν. Σχ. 44 § 1).η ρύθμιση αυτή άλλαξε όμως με το Ν. σύμφωνα με την αναφερθείσα πιο πάνω αρχή69 της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και την άλλη αρχή της υπάρξεως δύο βαθμών δικαιοδοσίας μέσα στα όρια που καθορίζει το εφετήριο και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως70. Ήδη μετά το Ν. Τους εισαγγελείς πρωτοδικών αν έχουν την ιδιότητα του εκκαλούντος ή του εφεσιβλήτου εκπροσωπεί ο εισαγγελέας εφετών68. Δηλαδή τότε γεννιόταν το ζήτημα. 68. Ι § 71.Ε. 31 § 1) που τροποποίησε το άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ και μετά και την τροποποίηση του άρθρου 535 § 1 ΚΠολΔ (άρθρ. πιο πάνω στοιχ. Β) Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. σχετικά πιο κάτω § 290). κατά την προαναφερθείσα ήδη διαδικασία66. όπου ο Άρειος Πάγος. 31 § 1 ) – όταν παραπέμπεται η υπόθεση μετά από αναίρεση στο από τον κανονισμό οριζόμενο πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου (βλ. IV. εάν το ίδιο ίσχυε. . πιο πάνω § 286. 3810/1957 και νυν υπό τον ΚΠολΔ» . 3994/2011 άρθρ. εάν η έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έπρεπε να εισάγεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο δικαστήριο της παραπομπής. τούτο ανέπεμπε εν συνεχεία την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ασκείτο έφεση κατά της αποφάσεως του τελευταίου. πιο πάνω τ. 2172/1993 (άρθρ. οι λόγοι και το αίτημα της εφέσεως περιορίζονται κατ' αρχήν στα όρια που καθορίστηκαν πρωτόδικα. Όπως τόνιζε ο Γ. οπότε χωρεί παραπομπή στο αρμόδιο ή το εσφαλμένως κηρυχθέν αναρμόδιο δικαστήριο (βλ. Ράμμος μετά το «ν. ΙΙΙ σελ. το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση67. καταργηθέντος ήδη του Τμήματος Παραπομπής. 69 επ. Ι §§ 186 επ. Α) Η συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο διεξάγεται αντιμωλίαν ή ερήμην. Δ) Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της εφέσεως είναι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. 70. Μάλλον κρατούσε – κατά το Γ. 542. 67. 69. Γ) Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε. 2172/1993 (αρθρ. όμως πλέον ισχύον άρθρο 580 § 3. αλλά παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο και ομοειδές με εκείνο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε) ή σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές με αυτό που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε δικαστήριο. Βλ. όταν μετά από αναίρεση και παραπομπή στο ομοιόβαθμο με αυτό που εξέδωσε την απόφαση δικαστήριο. σύμφωνα με τα ειδικότερα πιο κάτω αναφερόμενα. 66. ΚΠολΔ 524 (542) § 5 (όπως ισχύει μετά το Ν. Κατά την άποψη πάντοτε του Γ. άρα δεν γεννάται και το αντίστοιχο νομικό ζήτημα. Βλ. Βλ.§ 288 – Έφεση 73 Γ) Η έφεση που ασκήθηκε εισάγεται προς συζήτηση με τον ίδιο τρόπο που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. το ζήτημα δεν αποκλείεται να γεννηθεί σε σχέση με το δικαστήριο της παραπομπής ή το αρμόδιο δικαστήριο και το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Ράμμο – το δεύτερο στη νομολογία. στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το δικαστήριο.ΠολΔ 562 Α. και πιο πάνω τ. εκτός από την περίπτωση της εσφαλμένης παραδοχής της αρμοδιότητας ή εσφαλμένης κηρύξεως της αναρμοδιότητας (καθ' ύλη). Ράμμου μάλλον πρέπει να κρατούσε η γνώμη υπέρ της αρμοδιότητας ή του δικαστηρίου της παραπομπής ή εκείνου που κρίθηκε ως αρμόδιο. δεν διακρατεί την υπόθεση. Κατ' εξαίρεση. 2915/2001) τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να ανακύψει (με βάση αυτή τη διάταξη). Η συζήτηση στο ακροατήριο. η υπόθεση συζητείται. επιτρέπεται η υποβολή νέων αιτήσεων: αα) για παρεπόμενες απαιτήσεις. π. ΠολΔ (§ 529) κ. α σελ. πιο κάτω στοιχ. αφορούν καρπούς. της προτάσεως νέων ισχυρισμών και της προσαγωγής νέων αποδείξεων71. 543 § 3. 543 § 2.Ε. ή αν ζήτησε πρωτοδίκως κάποιο πράγμα. ΚΠολΔ 525 (543) § 3 Σχ.ΠολΔ Σ. 13 § 2. 74.λπ. Από άλλες επόψεις ονομάζεται και ius novorum.τι ισχύει σε μας. Υποβολή νέας αιτήσεως ή άσκηση ανταγωγής δεν επιτρέπεται. δηλ.λπ. γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση..Ε. Δεν μπορεί όμως να ζητήσει την καταβολή άλλου ποσού λόγω τιμήματος πωλήσεως ορισμένου κινητού ή ακινήτου πράγματος. Το δικαίωμα αυτό. 563 § 1 Α. Εάν. μπορεί να περιορίσει την αίτησή του σε εξήντα χιλιάδες ευρώ κατ' έφεση. βλ.Ε. όπως π.λπ. 73. πηγάζει από τις διατάξεις του Κανονικού Δικαίου.ΠολΔ Σ.χ. όσον και για τη διευκόλυνση της προσπάθειας για την ταχεία περάτωση των δικών. 563 § 3 Α. Ειδικότερα ισχύουν τα επόμενα: α) Σύμφωνα με τον ΚΠολΔ73 κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας.χ. πράγμα κατ' έφεση. Για τους όρους και τις προϋποθέσεις της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού ή της εξουσίας αυτής. Κατ' εξαίρεση. ο ενάγων ζήτησε πρωτοδίκως εκατό χιλιάδες ευρώ λόγω δανείου. 563 §§ 2-3. που καθορίζει τα όρια και την έκταση της εξουσίας επεμβάσεως του δικαστή και έχει υποβληθεί πρωτόδικα.72. ή και δικονομικής φύσεως. διαφορετικό. με την οποία ζητείται η αποκατάσταση των ζημιών που 71. Οι αιτήσεις αυτές μπορούν να τροποποιηθούν ή να περιοριστούν. με το οποίο παρέχεται η εξουσία στους διαδίκους όχι μόνο να παραπονεθούν για την άδικη γι' αυτούς κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή να υποστηρίξουν την ορθότητά της. μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της έκκλητης δίκης. ήταν και είναι ευρύτερης εκτάσεως από ό. 564 Α. Το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπάγγελτα (από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο)74. των μη υποβληθέντων ακόμη και για την απόδειξη των μη αποδειχθέντων ακόμη κ. ΚΠολΔ 12. για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. αλλά και να διορθώσουν. 72. 75.Ε.ΠολΔ Σ. δεν επιτρέπεται να αξιώσει άλλο. Σε ορισμένες από τις παλαιότερες και νεότερες αλλοδαπές δικονομίες. ή εάν μ' αυτές ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της εκκαλούμενης αποφάσεως κατάσταση75. εάν αυτές είναι οψιγενείς. Στα τελευταία χρόνια και στη σύγχρονη μεταρρυθμιστική κίνηση παρατηρείται η τάση του περιορισμού του δικαιώματος αυτού τόσον για την αποφυγή στρεψοδικίας.λπ. § 1. δηλ. Στο προγενέστερο δίκαιο αμφισβητείτο το ζήτημα. από τους ερμηνευτές του οποίου ονομαζόταν beneficium nondum deducta deducendi et nondum probata probandi. 12 § 2. τόκους κ. κατά την ισχύουσα Γερμ.Ε. αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.74 § 288 – Έφεση επιτρέπεται η υπέρβαση των ορίων αυτών και αναγνωρίζεται η δυνατότητα της υποβολής νέων αιτήσεων. 994 επ.Ε. ίδια σφάλματα και ίδιες παραλείψεις. ακόμη και αν δεν αποφάνθηκε γι' αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. 525 (543) § 2 Σχ. (πραγματικών ισχυρισμών). επομένως. έστω και αν συναινεί ο αντίδικος. σε κάποιο μέτρο. ΚΠολΔ 525 (543) § 1 Σχ. ευεργέτημα ή προνόμιο για την υποβολή κ. εάν επιτρέπεται με την αίτηση αυτή να ενωθεί και αίτηση (με παρεμπίπτουσα αγωγή). οι οποίοι έγιναν απαιτητοί μετά την πιο πάνω συζήτηση ή είναι συναφείς μ' αυτές. . δηλαδή της βάσεως. Έτσι π. ότι υπάρχει τέτοια αξίωση.λπ. εάν ο πρωτοδίκως εναγόμενος που δικάστηκε ερήμην.χ. να προτείνει κατ' έφεση την ένσταση εξοφλήσεως ή της παραγραφής που δεν προβλήθηκαν πρωτόδικα. Το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπάγγελτα (από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο). όπως π. μπορεί να ζητηθεί άλλο πράγμα ή η αξία του ή το διαφέρον77. 945. Οι πραγματικοί ισχυρισμοί που προτείνονται παρά τον περιορισμό αυτό. ότι όχι κάθε αξίωση αποζημιώσεων από την εν λόγω αιτία. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μαργαρίτης). κατά κανόνα. Το απαράδεκτο τούτο λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπάγγελτα (από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο). ο εναγόμενος δεν δικαιούται. μπορεί να ασκηθεί σύμφωνα με τα παραπάνω. ΚΠολΔ 526 (544) Σχ.χ. ββ) Σύμφωνα με κάποια γνώμη. στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν επιτρέπεται η πρόταση νέων πραγματικών ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν πρωτόδικα. γγ) Αμφιβολίες είχαν διατυπωθεί στο παρελθόν για το ζήτημα. μπορεί να προβάλλεται και σε κάθε στάση της έκκλητης δίκης. δικαιούται να ασκήσει ανταγωγή στην έκκλητη δίκη. από ευθείας τουλάχιστον. το ζήτημα αυτό. αλλά μόνον η αξίωση αποκαταστάσεως in naturam. εφόσον αυτές είναι συναφείς με την κύρια αίτηση ή υποβάλλονται από τον ασκήσαντα κύρια παρέμβαση στην έκκλητη δίκη. Κρατούσα μπορεί να θεωρηθεί η άποψη. του αντικειμένου που ζητήθηκε. είναι ο ισχυρισμός ότι έλαβε χώρα στο μεταξύ εξόφληση της απαιτήσεως 76. λόγω επιγενόμενης καταστροφής κ. π. εε) Κατ' εξαίρεση. Θ.χ. απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.ΠολΔ Σ. 77. στις οποίες η πρωτόδικη ερημοδικία έλαβε χώρα έγκυρα ή ήταν ελαττωματική. άρθρο 525. 564 Α. 544. Η ευχέρεια αυτή πάντως πρέπει να αποκλείεται οπωσδήποτε στις περιπτώσεις. που στηρίζονται σε γεγονότα που συνέβησαν μετά την πρωτόδικη απόφαση. του επίδικου αντικειμένου και του αιτήματος αυτής δεν επιτρέπεται. Ο Γ. Εξαίρεση από τον εκτεθέντα περιορισμό ισχύει: αα) στους οψιγενείς ισχυρισμούς.§ 288 – Έφεση 75 προήλθαν από την εκτέλεση αυτής. Διαφορετικά θα ανοιγόταν ευρύ στάδιο για παρέλκυση της δίκης και θα δημιουργούντο ενδεχόμενα ανεπιθύμητες περιπλοκές της διαδικασίας. εξ αιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως. ΚΠολΔ Ι.Ε. ότι περιλαμβάνεται στην πιο πάνω «αποκατάσταση». Επομένως.Ε. . δηλ. β) Κατ' αρχήν. αλλά δεν ασκήθηκε δίχως δικαιολογημένη αιτία ανακοπή ή αυτή που ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα απορρίφθηκε εσφαλμένα. έστω και αν συναινεί ο αντίδικος. εφόσον ήθελε θεωρηθεί. σ. δδ) Μεταβολή της αγωγής. Ράμμος είχε διατυπώσει την άποψη. Ο ΚΠολΔ δεν αντιμετωπίζει. όπως λέχθηκε. εφόσον αναγνωρίζεται αυτή και μπορεί να θεωρηθεί. ότι η απαγόρευση ασκήσεως ανταγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχύει και για το διάδικο που πρωτοδίκως δικάσθηκε ερήμην76. κατ' αρχήν. όπως π. Βλ. αλλά και όταν ήταν ενάγων ή παρεμβαίνων στην πρωτόδικη δίκη. όχι μόνον όταν είναι εναγόμενος. η οποία θεωρείτο από κάποιους και κυρίως από τη νο78. επίσης Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (-Μαργαρίτη). Στις περιπτώσεις αυτές. Ι § 136. εε) Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. οι οποίοι αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή. Π. το ίδιο δικαίωμα για λόγους ισότητας έχει και ο εφεσίβλητος82. 80.Ε. 82. κατά την κρίση του δικαστηρίου.Ε.λ. 81. Κατά το ισχύον άρθρο 528 ΚΠολΔ – σε αντίθεση με την προϊσχύσασα ρύθμιση του ίδιου άρθρου – δεν απαιτείται η προηγούμενη απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας για να ασκηθεί η έφεση. όταν ασκείται αντέφεση. . η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. στστ) Όταν ένας από τους διαδίκους της πρωτόδικης δίκης δικάστηκε ερήμην σαν να ήταν παρών και άσκησε έφεση. αρκεί μόνο με τους νέους ισχυρισμούς να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής ή της παρεμβάσεως.Ι § 136 για την έννοια και την έκταση των εν λόγω εξαιρέσεων. τους οποίους μπορούσε να προτείνει πρωτόδικα. σ. Το δικαίωμα τούτο έχει μόνον ο εφεσίβλητος. ΚΠολΔ 528 (546) Σχ. 566 Α. 545. ο εναγόμενος και εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά την ένσταση της παραγραφής ή της αφέσεως χρέους79. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς. και ο εκκαλών δικαιούται με την άσκηση εφέσεως να προτείνει τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως˙ βλ. Ο ΚΠολΔ με βάση την προϊσχύσασα ρύθμιση δεν όριζε τι ισχύει σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα. 546. Αν ασκηθεί έφεση.ΠολΔ Σ. ββ) Στους προνομιακούς ισχυρισμούς δημόσιας τάξεως και ιδιωτικού συμφέροντος.. Κυρίως και απ' ευθείας η εξαίρεση στηρίζεται στις ειδικές διατάξεις που αναγνωρίζουν τους ισχυρισμούς αυτούς. και πιο πάνω τ. 269 (279) ΚΠολΔ80.π. δδ) Όταν οι ισχυρισμοί αυτοί προτείνονται από τον παρεμβαίνοντα τρίτο στην έκκλητη δίκη με κύρια παρέμβαση ή από εκείνον τον προσθέτως παρεμβαίνοντα που – λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρ. πιο πάνω τ.ΠολΔ Σ. δεν προβλήθηκαν έγκαιρα από δικαιολογημένη αιτία81. 951/952. άρθρ. ΚΠολΔ Ι. είναι η έλλειψη προδικασίας ή νομιμοποιήσεως του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου του ή του δικαστικού πληρεξουσίου78 κ. 83 (84) ΚΠολΔ – θεωρείται ως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου. Βλ. 79. πρωτόδικα η αγωγή για την πληρωμή δανείου απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη. γγ) Όταν οι νέοι ισχυρισμοί συντελούν στην άμυνα ή απολογία κατά της εφέσεως και σε υποστήριξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. δηλ. 565 Α.Ε. 528. στις περιπτώσεις που ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν είχε ασκήσει ανακοπή αλλά απ' ευθείας έφεση.76 § 288 – Έφεση ή απόσβεση της απαιτήσεως ή συμπλήρωση κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής σε επιδικία ή με άλλο νόμιμο τρόπο. εφόσον πρόκειται για πραγματικούς ισχυρισμούς. Ανάλογο δικαίωμα μπορεί να αναγνωρίζεται και στον εκκαλούντα. ΚΠολΔ 527 (545) Σχ.Ε.χ.χ. του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής. τους οποίους είχε την ευχέρεια να προβάλει κατά την ερήμην αυτού διεξαχθείσα δίκη. και πιο πάνω § 273. ότι διευκολύνετο με αυτόν τον τρόπο η αποφυγή της ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και σε άλλες περιπτώσεις η παρέλκυση της δίκης83. αν επιβάλλεται τούτο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 86.Ε. και οδηγούσε σε εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως και σε νέα συζήτηση της υποθέσεως. πιο πάνω τ. αρκεί με αυτά να μην επέρχεται μεταβολή της βάσεως. το ζήτημα αυτό έπρεπε να λύνεται καταφατικά. 84. Επομένως. δ) Εξάλλου. 547 § 1. Βλ. γ) Συγχωρείται αντιθέτως η επίκληση νέων νομικών λόγων και νέων επιχειρημάτων. Ράμμο την αντίθετη εκδοχή. ΠολΔ Σ. όπως λέχθηκε. Το ζήτημα πλέον δεν τίθεται. Ειδικότερα: αα) Η εξέταση νέων μαρτύρων για γεγονότα κ. 567 § 1 Α.Ε.Ε. ββ) Εάν στην πρωτόδικη δίκη εξετάστηκε ένορκα ένας από τους διαδίκους. ΚΠολΔ 529 (547) § 1 Σχ. όπως και η επανεξέταση των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων86. που επιτρέπει την απ' ευθείας άσκηση εφέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως. Εκτός από αυτό. αντίθετα από ότι ίσχυε στο προϊσχύον δίκαιο. επιτρέπεται. 528 (546) ΚΠολΔ δικαιολογούσε – με βάση την προϊσχύσασα ρύθμισή του – κατά το Γ.. Έρεισμα επαρκές από το ισχύον δίκαιο δεν επικαλούνται αυτοί που υποστηρίζουν την άποψη αυτή. σχετικά πιο πάνω § 273. 548 § 1 βλ. . § 273. που δεν προσήχθησαν πρωτόδικα) αποδεικτικών μέσων. Εάν στην πρωτόδικη δίκη ένας από τους δια83. ΚΠολΔ 417 (434) § 2 530 (548) § 1 Σχ. Δικαιολογητικός λόγος του περιορισμού αυτού είναι ο φόβος της δημιουργίας νέων μαρτύρων που καταθέτουν αναληθή πραγματικά γεγονότα. Πρβλ. Με τις προϋποθέσεις αυτές ανέκυπτε στο παρελθόν το ερώτημα. για τα οποία δεν εξετάστηκαν μάρτυρες πρωτόδικα. υποστηριζόταν.ΠολΔ Σ. η για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσαγωγή νέων (δηλ. 87. σχετικά ειδικότερα πιο πάνω § 274. 568 § 1 Α.Ε.Ι. 396 (413) ΚΠολΔ οριζόμενου αριθμού84 από τους νόμιμα και εμπρόθεσμα γνωστοποιηθέντες στον πρώτο βαθμό (μάρτυρες)85. Αντιθέτως η πιο πάνω αναφερθείσα διάταξη του άρθρ. Βλ.§ 288 – Έφεση 77 μολογία ως παραδεκτή. όπως προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις. εάν μπορεί ο ερήμην δικασθείς διάδικος πρωτόδικα να προτείνει στη συζήτηση αυτή (και) όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς. επιτρέπεται. Σύμφωνα με κάποια γνώμη. δεν επιτρέπεται στην κατ' έφεση δίκη η ένορκη εξέταση του αντιδίκου του για το ίδιο πραγματικό γεγονός87. ούτε και υπάρχει. δεν εμποδίζεται ή ορθότερα συγχωρείται ελεύθερα η εξέταση μαρτύρων για ζητήματα. και μόνο μέχρι του κατά το άρθρ. κατά κανόνα. για τα οποία εξετάστηκαν μάρτυρες πρωτόδικα.λπ. 85. λόγω της ισχύουσας ρυθμίσεως του άρθρου 528 ΚΠολΔ. σε κάθε στάση της δίκης. εάν η πιο πάνω εξουσία του δικαστηρίου μπορούσε να ασκηθεί και για την επαγωγή κ. Το ζήτημα δεν ανακύπτει βεβαίως πλέον λόγω της καταργήσεως του επακτού όρκου ως αποδεικτικού μέσου. . Η διατύπωση των σχετικών διατάξεων δεν θα απέκλειε. ενδεχόμενα δε με τις (έγγραφες) προτάσεις που υποβάλλονται κατ' έφεση ευθύς εξ αρχής και πριν από κάθε εξέταση του παραδεκτού και της βασιμότητας της εφέσεως και της αντεφέσεως και των λόγων αυτής ή μόνο μετά την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης αποφάσεως και τη διακράτηση της υποθέσεως για περαιτέρω εξέταση κατ' ουσία. ΚΠολΔ 529 (547) § 2 Σχ. Με την αναγνώριση της εξουσίας αυτής στο δικαστήριο σκοπείται η άσκηση ηθικής πιέσεως στους διαδίκους και τους πληρεξουσίους τους να προσαγάγουν ευθύς εξ αρχής τα αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. αν η υποβολή νέων αιτήσεων. η γνώμη που έλυνε το θέμα καταφατικά. σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω. εάν ο διάδικος δεν προσήγαγε αυτά στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια89. 548 § 2. δεδομένου ότι. ο όρκος κατά το προϊσχύσαν δίκαιο μπορούσε να επαχθεί.§ 288 – Έφεση 78 δίκους αρνήθηκε να εξεταστεί ένορκα. όπως σημειώθηκε πιο πάνω90. δδ) Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο – δηλαδή πριν το νόμο 2915/2001 – είχε ανακύψει το ζήτημα. κατά κανόνα τουλάχιστον. γγ) Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα προσαγόμενα για πρώτη φορά σ' αυτό αποδεικτικά μέσα ως απαράδεκτα. η πρόταση πραγματικών ισχυρισμών και η προσαγωγή νέων αποδείξεων. κατά το εφικτό. ΚΠολΔ 530 (548) § 2 Σχ. την παραδοχή της πρώτης απόψεως. ε) Γεννήθηκε το ζήτημα. 567 § 2 Α. στην κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απόκειται να επιτρέψει ή όχι την εξέτασή του κατ' έφεση88. μπορεί να λάβει χώρα ήδη με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ή την αντέφεση. ιδίως ως προς την προσαγωγή νέων αποδείξεων. πιο πάνω § 275.ΠολΔ Σ. Κατά το Γ. Ράμμο ορθότερη θα έπρεπε να θεωρηθεί. με βάση το τότε ισχύον δίκαιο. Μάλλον θα πρέπει να γίνεται συνδυασμός των δύο λύσεων. 90. Η εξ ολοκλήρου όμως αποδοχή της γνώμης αυτής. για εξασφάλιση της ακριβούς εφαρμογής της αρχής της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας και για την αποφυγή. κατά την κρίση του.Ε. Πρβλ. νομίζουμε.Ε. του όρκου. η οποία εμφανίζεται ως συνέπεια της διασταυρώσεως των δύο συστημάτων.Ε. όταν αυτή επιτρέπεται. θα αλλοίωνε τον πρωταρχικό χαρακτήρα της εφέσεως ως ενδίκου μέσου. 547 § 2. 568 § 2 Α. ΠολΔ Σ.Ε. που τόσον το προγενέστερο δίκαιο αναγνωρίζει όσον και ο ΚΠολΔ υιοθετεί σε σχέση με τη λειτουργία της εφέσεως. της παρελκύσεως της διαδικασίας και της δίκης γενικά. 88. 89.λπ. αλλά και πρακτική σημασία. ΙΙΙ. 33-42 και 46-56. 343. η αντέφεση είναι ένδικο μέσο94 με ορισμένες μόνον ιδιορρυθμίες.§ 288 – Έφεση 79 V. ότι η αντέφεση δεν είναι ένδικο μέσο95. και με πολλές άλλες παραπομπές. βάσει του οποίου ο εφεσίβλητος δικαιούται να ασκήσει αντέφεση. 523. αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνουν τον πιο πάνω χαρακτηρισμό.. αναλυτικά Ν. Αντέφεση. 1974. Ο χαρακτηρισμός αυτός της αντεφέσεως ως ενδίκου μέσου και γενικά και κατά το δίκαιό μας δεν έχει θεωρητική. Klamaris. ακόμη και αν αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση ή παραιτήθηκε από το δικαίωμα της εφέσεως. 92. ό. “impugnazioni incidentali” – καθώς και στις ελβετικές δικονομικές νομοθεσίες92. όχι μόνον δεν μεταβάλλουν. δικαιούται ο εφεσίβλητος να ασκήσει αντέφεση. η οποία αφορά στα με την κύρια έφεση προσβαλλόμενα και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της εκκαλούμενης αποφάσεως και έχει ως αίτημα την υπέρ του αντεκκαλούντος μεταρρύθμισή της93. Η αντέφεση ρυθμίζεται ρητά και στη Γερμανική Πολιτική Δικονομία – § 521 ΓερμΠολΔ. Κλαμαρής. σελ. 126 επ. Β. αα) Με 91. ο εφεσίβλητος μπορεί με ορισμένες προϋποθέσεις βάσει του πιο πάνω αποτελέσματος της εφέσεως. και πιο πάνω υπό στοιχ. N. 95. 58. Β) Αντέφεση λέγεται η έφεση του εφεσίβλητου κατά του εκκαλούντος και κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως. και έχει προς τούτο έννομο συμφέρον. βασει του επικοινωνιακού αποτελέσματος αυτής. Tübingen. Σύμφωνα με την ορθότερη γνώμη. Γ) Η άσκηση αντεφέσεως επιτρέπεται. Βλ. Κ. . Η αντέφεση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία. γ. Είναι ίδιας μορφής και τύπου έφεση. άρθρ. όμως. Η μάλλον κρατούσα άποψη υιοθετεί την εκδοχή. σελ. ΟλΑΠ 180/1979 ΝοΒ 1979. 93. Βλ. ένα από τα αποτελέσματα της εμπρόθεσμης και νομότυπης ασκήσεως της εφέσεως είναι το επικοινωτικό αποτέλεσμα. Das Rechtsmittel der Anschlußberufung. 371. Α) Όπως λέχθηκε πιο πάνω91. “Anschlußberufung” – στο Γαλλικό Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – άρθρ. εάν ο αντίδικός του άσκησε έφεση. σελ. αν και η ιδιαιτέρως αναλυτική ρύθμιση της αντεφέσεως στον ελληνικό ΚΠολΔ μειώνει σε ένα βαθμό την πρακτική αυτή σημασία. να προβεί ακόμη περισσότερο και να ζητήσει με την άσκηση αντεφέσεως τη μεταρρύθμιση υπέρ αυτού της εκκαλούμενης αποφάσεως κατά το μέρος που ηττήθηκε κ. στις περιπτώσεις που ο εφεσίβλητος ηττήθηκε εν μέρει και δεν άσκησε κύρια έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία˙ στην περίπτωση αυτή. Βλ. μόνον εφόσον συντρέχουν οι επόμενες προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής: α) πρέπει να στρέφεται κατά των με την έφεση προσβαλλόμενων ή με αυτά αναγκαίως συνεχόμενων κεφαλαίων της αποφάσεως. οι οποίες. K. 936. σελ. Πράγματι. εκτός από την απόρριψη της εφέσεως. σελ. 94. 1113˙ Κεραμεύς / Κονδύλης / Νίκας (-Μαργαρίτης). ΚΠολΔ Ι.λπ.π. 548/549/550/551 “appel incident” – στον Ιταλικό Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – άρθρα 334. και της Α. Το ζήτημα αυτό έχει και εμφανίζει θεωρητική και πρακτική σημασία κυρίως στην αντικειμενική σώρευση αγωγών. κατά την ορθότερη άποψη. και μετά την πάροδο της προθεσμίας της κύριας εφέσεως. όπως παρατηρήθηκε.χ. Διαφορετικά έχει το πράγμα.Ε. παραπονούμενος για την απόρριψη εν μέρει του κεφαλαίου του τιμήματος. ΚΠολΔ 523 (541) § 1 Σχ.Ε.80 § 288 – Έφεση τον όρο «κεφάλαια» ο νόμος εννοεί. μπορεί τότε να ασκηθεί αντέφεση εκ μέρους του εφεσιβλήτου – ενάγοντος. άν έλαβε χώρα αποδοχή της εφέσεως. Τα σχέδια της Σ. όπως λέχθηκε.ΠολΔ Σ. στις περιπτώσεις που τα περισσότερα κεφάλαια συνέχονται αναγκαία ή αφορούν αδιαίρετο αντικείμενο. και ο ΚΠολΔ στην αρχική διατύπωση (πριν από το ν. μέχρι την έναρξη της (οκταήμερης) προθεσμίας για την επίδοσή της. Π.χ. Δ) Αντέφεση μπορεί να γίνει. Ι § 194. Βλ. για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω97. στην άσκηση ανταγωγής ή μερικές φορές στην κύρια παρέμβαση κ. πιο πάνω τ.λπ. Έτσι π. και αν ο εφεσίβλητος έχει αποδεχθεί την εκκαλούμενη απόφαση ή παραιτήθηκε από το δικαίωμα της εφέσεως96. Ε) Η αντέφεση ασκείται. 541 § 1. Εάν ο ενάγων ασκήσει έφεση. ο Α εγείρει αγωγή κατά του Β με αίτημα την καταδίκη του τελευταίου σε διακόσιες χιλιάδες ευρώ λόγω δανείου και εκατό χιλιάδες ευρώ λόγω τιμήματος πωλήσεως κινητού ή ακινήτου πράγματος. διότι τότε έχει εφαρμογή η διάταξη του αρθρ. δικαιούται να ασκήσει κύρια έφεση.Ε. 97. από την εξέλιξη της έννομης σχέσεως κ. εάν με την αγωγή ζητήθηκαν κεφάλαιο και τόκοι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή μόνον ως προς το κεφάλαιο και την απέρριψε ως προς τους τόκους. 298 (311) ΚΠολΔ. 958/1971) επέτρεπαν την αντέφεση γενικότερα (για κάθε κεφάλαιο). τις αιτήσεις παροχής προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά ή πραγματικά ζητήματα. 560 § 1 Α. εφόσον συντρέχουν και γι' αυτόν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής. όταν τα περισσότερα κεφάλαια προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί. Εάν ο εφεσίβλητος έχει ηττηθεί σε άλλα κεφάλαια ή θέλει να προσβάλλει ως προς άλλα κεφάλαια την απόφαση. σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη συνέχεια. κατά κανόνα. για το οποίο δικαιούται να ασκήσει μόνον έφεση. .δ. όταν ο εναγόμενος ασκήσει έφεση για την εσφαλμένη κατά την άποψή του επιδίκαση του κεφαλαίου.λπ. ββ) Από την αρχή της ταυτότητας των κεφαλαίων εφέσεως και αντεφέσεως εξαίρεση ισχύει. ο οποίος με την αντέφεσή του μπορεί να ζητήσει την επιδίκαση και των τόκων. Το δικαστήριο δέχεται την αγωγή για ολόκληρο το ποσό του δανείου και για πενήντα χιλιάδες ευρώ λόγω τιμήματος πωλήσεως. ο εναγόμενος και εφεσίβλητος δικαιούται να ασκήσει αντέφεση για την εν μέρει παραδοχή του ίδιου κεφαλαίου.Ε. όχι όμως και για την παραδοχή του κεφαλαίου του δανείου. μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του 96. β) Επιτρέπεται η άσκηση αντεφέσεως. 523 (541) § 2 ΚΠολΔ παρέχει επιχείρημα υπέρ της επιεικούς λύσεως. σελ. τότε μπορεί να ασκηθεί αντέφεση εναντίον της.§ 288 – Έφεση 81 δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. ΣΤ) Η άσκηση αντεφέσεως έχει ανασταλτικό και μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. . Ζ) Από δικονομική άποψη η αντέφεση θεωρείται ως παρεπόμενο της κύριας εφέσεως. ΕλλΔνη 1991. Βλ. ΟλΑΠ 33/1990. 102. Ρητή διάταξη για την επέλευση των συνεπειών αυτών δεν περιλαμβάνεται στον ΚΠολΔ.λπ. 99. 541 § 2. ΚΠολΔ 523 (541) § 2 Σχ. Για το παραδεκτό της ασκήσεως σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται λόγος στο κεφάλαιο για την ερήμην συζήτηση της εφέσεως102. 82 επ. δηλ. ΕφΑθ 6303/1988.Ε. 101. Προκύπτει όμως ο κανόνας αυτός αφενός από τη φύση της αντεφέσεως ως ενδίκου μέσου και αφετέρου από τη λειτουργία και το σκοπό της. 560 § 2 Α.ΠολΔ Σ. Βλ. αντέφεση μπορεί να ασκηθεί μόνο μέχρι την έναρξη του οκταήμερου πριν από την αρχική δικάσιμο της εφέσεως ή και οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από κάθε άλλη μετ' αναβολή συζήτηση: Η γραμματική διατύπωση του άρθρ. Από το χαρακτηρισμό αυτό απορρέουν τα εξής: α) Εάν η κύρια έφεση απορριφθεί ως άκυρη ή απαράδεκτη ή εκπρόθεσμη απορρίπτεται και η αντέφεση. Με άλλα λόγια. πιο κάτω §§ 311 επ. κατά την ειδική διαδικασία παραδόσεως ή αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου κ. VI Γ α και β σελ.χ. η οποία δεν θα ήταν τίποτε άλλο από την κύρια έφεση. εκτός εάν ασκήθηκε ενόσω διαρκούσε η υπάρχουσα για τον αντεκκαλούντα προθε98. 1178. πιο κάτω στοιχ. σύμφωνα με την προαναφερθείσα έννοια. είτε στη συζήτηση που λαμβάνει χώρα μετά από αναβολή ή μετά από ματαίωση100. σύμφωνα με την οποία η επίδοση μπορεί να γίνει – τηρουμένης πάντοτε της οκταήμερης προπαρασκευαστικής προθεσμίας – είτε πριν από τη συζήτηση που λαμβάνει χώρα στην αρχική δικάσιμο. Αντίθετα δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση της αντεφέσεως οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση που λαμβάνει χώρα μετά από επανάληψη της δίκης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ101.Ε. Δεν έχει όμως αυτή επικοινωτικό αποτέλεσμα. 100. άν η αναφερθείσα οκταήμερη προπαρασκευαστική προθεσμία υπολογίζεται (αναδρομικά) μόνον εν όψει της δικασίμου της εφέσεως που ορίστηκε αρχικά ή και για κάθε άλλη μετά την αναβολή της οριζόμενης ημέρας συζητήσεως. Εξαίρεση ισχύει για ορισμένες ειδικές διαδικασίες π.99. Αμφίβολο είναι το ζήτημα. Εάν όμως η από τον εφεσίβλητο ασκηθείσα αντέφεση πληροί τους όρους της κύριας εφέσεως ή μάλλον είναι αυτοτελής κύρια έφεση. ΕλλΔνη 1989. δεν επιτρέπεται η άσκηση επαντεφέσεως. 56. συντάσσεται έκθεση κάτω από αυτό και κοινοποιείται (τουλάχιστον) οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως στον εκκαλούντα98. Την ορθή αυτή άποψη έχει υιοθετήσει και η νομολογία. σελ. Άρθρ. α΄και β΄. 227 (231). η δε υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και ηρεμεί μέχρις ότου ένας από τους διαδίκους επισπεύσει. αλλά εξετάζεται103. Βλ και Κ. 3994/2011 (άρθρ. Α) Στη διαδικασία της έκκλητης δίκης εφαρμόζονται κατ’ άρθρο 524 ΚΠολΔ – όπως ισχύει μετά το Ν. 233 (241) – 269 (279). Β) Όταν παρίστανται προσηκόντως όλοι οι διάδικοι. όπως ισχύει μετά το Ν. 524 (542) § 2 ΚΠολΔ. 4η έκδοση. εξετάζεται η αντέφεση.82 § 288 – Έφεση σμία της εφέσεως και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις της ασκήσεως αυτής. κατά τον τρόπο που εκτέθηκε. Ειδικότερα: α) Ερημοδικία εκκαλούντος και αντεκκαλούντος: αα) Εάν στη δικάσιμο που ορίστηκε για συζήτηση της εφέσεως είναι δικονομικώς απών ο εκκαλών και παρίσταται προσηκόντως ο εφεσίβλητος – δηλαδή πρόκειται για ερημοδικία του εκκαλούντος – τότε εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγο- 103. για την οποία εφαρμόζονται διάφοροι κανόνες. 76 επ. σύμφωνα με τους εκτεθέντες ήδη κανόνες και μέσα στα διαγραφόμενα όρια107. στην οποία και εφαρμόζονται και όλες οι διατάξεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ. αυτή δεν επηρεάζεται από την παραίτηση αυτή. τη συζήτησή της. ματαιώνεται η συζήτηση. όπως λέχθηκε. 560 § 3 Α. 105. VI) Η επ' ακροατηρίου διαδικασία στην έκκλητη δίκη. Η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ. η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζητήσεως και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση106. 106. 4. 5 εδ. ανάλογα με το πρόσωπο του απόντος διαδίκου και το δικονομικό του ρόλο στην έκκλητη δίκη. 107. Εφόσον η δίκη στον πρώτο βαθμό διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων. 44 § 1) – οι διατάξεις των άρθρ. Το πλεονέκτημα της αντεφέσεως συνίσταται στο ότι αυτή ασκείται. 44 § 1). σελ. οπότε ισχύει ως αυτοτελής έφεση. ενώ μειονεκτεί αυτής κατά το ότι περιορίζεται στα με την έφεση προσβαλλόμενα και αναγκαία με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια και στο ότι είναι δικονομικό παρεπόμενο αυτής. Γ) Εάν κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι δικονομικώς απών ένας από τους διαδίκους. η συζήτηση γίνεται κατ' αντιμωλίαν. 104. β) Εάν ο εκκαλών παραιτηθεί της εφέσεως μετά την άσκηση της αντεφέσεως. χωρεί ερημοδικία.Ε. Ένδικα Μέσα. . 541 § 3. 104. ΠολΔ Σ. 270 (280) παράγραφοι 2. Εάν απουσιάζουν δικονομικώς όλοι οι διάδικοι. ΚΠολΔ 523 (541) § 3 Σχ.Ε. Εάν όμως η κύρια έφεση απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη ή πράγματι ανυπόστατη. Κεραμέα. Κατά το σημείο αυτό πλεονεκτεί απέναντι στην κύρια έφεση. 2007. και μετά την πάροδο της προθεσμίας της κύριας εφέσεως. 6 και 271 (281) – 312 (328) ΚΠολΔ (για τη διαδικασία της πρωτόδικης δίκης)105. 3994/2011 (άρθρ. δηλ. α Σχ. ό. 569 § 2 υιοθετούσε διαφορετικό εν μέρει σύστημα.Ε. ισχύουν τα εν συνεχεία για την ερημοδικία του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση εκτιθέμενα. ενώ το ίδιο ισχύει σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση (άρθρ. Όσον αφορά την τυχόν από τον εφεσίβλητο προσηκόντως ασκηθείσα αντέφεση. 111. σε συνδυασμό με άρθρο 272 ΚΠολΔ. 78 «…οιονεί παραιτείται από την έφεσή του». εφαρμόζονται οι ορισμοί των διατάξεων του άρθρ. Άρθρο 524 § 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 272 ΚΠολΔ. α΄ και β΄ ΚΠολΔ. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση ερευνάται με πρωτοβουλία ποίου γίνεται η συζήτηση και αν αυτή γίνεται με επιμέλεια του εκκαλούντος και αυτός δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί πλην όμως δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανόνικά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την έφεση109. 2915/2001 και 3043/2002 νομικό / δικονομικό καθεστώς βλέπε την καταργηθείσα διάταξη ΚΠολΔ 531 (549) § 2 Σχ. 524 § 4 (542) ΚΠολΔ114. Τα αμέσως πιο πάνω αναφερθέντα ισχύουν και για την ερημοδικία του αντεκκαλούντος . ως προς την έφεση. 3994/2011 (άρθρα αντίστοιχα 44 § 1 και 30). η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν 108. 3994/2011 άρθρ.. Για το πριν από τους Ν. Σ. καθώς και τη διάταξη του άρθρου 603 ΚΠολΔ. όπως αυτά ισχύουν μετά το Ν. 3994/2011. Για το πριν τους Ν. Εφόσον βέβαια. κατ' εφαρμογή ή καλύτερα κατά συνέπεια της εφαρμογής της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.λπ.§ 288 – Έφεση 83 ντος. Δ. Σ. εφαρμόζονται. 524 § 3 εδ. όπως ισχύει μετά το Ν. α Α. Για το πριν από τους Ν. 77/78.Ε. Σ. όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά το Ν. Κ. 110. 2915/2001 και 3043/2002 νομικό / δικονομικό καθεστώς βλ. 549 § 1 εδ. και Α.Ε. 569 § 1 εδ. Το Σχ. . σελ. Κεραμέα. διότι ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτείται από αυτήν110. 549 § 2.Ε. α Σχ. 113. ό. Για το ζήτημα αυτό γίνεται λόγος στα περί των ειδικών διαδικασιών112. Κεραμέα.ΠολΔ 569 § 2 εδ. Βλ. β.. Βλ. την ήδη καταργηθείσα διάταξη ΚΠολΔ 531 (549) § 1 εδ. εάν ο εκκαλών κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. ό. 44 § 1)108. 2915/2001 και 3043/2002 νομικό / δικονομικό καθεστώς βλέπε την καταργηθείσα διάταξη ΚΠολΔ 531 (549) § 2 εδ.Ε. δηλαδή απορρίπτεται η αντέφεση. ββ) Εάν στην προαναφερθείσα δικάσιμο είναι δικονομικώς απών ο εφεσίβλητος και παρίσταται προσηκόντως ο εκκαλών.π. την πρωτοβουλία για τη συζήτηση είχε ο εφεσίβλητος πρέπει να ερευνάται περαιτέρω. δηλ.Ε. τότε απορρίπτεται η έφεση. σελ. Πολ. 114..Ε. 549 § 2 εδ.π. οι διατάξεις του άρθρ. επίσης Κ.εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση111. 77/78. όταν ερημοδικεί ο εκκαλών. Εφόσον διαπιστωθεί η προσήκουσα κλήτευση του εκκαλούντος. Βλ. Βλ. 109. όριζαν ότι εφαρμόζονται οι (ισχύουσες) διατάξεις για τη συζήτηση της ανταγωγής σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος. Κεραμέα. 524 § 4 (542) ΚΠολΔ113. 112. σελ. Διαφορετικά έχει το πράγμα στις γαμικές διαφορές ή στις διαφορές που ανάγονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων κ. Ο ΚΠολΔ με την αρχική του διατύπωση και τα Σχέδ. 3994/2011. όπως αυτά ισχύουν μετά το Ν. β Α. πιο κάτω §§ 295 επ.π.. α. ΠολΔ Α. και Κ. Άρθρο 524 § 3. Βλ. αλλά μάλλον ότι εμμένει στις πρωτόδικες σκέψεις και τα επιχειρήματα της πρωτόδικης αποφάσεως. ούτως ή άλλως πλέον. 3994/2011. 78. ως προς τη συζήτηση κατ' αντιμωλίαν. η υπόθεση εξετάζεται κατ' ουσία. και η πρωτόδικη απόφαση αναγνώρισε το νόμω βάσιμο και την αλήθεια των ισχυρισμών του. πιο πάνω τ. εάν οι λόγοι αυτής είναι παραδεκτοί και νόμω βάσιμοι και εάν υπάρχει ένσταση που να λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα. εφαρμόζονται όλα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω. . 3994/2011) και σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση. (όπως αυτό εξακολουθεί να ισχύει και μετά το Ν.. 69 και 70. όταν δεν εμφανίζεται κ. εάν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις.λπ. Συνεπώς. Κατά το Γ. Ο εναγόμενος. Επομένως. Αντίθετα. Το θέμα βεβαίως ήταν πλέον χωρίς σημασία. το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας από τον εφεσίβλητο των πραγματικών ισχυρισμών του εκκαλούντος. Το ίδιο ισχύει κατ’ άρθρο 524 § 4 εδ. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όχι μόνον το νόμω βάσιμο. δεν πρέπει να θεωρείται. ότι ομολογεί τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος. β΄ ΚΠολΔ. Κεραμέα. ακόμα και όταν ισχύει το τεκμήριο στον πρώτο βαθμό. αλλά δεν ισχύει. Βλ. Δηλαδή το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση των λόγων εφέσεως116. 115. Συνεπώς. ο εφεσίβλητος που παραστάθηκε πρωτόδικα και υποστήριξε ή αντέκρουσε επιτυχώς την αγωγή. πριν από τις σχετικές τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. ως εάν ο εφεσίβλητος να ήταν δικονομικώς παρών. ό. εάν ο εφεσίβλητος δεν παρίσταται κατ' έφεση.λπ. και δεν αντιτάσσει κάτι εναντίον της αγωγής. σελ. αφού το τεκμήριο ομολογίας είχε γενικά καταργηθεί. 3994/2011 κατ’ αντίστοιχη τροποποίηση του άρθρου 271 ΚΠολΔ (και επαναφορά της παλαιότερης ρυθμίσεως). αναδείχθηκε νικητής. Ι § 188 και πιο κάτω στοιχ. αλλά και το μετά το Ν. 116. VI Γ β σελ. δίχως δηλαδή εν προκειμένω να ισχύει το τεκμήριο ομολογίας κ.§ 288 – Έφεση 84 και αυτός – δηλαδή και ο εφεσίβλητος – παρών (δηλαδή όπως αυτό προβλεπόταν και στον πρώτο βαθμό115. αλλά και την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών του εκκαλούντος. όπως σημειώθηκε.π. 3994/2011). δίκαιο – ότι ομολογεί τους πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος. Κ. το οποίο επανήλθε με το άρθρο 29 του Ν. εάν ο απών εφεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πάντως εάν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις. απέκτησε όμως πάλι σημασία μετά τη θέσπιση του τεκμηρίου με το άρθρο 29 Ν. Εάν δεν υπάρχει κάποιο από τα προαναφερθέντα κωλύματα. Ράμμο η διαφοροποίηση ως προς τη δικονομική μεταχείριση της ερημοδικίας αντιστοίχως εναγομένου και εφεσιβλήτου δεν στερείτο δικαιολογίας. εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει ο εκκαλών. αφήνει εύλογα να συναχθεί το συμπέρασμα – με βάση τουλάχιστον το προϊσχύσαν. Ως προς την απουσία κάποιου ομόδικου. πιο πάνω τ. Σε κάθε περίπτωση. όπως ισχύει μετά το άρθρο 44 § 1 Ν. Πρβλ. συζήτηση της 117. την απουσία σε περίπτωση προσεπικλήσεως και την απουσία του εισαγγελέως ως διαδίκου. οπότε εφαρμόζονται τα πιο πάνω αναφερθέντα. όπως επίσης και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν. Ι § 188.λπ. Ι § 188. η κύρια παρέμβαση έγινε για πρώτη φορά στην έκκλητη δίκη. Εάν. 119. 3994/2011). Βλ. τότε ισχύει το άρθρο 524 § 3 ΚΠολΔ (όταν δηλαδή η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε στην πρωτόδικη δίκη και ο προσθέτως παρεμβαίνων άσκησε έφεση). διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 524 § 4 εδ. γγ) Όταν ερημοδικεί ο κυρίως παρεμβαίνων στην (ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) συζήτηση. Όταν η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε στην έκκλητη δίκη για πρώτη φορά. τότε όταν ερημοδικεί κάποιος από τους διαδίκους στη δεύτερη. έχει τη θέση του εκκαλούντος (αν άσκησε ο ίδιος έφεση) ή εφεσίβλητου (αν ασκήθηκε εναντίον του έφεση). εξ άλλου. που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη.119. 118.Ι § 188. εάν κατά την κρίση του έχουν αποδειχθεί πρωτόδικα αντίθετα πραγματικά γεγονότα. β) Ερημοδικία σε μεταγενέστερες συζητήσεις. Λόγω της καθιερώσεως της μίας και μοναδικής συζητήσεως η πιθανότητα μεταγενεστέρων συζητήσεων είναι πλέον μηδαμινή. Βλ. πιο πάνω τ. Πάντως. . Το δικαστήριο αυτό μπορεί να μη θεωρήσει ομολογημένους τους πραγματικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντος που προτάθηκαν πρωτόδικα. δδ) Όταν ερημοδικεί ο προσθέτως παρεμβαίνων ως εκκαλών στη συζήτηση της έκκλητης δίκης. πιο πάνω τ. Σε κάθε περίπτωση σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση. εφαρμόζονται οι κανόνες που εκτέθηκαν για την ερημοδικία του κυρίως παρεμβάντος στη συζήτηση της πρωτόδικης δίκης117. καθώς και σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση.§ 288 – Έφεση 85 3994/2011. εφαρμόζονται οι κανόνες που ισχύουν για την απουσία αυτού στην πρώτη συζήτηση της πρωτόδικης δίκης118. στις δίκες δημόσιας τάξεως κατά μείζονα λόγο δεν μπορούσε και υπό το προϊσχύσαν καθεστώς με κανένα τρόπο να συναχθεί τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας των πραγματικών ισχυρισμών του εκκαλούντος. αν τυχόν ήθελε υπάρξει μεταγενέστερη συζήτηση. ισχύουν όσα εκτέθηκαν για την πρωτόδικη δίκη. πρέπει να γίνεται η επόμενη διάκριση: Εάν η παρέμβαση ασκήθηκε στην πρωτόδικη δίκη και ο κυρίως παρεμβάς είτε ηττήθηκε είτε νίκησε. γ΄και δ΄ ΚΠολΔ. τρίτη κ. ο διάδικος που παρίσταται υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τις προτάσεις του απόντος διαδίκου. Πρβλ. Συμφωνία των διαδίκων για την παραίτηση από την έφεση μετά την έκδοση της οριστικής ή τελειωτικής αποφάσεως. 122. α) Εάν λείπει μία από τις διαδικαστικές προϋποθέσεις ή εάν η έφεση δεν ασκή120.λπ. Βλ. κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. το οποίο είχε καθιερώσει ο ΚΠολΔ με την αρχική του διατύπωση.λπ. 254 (263) ΚΠολΔ. όπως αναφέρεται στα αντίστοιχα σημεία. VI ββ σελ. VII) Παραίτηση. εάν συντρέχουν οι διαδικαστικές και κατ' αρχήν. εφόσον οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα της διαθέσεως του επιδίκου αντικειμένου. αφενός και τις συνέπειες της μη προσαγωγής τους κ. 68 και πιο πάνω τ. αποδείξεων κ. 123. Τεκμήριο ομολογίας των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου ή παραιτήσεως κ. οι δυσχέρειες αυτές δεν θα εμφανίζονταν συνήθως ή πάντως δε θα ήταν μεγάλες. αποδοχή κ.λπ. Ι § 188. Βλ. . Κατά την εφαρμογή των ορισμών αυτών του νόμου γεννήθηκαν δυσχέρειες για το ζήτημα της προσαγωγής των προτάσεων κ.86 § 288 – Έφεση έκκλητης δίκης. Ως προς την ανάκληση – δηλαδή παραίτηση από του δικογράφου – της εφέσεως που ασκήθηκε ή την παραίτηση από το δικαίωμα της εφέσεως.λπ. 124. προτείνεται – και μερικές φορές προκρίνεται – να διατάζεται η επανάληψη της συζητήσεως. Βλ. στις ειδικές διαδικασίες των γαμικών διαφορών κ.Ι § 194.121. Βλ.λπ. όπως λέχθηκε. στα αρμόδια δικαστήρια. όπως λέχθηκε. Ι § 188. και τις τυχόν αποδείξεις που προσήχθησαν από οποιονδήποτε διάδικο. αφετέρου. λόγω της απουσίας δεν ισχύει. ισχύουν.λπ. που υποβλήθηκαν στις προηγούμενες συζητήσεις. και οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως και εάν αυτή ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις. και επιβάλλεται με τη σχετική απόφαση η προσαγωγή σ' αυτήν των πιο πάνω προτάσεων. δεν είναι κατ' αρχήν ανίσχυρη. 121. πιο πάνω στοιχ. όταν ασκείται ένδικο μέσο. πιο κάτω §§ 295 επ. η υπόθεση δικάζεται όπως ισχύει και για την αντίστοιχη πρώτη συζήτηση120. Α) Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και αυτεπάγγελτα. η οποία με βάση το άρθρο 524 § 1 ΚΠολΔ ισχύει και στην έκκλητη δίκη. Κατά το Γ. αν διατηρείτο το σύστημα της δημιουργίας και συμπληρώσεως του φακέλλου της δικογραφίας και της διαβιβάσεώς του. Ράμμο. Εξαίρεση ισχύει.λπ.λπ. Επειδή για τα ζητήματα αυτά δεν ορίζει κάτι σχετικό ο νόμος. και ενόσω δεν μπορούν τα πιο πάνω στοιχεία να ληφθούν από το αρχείο του δικαστηρίου. πιο πάνω τ. κατά βάση όσα εκτέθηκαν πιο πάνω123 για την ανάκληση ή παραίτηση από την αγωγή κ.124 VIΙI) Απόφαση επί της εφέσεως. πιο πάνω τ. και άρθρο 606 (625) ΚΠολΔ. Ο απών διάδικος δικαιούται να μετέχει στις τυχόν επόμενες συζητήσεις και πρέπει να καλείται για τούτο122. που γίνεται πριν από αυτήν. την αποδοχή αυτής κ. στη συνέχεια. Βλ. αυτό – δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο – μπορεί ή να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ' ουσία. το Εφετείο προβαίνει στην εξέταση του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της εφέσεως και αρχικά τους αναγόμενους στις δικονομικές παραβάσεις και έπειτα. Εάν η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται για άλλο λόγο.§ 288 – Έφεση 87 θηκε κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. που απορρίπτει την έφεση για τυπικούς λόγους. ή άλλως ως απαράδεκτη. Διαφορετικά θεωρούνται ως πραγματικοί ισχυρισμοί που κρίνονται με την ουσία της υποθέσεως εν γένει. Εάν η εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως χωρεί λόγω αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. ανάλογα με τα όρια του λόγου εφέσεως που έγινε δεκτός και του αιτήματος της εφέσεως και της εκτάσεως του σφάλματος ή του ελαττώματος για το οποίο έγινε δεκτός ο λόγος της εφέσεως. η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται. εάν την ευχέρεια αυτή έχουν. θα πρέπει να επιτρέπεται η άσκηση νέας εφέσεως εναντίον της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. β) Εάν συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις. όπως και πιο πάνω λέχθηκε. Η αρχή όμως της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας επιβάλλει να μη γίνεται χρήση της ευχέρειας αυτής. ΚΠολΔ 533 (551) § 1 Σχ. 125. Η εξαφάνιση μπορεί να είναι ολική ή μερική. 129. ΚΠολΔ 532 (550) Σχ.ΠολΔ Σ. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί αυτήν και τη δικάζει κατ' ουσίαν127. Οι λοιποί λόγοι εφέσεως που προτάθηκαν νόμιμα εξετάζονται. Επίσης εάν δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως. Ήδη το πιο πάνω ζήτημα δεν ανακύπτει πλέον αφενός διότι το τμήμα παραπομπής του . αυτούς που αφορούν το νόμω βάσιμο και το πράγματι υποστατό της αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας κ. Εάν γίνει στις περιπτώσεις αυτές αναπομπή. ενώ την δικαιολογεί η αρχή της υπάρξεως δύο βαθμών δικαιοδοσίας. πιο πάνω στοιχ. 571 § 1 Α. εάν η εξαφάνιση της αποφάσεως δεν είναι καθολική.Ε. γ) Εάν ένας από τους λόγους της εφέσεως κριθεί παραδεκτός και βάσιμος. που υπάγεται στην περιφέρεια του δικάζοντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. ΠολΔ Σ. 553. η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο και τηρούνται οι διατάξεις του άρθρ. Διάταξη που να αποκλείει αμέσως την ευχέρεια αυτή δεν υπάρχει. 46 ΚΠολΔ.Ε. 127. 67. Υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ο Γ. ΙΙΙ Δ σελ. κατά την ορθότερη άποψη. ότι ισχύει και σε περίπτωση αναπομπής μετά από αναίρεση128. το δικαστήριο και το τμήμα παραπομπής του Αρείου Πάγου. 550.ΠολΔ Σ. ΚΠολΔ 535 (553) Σχ. 570 Α.126. η οποία.Ε. εκδίδεται απόφαση. Ράμμος είχεν επισημάνει τα ακόλουθα: «Γεννιέται το ζήτημα. Εάν πρόκειται για αναρμοδιότητα κατά τόπο και κριθεί αρμόδιο άλλο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. 59 κείμενο και σημ. αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη125. σε περίπτωση παραπομπής μετά από αναίρεση.λπ.Ε. 126. Το ίδιο πρέπει να θεωρηθεί.129. 573 Α. 128.Ε. 551 § 1. θα πρέπει να εισάγεται στο παραπέμψαν δικαστήριο της παραπομπής ή στο Τμήμα παραπομπής του Αρείου Πάγου».Ε. 131. ΚΠολΔ 533 (551) § 2 Σχ. τις στη σημ.δ. κατά παράβαση της καθιερούμενης από το Σύνταγμα αρχής της διακρίσεως των εξουσιών και λειτουργιών. έχει αναδρομική δύναμη132. είτε λόγω της φύσεώς του. Παρατηρήθηκε όμως.Ε. Πρβλ. σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στο προγενέστερο δίκαιο. και αν ακόμη κατά ρητή διάταξη ή λόγω του περιεχομένου του έχει αναδρομική δύναμη. Συνεπώς. 571 § 2 Α. 130. ότι αυτή ήταν άσκοπη και μπορούσε να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί με νεότερο νόμο. σύμφωνα με την κρατούσα και ορθότερη άποψη.Ε.88 § 288 – Έφεση Β) Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να κρίνει την ορθότητα της εκκαλούμενης αποφάσεως. ότι εφαρμόζεται και στις υποθέσεις εκείνες. 132. αποκλείεται η αναδρομική εφαρμογή νόμου σε όσα κρίθηκαν με οριστική Αρείου Πάγου καταργήθηκε και αφετέρου. ΠολΔ Σ. Διαφορετικά δεν γεννιέται ζήτημα διαχρονικού δικαίου. και Νεαρά Ιουστινιανού 115 προοίμιο και κεφ. επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο νεότερος νόμος. νομοθετικός περιορισμός δεν υπάρχει και μόνον από συνταγματικούς λόγους μπορεί να υποστηριχθεί ο αναφερθείς περιορισμός. ο Άρειος Πάγος παραπέμπει υποχρεωτικά την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο. λαμβάνει υπόψη του και εφαρμόζει τους κανόνες δικαίου (κυρίως ουσιαστικού αλλά μερικές φορές και δικονομικού) που ισχύουν κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως και όχι τους κανόνες που εισήχθησαν μεταγενέστερα και ισχύουν κατά την έκκλητη δίκη131. Βλ. 122 σημειούμενες παραπομπές. είτε δυνάμει ρητής διατάξεως. Αον. σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ. διότι. αλλά ενδεχομένως ελέγχου ορθής εφαρμογής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του προσήκοντος κανόνα του τότε ισχύοντος δικαίου. ότι αυτή εξέφραζε έντονα και προγραμματικά την παραδεδεγμένη από το νομοθέτη βασική και ορθή αντίληψη. ΚΠολΔ και ο ΚΠολΔ στην αρχική διατύπωσή του. όταν μεταβάλλονται οι ρυθμίζοντες την έννομη σχέση και τη δίκη εν γένει ορισμοί του ισχύοντος προηγουμένως δικαίου μετά το τέρμα της πρωτόδικης δίκης130. αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. μόνον εάν ο νέος νόμος ήταν ερμηνευτικός ή είχε αναδρομική δύναμη και όριζε ταυτόχρονα ο ίδιος ρητά. το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο. . και της Α.Ε. Νεαράν 19 προοίμ. στις οποίες εκδόθηκε οριστική απόφαση. Το ν.Ε. Υποστηριζόταν όμως ζωηρά και πριν από τη δημοσίευση του ισχύοντος Συντάγματος και η αντίθετη άποψη με την ειδικότερη δικαιολογία. λάμβανε χώρα. 958/1971 διέγραψε τη διάταξη αυτή με την αιτιολογία. Εξαίρεση γινόταν δεκτή. σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των οποίων νόμος. Την άποψη αυτή υιοθετούν ρητά τα Σχέδια της Σ. που δημοσιεύθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης αποφάσεως. 551 § 2. ότι με την αναδρομική εφαρμογή νόμου σε όσα κρίθηκαν με οριστική απόφαση. Πάντως. δεν εφαρμόζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. της εμφανιζόμενης ως ερμηνευόμενης διατάξεως κ. ή επιβάλλεται εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης αποφάσεως.λπ. καλύπτεται αναδρομικής ισχύος κανόνας. . κατά πόσον τα δικαστήρια δικαιούνται να εξετάζουν. Γ) Η ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται από το διατακτικό και όχι από το αιτιολογικό της. μετά από διακυμάνσεις. 77 § 2 του οποίου ορίζει. μόνον πριν από την παραδοχή της εφέσεως και 133. Η απαγόρευση αυτή της χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος (reformatio in peius) ισχύει. εάν ο εμφανιζόμενος ή ονομαζόμενος ως ερμηνευτικός νόμος έχει πράγματι τέτοιο περιεχόμενο ή είναι ψευδοερμηνευτικός. Για το θέμα αυτό δεν γεννιέται ζήτημα βάσει του ισχύοντος Συντάγματος 1975. το άρθρ. 572 Α. υπάρχει ψευδοερμηνευτικός νόμος.Ε. Για το λόγο αυτό. Δίχως την εξέταση αυτή δεν είναι δυνατή η ορθή εφαρμογή της αναφερθείσας συνταγματικής διατάξεως. Δ) Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δικαιούται να εκδώσει επιβλαβέστερη από την εκκαλούμενη απόφαση για τον εκκαλούντα. έχει ισχύ μόνο από τη δημοσίευσή του. Ζήτημα πολύ δυσχερές γεννιέται για το πότε μπορεί να λάβει τούτο χώρα και συγκεκριμένα δίχως παραδοχή του λόγου της εφέσεως κ. όπως ορθά δεχόταν η νομολογία στο προγενέστερο αστικό δικονομικό δίκαιο – δηλαδή υπό την ισχύ της Πολιτικής Δικονομίας του 1834 – και ορίζει ρητά ο ΚΠολΔ. την εφαρμογή κ.λπ. εάν πρόκειται πράγματι για ερμηνευτικό κανόνα ή μήπως. με τη μορφή του ερμηνευτικού κανόνα. ότι τα δικαστήρια μπορούν και οφείλουν να εξετάζουν.ΠολΔ Σ. έλυσε την αμφισβήτηση αυτή και δέχθηκε την ορθή άποψη. εάν δηλ. δηλ. επί πολλά έτη απασχολούσε την επιστήμη και τη δικαστηριακή πρακτική το ζήτημα.Ε. ενδεχομένως δε και οφείλουν να εξετάζουν το πιο πάνω ζήτημα. εφόσον με αυτήν προσβάλλονται δικαιώματα που προστατεύονται ειδικά από το Σύνταγμα. που καλύπτεται υπό τη μορφή του ερμηνευτικού νόμου. δεν έχει εξουσία να κάνει χειρότερη τη θέση του.χ. που οδηγούν στο ίδιο διατακτικό. 552. ΚΠολΔ 534 (552) Σχ. ή πρόκειται για αναδρομική δύναμη νόμου. παρά μόνον όταν ο εφεσίβλητος άσκησε αυτοτελή (κύρια) έφεση ή αντέφεση. 17 αυτού. την έκταση. δηλ. Η νομολογία του Αρείου Πάγου. Η αντιμετώπισή του πρέπει να συνδυάζεται με το πιο πάνω αναφερθέν θέμα της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος για την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου.λπ. υπήρχε πράγματι άξια λόγου αμφισβήτηση για την έννοια. Από τη διάταξη προκύπτει σαφώς. κατά την οποία τα δικαστήρια δικαιούνται. Εξ άλλου. το δικαίωμα της ιδιοκτησίας από το άρθρ. όπως π. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση και να αντικαταστήσει τις υπάρχουσες αιτιολογίες ή να προσθέσει και άλλες αιτιολογίες133. ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός.§ 288 – Έφεση 89 απόφαση. χ. τα οποία διαγράφονται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της ασκήσεως της εφέσεως.χ. Δεν περιορίζεται όμως σ' αυτά. . όταν ο εκκαλών είναι ο εισαγγελεύς πρωτοδικών. το νόμω βάσιμο της αιτήσεως εξετάζεται αυτε134. όχι όμως και όταν το εφετείο μετά την εξαφάνιση κ. στο σύστημα και στη λειτουργία των τακτικών ενδίκων μέσων. όπως σημειώνεται στη συνέχεια. Η άποψη αυτή δεν στηρίζεται μεν σε ρητή διάταξη του ΚΠολΔ.λπ. ότι χωρίς αίτηση δεν μπορεί να παρασχεθεί δικαστική προστασία. και να ενεργήσει τα νόμιμα. 575 Α. ότι και δίχως ειδικό παράπονο κύριας εφέσεως ή αντεφέσεως. κρατεί την υπόθεση και δικάζει αυτή κατ' ουσία (όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο). όπως και πιο πάνω λέχθηκε.λπ. με την οριστική ή τελειωτική απόφαση.Ε. οπότε και δίχως άσκηση κύριας (αυτοτελούς) εφέσεως από τον εφεσίβλητο ή αντεφέσεως. Ε) Εάν η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή αβάσιμη. Β) Ορθά έγινε κατ' επανάληψη δεκτό από τη νομολογία.§ 288 – Έφεση 90 την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης αποφάσεως. αλλά επεκτείνεται μερικές φορές και πέρα από αυτά. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του το νόμω βάσιμο της αγωγής ή της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως κ. εφόσον δεχθεί έφεση του ενάγοντος στην πρώτη περίπτωση ή του εναγομένου στη δεύτερη περίπτωση. μπορεί να εκδόσει δυσμενέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα134. ανάλογα με την περαιτέρω εξέλιξη της δίκης.Ε. σύμφωνα με το κοινό δίκαιο. ΚΠολΔ 536 (554) Σχ. κατά το κοινό δίκαιο. ανταποκρίνεται όμως στις γενικές αρχές του ισχύοντος δικαίου. π. σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα135. 991 επ. ΙΙΙ Ββ σ. Ως προς την έκταση της εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της εξετάσεως της ουσίας της υποθέσεως (μετά την κατ' αρχήν παραδοχή της εφέσεως και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως) μπορεί να παρατηρηθούν τα επόμενα: Α) Η εξουσία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατ' αρχήν εκτείνεται στα όρια. καταδικάζεται. ο εκκαλών στα έξοδα.λπ. Βέβαια. εφόσον από τον εναγόμενο ή τον αντεναγόμενο ή τον κυρίως ή προσθέτως υπέρ κάποιου από αυτούς παρεμβαίνοντα με την έφεση ή την αντέφεση ζητείται π.λπ. τα ζητήματα της επιβολής των εξόδων ρυθμίζονται. 554. Εάν η έφεση γίνει δεκτή. η απόρριψη της αγωγής. πιο πάνω στοιχ. της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως κ. μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως. 135. λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων κ. γενικά γίνεται δεκτό. να απορρίψει ολικά την αγωγή που απορρίφθηκε εν μέρει πρωτόδικα ή αντίστροφα να δεχθεί ολικά την αγωγή που έγινε δεκτή εν μέρει πρωτόδικα. ως προς το σημείο αυτό. Βλ. Εφόσον όμως ζητηθεί αυτή. IX) Έκταση της εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.ΠολΔ Σ. Τέτοια καταδίκη δεν απαγγέλλεται. . Ζ) Γενικότερα.λπ.§ 288 – Έφεση 91 πάγγελτα από το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο.λπ. η έκταση της πιο πάνω εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρί- . εφόσον μετά την παραδοχή της εφέσεως και την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. είναι αβάσιμη και ζητείται η απόρριψή της. διότι διαφορετικά.. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εισερχόμενο στην ουσία της υποθέσεως και κρίνον οριστικά ως απορριπτέα την πιο πάνω βάση της αγωγής. όπως έγινε δεκτό. το πράγμα ως προς την εξέταση της υπάρξεως συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων. Ε) Τα πιο πάνω με στοιχεία Γ και Δ αναφερθέντα ισχύουν και ως προς την αοριστία της αγωγής. ολικά ή μερικά. της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως κ. την πιο πάνω εξουσία έχει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και για άλλα ζητήματα ή θέματα.λπ. κατ' ουσία το νόμω βάσιμο της αγωγής. ΣΤ) Εφόσον εξαφανίζεται η απόφαση. ή κατ' άλλη διατύπωση.λπ. εάν η αγωγή κ.. κρατεί την υπόθεση και εισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως. έχει την εξουσία να εξετάσει. τα οποία φέρονται στην κρίση του με την έφεση και την αντέφεση.λπ. της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως ως προς όλα τα αιτήματα και τις βάσεις κ.λπ.χ. η οποία θα ανάγεται συνήθως ή στην έλλειψη στοιχείων απαραίτητων για τη νομική πληρότητα αυτής κατ' ουσία και συνεπώς στο νόμω βάσιμό της ή σε τυπικά ή πραγματικά στοιχεία και κατ' ακολουθία θα δημιουργεί διαδικαστικά ελαττώματα του εγγράφου της. εάν ασκήθηκε έφεση από τον ενάγοντα ή τον αντενάγοντα ή τον κυρίως παρεμβαίνοντα και ως προς αυτό κ. ως προς τις λοιπές βάσεις ή τα λοιπά αιτήματα δεν έχει μεταβιβαστεί η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. ουσιώδεις και αμφισβητούμενους πραγματικούς ισχυρισμούς. Έτσι έχει π.λπ. εάν ορθά ή εσφαλμένα δεν διατάχθηκε απόδειξη για προταθέντες παραδεκτώς κατά της αγωγής. Δ) Εφόσον με την έφεση ή την αντέφεση ζητείται η απόρριψη της αγωγής. ζητήθηκε η παραδοχή της αγωγής. της παρεμβολής δικονομικού ή ουσιαστικού απαραδέκτου. μπορεί ή μάλλον οφείλει να εξετάσει τις λοιπές βάσεις της αγωγής (που έχουν προταθεί επικουρικά) κ.. το οποίο δεν μπορεί να ασχολείται με τα λοιπά ζητήματα της υποθέσεως. που δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής κ. διότι η απόδειξη της αλήθειας αυτών των ισχυρισμών καταλύει συνήθως.λπ. Γ) Συναφώς το εφετείο. ότι την πιο πάνω εξουσία έχει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. τα οποία κατά τις γενικές αρχές περιλαμβάνονται στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης εξετάσεως.λπ. ανταγωγής ή κύριας παρεμβάσεως κ. της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως κ. της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος. της επελεύσεως εκπτώσεως δικονομικής ή με ορισμένες προϋποθέσεις και ουσιαστικής φύσεως κ. Είναι αυτονόητο όμως. της νομιμοποιήσεως του διαδίκου. . Είναι πράγματι αλληλένδετα τα θέματα αυτά και η μεμονωμένη εξέταση και κάθε φορά αντιμετώπισή τους είναι συνήθως δυσχερής και δεν αποκλείεται να οδηγεί μερικές φορές σε ανεπιθύμητες λύσεις. στην πλειονότητα διαδίκων. μήπως το προαναφερθέν αποτέλεσμα εκτείνεται και στους προσθέτως παρεμβάντες. X) Επεκτατικό αποτέλεσμα. Εξαίρεση θα είναι δικαιολογημένο να γίνεται δεκτή στις περιπτώσεις. Εάν περισσότεροι ηττήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο από αυτούς άσκησε έφεση ή αντέφεση. στις οποίες η κύρια παρέμβαση έχει ασκηθεί από τον ειδικό διάδοχο (εκδοχέας κ.λπ. Η με επίγνωση και συνέπεια εφαρμογή του συστήματος αυτού διευκολύνει σε πολλά σημεία την εκτίμηση και την κρίση του δικαστηρίου για την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκήσεως της εφέσεως και της αντεφέσεως και της εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως. ΠολΔ Σ. ανταγωγής. περικλείεται και πρέπει να καθορίζεται μέσα στα όρια αφενός του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και της αντεφέσεως που ασκείται κάθε φορά και αφετέρου της απαγορεύσεως της μεταβολής της εκκαλούμενης ή αντεκκαλούμενης αποφάσεως σε βλάβη του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος. ΚΠολΔ 537 (555) Σχ. εάν το πιο πάνω επεκτατικό αποτέλεσμα της αποφάσεως της υπέρ του ενός των αρχικών διαδίκων εκδιδόμενης αποφάσεως ισχύει και απέναντι στον κυρίως παρεμβάντα και τανάπαλιν.λπ.Ε.Ε. θα μπορούσε να συζητηθεί και η άποψη. Κατά την έννοια όμως της σχετικής διατάξεως. Εάν η προ136. XI) Επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. που εκδίδεται επί αυτής. Η φύση και η λειτουργία της κύριας παρεμβάσεως δυσχεραίνει συνήθως την καταφατική λύση. εφόσον δεν αποδέχθηκαν την εκκαλούμενη απόφαση136. 555. οι οποίοι δεν άσκησαν έφεση. Εξ άλλου. ισχύει όχι μόνον όταν γίνεται δεκτή. 576 Α. αλλά και όταν απορρίπτεται η έφεση. βάσεων και αιτημάτων αγωγής.) ενός των αρχικών διαδίκων. δεν πρέπει να παραβλέπεται το σύστημα του ενιαίου της προσβολής της πρωτόδικης αποφάσεως στην υποκειμενική και αντικειμενική σώρευση αγωγών. Αμφίβολο είναι επίσης το ζήτημα.92 § 288 – Έφεση ου που επιλαμβάνεται και εκδικάζει την υπόθεση. ότι το επεκτακτικό καλούμενο αποτέλεσμα της ασκήσεως της εφέσεως ή της αντεφέσεως και της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.λπ.λπ. Ο Γ. χωρίς το αίτημα να διατυπώνεται νόμιμα με κύρια έφεση ή αντέφεση κ. συνεκδικάσεως περισσοτέρων συναφών υποθέσεων ή υποβολής παρεμπιπτουσών αιτήσεων. Ράμμος είχεν υποστηρίξει στην προηγούμενη έκδοση την άποψη. αντικειμένων. η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των λοιπών ομοδίκων. κύριας παρεμβάσεως. ομοδίκους. τριτανακοπής κ. Κατά τη διατύπωση του νόμου φαίνεται να αφορά μόνον τους μη εκκαλέσαντες κ. η οποία υποβάλλεται με το έγγραφο της εφέσεως. ύστερα από αίτηση του καθ' ού η εκτέλεση. σημ. πιο κάτω στα περί προσωρινώς εκτελεστών αποφάσεων. με τους πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο. είχε εκτελεστεί. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφόσον δεχθεί οριστικά και κατ' ουσία την έφεση ή την αντέφεση και απορρίψει ολικά ή μερικά την αγωγή. Την ίδια εξουσία έχει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. 86. Βλ. που έχει κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή. Βλ. που κοινοποιείται στον αντίδικο. εφόσον η εκτέλεση αποδεικνύεται προαποδεκτικά. στο οποίο αναπέμφθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο138. 137.§ 288 – Έφεση 93 σβαλλόμενη απόφαση. ΚΠολΔ 914 (975). . 138. διατάζει. την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της εξαφανισθείσας ή μεταρρυθμισθείσας αποφάσεως κατάσταση137. την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση. 1620-1622· Cahn A..F. Die bundesrechtliche Nichtigkeitsbeschwerde in Zivilsachen (Zürcher Studien zum Verfahrensrecht.. 81-122· Κ. Αθηνών)· Π.. σ. 1924· Schiedermair G. Restitutionsklage wegen Verletzung der Europäischen Menschenrechtskonvention.. σ. Καργάδου. 1978. Πανεπ.. Gaul. Δ. Η διεύρυνσις των λόγων αναψηλαφήσεως. 391-421˙ Schoetensack. 137-168· Henrion de Pansey. NJW 2007.. Rechtskraft und Restitution: Erster Teil: Der Rechtsbehelf gemäß § 826 BGB gegen rechtskräftige Urteile. Rechtfertigung und Begrenzung der Wiederaufnahme des Verfahrens nach 580 Z. AcP 198. σ. 1968˙ H. Judicium IV (1932).. 103 Abs. Abel W. Band I. 1986· Braun J.. Zweiter Teil: Die Grundlagen des geltenden Restitutionsrechts. 1966 (διατρ.· Deppert K. II· Plassard. Festschr. Die Grundlagen des Wiederaufnahmerechts und die Ausdehnung der Wiederaufnahmegründe. FS Geiß. 466-490 και ZZP 80. für Dölle. ZIP 1987.Z. Zum Verhältnis von Wiederaufnahmeverfahren und Vorprozess. No 29. Διατρ. Der Streitgegenstand des Wiederaufnahmeverfahrens. 201-206· Johannsen. NJW 1983. Nichtigkeitsklage analog § 579 Abs. André. 1987· Barnert T. 1196 και ανταπάντηση Braun. 1957. 35-71. Zum Problemkreis des Wiederaufnahmerechts. 1910· Bruns. ZZP 74.. Deutschen Juristentag 1964. NJW 1981. Festschrift für den 45. 81-96· Fleischer T.. Nichtigkeitsklage und Anspruch auf rechtliches Gehör. 4 ZPO bei Verletzung des Art. ZZP 78.. τ. Die missbräuchliche Titulierung von Ratenkreditschulden mit Hilfe des Mahnverfahrens. σ.. 49-81· P.. 329-356· Thouvenin. και Ανάτυπον (1979)· Pagenstecher M. 67επ. 1963. επί διδακτ. Wiederaufnahme des Zivilprozesses . 1196-1197)· Braun J. 1995· Bamberg A. επί διδακτ. Restitutionsklage wegen neu aufgefundener Urkunden. ιδίως σ. 687-690· Braun J. Gilles. Über Rechtsmittel und Wiederaufnahmeklagen. Zur Nichtigkeitsklage wegen Mängeln der Vertretung im Zivilprozess. σ. Μπέη. 1 GG?. 447-458· Braun J. Autorité judiciaire 3η έκδ. Der Widerruf der Rechtsmittelrücknahme nach rechtskräftigem Verfahrensabschluss unter Berücksichtigung des gleichen Problems beim Rechtsmittelverzicht. 74.. σ... 1985· Braun J. Πανεπ. 1 Nr. σ. Prozessuale Dispositionsfreiheit und zwingendes materielles Recht. Κωλύματα προσαγωγής εγγράφου ως λόγος αναψηλαφήσεως και αι δυνατότητες αναλογικής διευρύνσεως αυτού. ΧΙ (1979) επ. 425-428 (βλ.O. ZZP 116. Verletzung des Rechts auf Gehör und Urteilskorrektur im Zivilprozess.ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ § 289 Ειδική βιβλιογραφία: Βehre. Fam. Ζυρίχης 1978 Νο 38). 1979. Rechtskraft und Rechtskraftdurchbrechung von Titeln über sittenwidrige Ratenkreditverträge. και απάντηση Schneider E.81· Foerste U.. 2000. Zur Systematik des Wiederaufnahmeverfahrens.P. Rechtskraftdurchbrechung bei rechtskräftigen Vollstreckungsbescheiden. Restitutionsklage gemäß § 580 ZPO bei unrichtiger Tatsachenfeststellung. MDR 1999. Des ouvertures communes à cassation et à requete civile. 1956· του αυτού.R. 1403-1406· Braun J. σ. Anhörungsrüge oder Wiederaufnahmeklage?. σ. 2.. 858-868· Prütting H. Αθήνα 1995. Ορφανίδης.· Ν.· Κ. 1996. Bemerkungen zur Wiederaufnahme im geltenden und künftigen Recht der Freiwilligen Gerichtsbarkeit. §§ 159-161· Jauernig O. 966 επ. 4 ZPO?. Zur Struktur und Funktion der Nichtigkeitsklage gemäß § 579 dZPO. 2010. 395 επ. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1986. Band 2. 1088-1096· Jauernig O. Η αναψηλάφηση στο γαλλικό αστικό δικονομικό δίκαιο. Δ΄ έκδοση. 2008. Naturereignis und Wiederaufnahme des Verfahrens nach dem griechischen Zivilprozessrecht. Zivilprozessrecht. 491 επ. 31-33· Lindacher W. Βαθρακοκοίλης.· του ιδίου. Die Restitutionsklage nach rechtskräftigem Verletzungsurteil und darauffolgender Nichtigerklärung des verletzten Patents. Rechtskraftdurchbrechung bei unrichtigen Titeln: die Rechtsprechung zur Aufhebung sittenwidriger Entscheidungen und ihre Folgen für die Praxis. Δ 1979.· Στ. Νίκας.F. 10461063· Κατ’ άρθρον ερμηνείες: Stein/Jonas/Grunsky.-F. Rdnr. 2. 2010· Musielak/Musielak.. JZ 2007. 1994· Münchener Kommentar zur ZPO/Braun. 1998· Schickedanz W. Αθήνα 2005· Π. 6. ZPO Kommentar. JZ 2003. 561-572· Reuschle F. Zivilprozessrecht.. Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Der Einfluß rückwirkender Gestaltungsurteile auf vorausgegangene Leistungsurteile. NJW 1995. Κεραμεύς.· Γ. Αθήνα 1999. 2008· Würthwein S. 544 αριθ. Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Auf. Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή 2000. 29. Zivilprozessordnung. Μακρίδου.. Grundkurs ZPO.. 28. Η έννοια του κρίσιμου εγγράφου στην αναψηλάφηση. Auf. 319 επ. Zivilprozessrecht.. 377-378· Piech X.. Zivilprozessordnung. 2016 επ. 10 και 11. 447-472 Συστηματικά έργα και εγχειρίδια: Rosenberg/Schwab/Gottwald..-F. Αναψηλάφηση της απόφασης λόγω ανεύρεσης νέου εγγράφου. 157. Rdnr. 2007.... 2009· Prütting/Gehrlein/Meller-Hanich.· Κ. 1242 επ. Έν- . Ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο. 959 επ.. Auf. 570579· Warga C. Neue wissenschaftliche Erkenntnisse und materielle Rechtskraft. 99-112· Gaul H. Kommentar zur ZPO.. Κ. ΙV.178· Gaul H. 17. Nichtigkeitsklage bei erschlichener oder fehlerhaft bewilligter öffentlicher Zustellung wegen Gehörverletzung. Η έννοια της ανώτερης βίας στην ανεύρεση νέου εγγράφου ως λόγου αναψηλαφήσεως (άρθ.. 7. 1 Nr. Μπέης. Auf. 2010.. Συμβολές στην ερμηνεία του ΚΠολΔ. FS Baur. 1981. Auf. 1966· του ιδίου. Ι. FS Habscheid.. NVwZ 1996. Höhere Gewalt. Αστικό Δικονομικό Δίκαιο. 2010. 1998· Poelzig D.. 13. Κονδύλης/Ν. 596-600· Schilken E. 1981. Auf. Die Verletzung von Verfahrensgrundrechten im Zivilprozess und ihre Korrektur nach Eintritt der Rechtskraft . 246· Musielak H. Auf. ΕλλΔνη 43 (2002).. 21. Αθήναι. Band 5/Ι.-F. 345-352· Gaul H.· Κ.. Zivilprozessrecht. Κεραμεύς. Τόμος Γ΄. Die Aufhebung rechtskräftiger zivilgerichtlicher Urteile unter dem Einfluss des Europäischen Gemeinschaftsrechts. Ένδικα μέσα.. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007. 2007· Zöller/Greger. Η διαλεκτική του δικονομικού δικαίου... Rdnr.. Auf. Auf.§ 289 – Αναψηλάφηση 95 bei naturwissenschaftlichem Erkenntnisfortschritt. Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ.. 2010. Αθήνα. 548 επ. Ρεντούλης. τ. Zufall. 823 επ. 1986.. Auf.. 1994· Rammos G. Parteiunfähigkeit als Nichtigkeitsgrund analog § 579 Abs. GRUR 2000. Πανταζόπουλος. Νίκας/Μ. FS Nakamura. Μαργαρίτης. 1976 και 1977 σελ. Δ 36 (2005). Γενικό Μέρος. 137-168· Gaul H.. Γνωμοδότηση. Auf.· Κ./Weth S. Das Nacheinander von Entscheidungen. ZZP 112..· Β. 91 επ. Οι λόγοι αναψηλαφήσεως και η ερμηνευτική διεύρυνσις αυτών (διδακτορική διατριβή). Μπέης.-J. Der Prozessbetrug im Zivilprozess. JZ 1989. 7 ΚΠολΔ). Αρμεν. § 64 και § 76· Grunsky W. Kein Rechtsschutzinteresse für erneute Nichtigkeitsklage. Πολιτική Δικονομία. 3.. Κεραμεύς/Δ. 10. FS Kralik.· Κ. . αλλά με τη μορφή της αγωγής ακυρώσεως και της αγωγής αποκαταστάσεως. 447˙ ΑΠ 78/2007 (Γ. Νομική Βιβλιοθήκη 2008. 938˙ ΑΠ 67/2003 (Γ. Οι προθεσμίες ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. η ΠολΔ της (κατά τα έτη 19471989 εγκαθιδρυθείσας) Ανατολικής Γερμανίας του 1975 § 163. . είτε εξαιτίας δόλιων ενεργειών των διαδίκων κ. Ενδεικτική νομολογία: ΑΠ 1107/1992 (Αθ. που οφείλονται κυρίως σε παραδρομές ή αβλεψίες του δικαστή. · S. 1134 και 1143/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου). αλλά κυρίως προσβάλλεται η απόφαση ως εσφαλμένη. η Ιαπωνική ΠολΔ §§ 420 επ.λπ.· S. Ορφανίδης. 735 επ. ΕΠολΔ 2010. Αναψηλάφηση κατ’ αποφάσεων του Αρείου Πάγου (με αφορμή τις υπ’ αριθ. Αναψηλάφηση ή επανάληψη της διαδικασίας είναι το έκτακτο ένδικο μέσο. με το οποίο προσβάλλεται στο ίδιο. 2009. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007. Έννοια. Πλατής) ΕλλΔνη 44 (2003). Jeuland. η οποία αναπτύχθηκε από την proposition d' erreur της μεσαιωνικής εποχής. Dalloz 2001· L. 547˙ ΑΠ 1611/2005 (Ε. 375˙ ΕφΠειρ 1172/2000 (Σ. 6ème édition. Guinchard. Chainais. η παλιά Ουγγρική και η παλιά Πολωνική Δικονομία κ. Κασιώλας) ΝοΒ 52 (2004). Ζήσης) ΕλλΔνη 44 (2003). 297 επ. Μοσχανδρέου) ΕλλΔνη 43 (2002). είτε λόγω. σ. Procédure civile. 390˙ ΑΠ 213/2004 (Π. Ferrand/C. Απαλαγάκη (επιμέλεια)/Ν. Βαρδαβάκης) ΝοΒ 54 (2006). Droit judiciaire privé. Αθήνα. 251˙ ΑΠ 1370/2004 (Α. αταξιών της διαδικασίας. Guinchard (sous la direction). Méga Nouveau Code de procédure civile. Ζαφειρόπουλος) ΕλλΔνη 42 (2001). 1 επ. 1566˙ ΟλΑΠ 16/2003 (Αχ. Φιλιππάτος) ΕλλΔνη 41 (2000). Dalloz 2009. 751˙ ΑΠ 1176/2001 (Α.λπ. Η αναψηλάφηση με βάση τις ρυθμίσεις της πρώτης Ελληνικής Πολιτικής Δικονομίας (του Maurer. Η ιδιαιτερότητα της αναψηλαφήσεως έγκειται στο ότι με αυτή δεν προσάπτεται συνήθως στο δικαστή που δίκασε σφάλμα κρίσεως ή διαγνώσεως και μάλιστα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή κακή εκτίμηση των πραγμάτων που προτάθηκαν και των αποδείξεων που προσήχθησαν. Droit et pratique de la procédure civile. Διαφορετικό είναι το σύστημα της αναψηλαφήσεως. η Γερμανική ΠολΔ §§ 578 επ.96 § 289 – Αναψηλάφηση δικα μέσα. 1307 επ. Αμελαδιώτης) ΕλλΔνη 44 (2003). Cadiet/E. 4ème édition. 1428˙ ΑΠ 1364/2005 (Ε. Καπερώνης) ΧρΙΔ Ζ/2007.1 1. Μιτσιάλης) Δ 32 (2001).. 560 επ. 972˙ ΕφΑθ 4211/2000 (Γ. 545˙ ΑΠ 1430/2005 (Κ. 714˙ ΑΠ 1041/2003 (Α. Μουγάκου-Μπρίλλη) ΕλλΔνη 47 (2006). δικαστήριο τελεσίδικη απόφαση για ορισμένους λόγους και ζητείται η εξαφάνιση ή ακύρωσή της και η συζήτηση. έτος 1834) εισήχθη σύμφωνα με το πρότυπο της αναψηλαφήσεως της Γαλλικής ΠολΔ.. Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας 2Α. σοβαρών κατά κανόνα. εξέταση και διάγνωση της ουσίας της υποθέσεως εκ νέου. Litec 2004. σ. 388˙ ΑΠ 1649/2002 (Α. Κασιώλας) ΕλλΔνη 46 (2005). Ι) Ορισμός.· Γ. ΜουγάκουΜπρίλλη) ΝοΒ 54 (2006). κατά κανόνα (και σε κάθε περίπτωση ομοειδές και ισόβαθμο).· S. Guinchard/F. 1180˙ ΑΠ 231/2000 (Γ. Περίδης) ΝοΒ 53 (2005). Γαβαλάς) ΧρΙΔ 6/2006. 440˙ ΑΠ 1845/2005 (Σ. 1405˙ ΑΠ 101/2005 (Α. Dalloz Action. την οποία δέχονται όχι με τη νομική φύση του ενδίκου μέσου.Κομοτηνή 2009· του ιδίου.· Χ. Κατηφόρης. η Αυστριακή §§ 530 επ. Βούλγαρης) ΝοΒ 53 (2005). 521. Μανέτας) ΕλλΔνη 35 (1994). 610 επ. και η απεύθυνσή της κατά προσώπου. ειδικότερα.Ε. όπως ισχύει μετά το Ν. . Αυτό ισχύει σε κάθε περίπτωση. των πολιτικών δικαστηρίων και.Ε. κατά κανόνα. σε περίπτωση ασκήσεως κύριας παρεμβάσεως και σε περίπτωση συνεκδικάσεως συναφών δικών ή υποθέσεων και. που έχει τέτοιο δικαίωμα. 10 του άρθρου 544. εφόσον αυτές αποφαίνοντο μετά την αναίρεση στην ουσία της υποθέσεως. Με το άρθρο 45 § 2 Ν. δεν χωρεί αναψηλάφηση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων. παραλείψεις. Συνεπώς. μπορούν να εμφανιστούν και κατά τη διαδικασία της εκδικάσεως της αναιρέσεως. από τις αποφάσεις του Άρειου Πάγου. 3. 3994/2011 τροποποιήθηκε αντιστοίχως και ο αριθμ. Αν η απόφαση είναι μερικά οριστική και μερικά μη οριστική. (και) σε περίπτωση «υποκειμενικής σωρεύσεως αγωγών» ή κατ’ ορθότερη 2. που ορίζει ο νόμος. 556. Δ) Η άσκησή της μέσα στην προθεσμία. που νομιμοποιείται σχετικά . στην οποία υπάρχει τέτοια απόφαση και μάλιστα σε περίπτωση υπάρξεως περισσότερων κεφαλαίων της αγωγής ή της ανταγωγής ή της κύριας παρεμβάσεως. Α) Αποφάσεις που επιδέχονται αναψηλάφηση: α) Σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι αποφάσεις όλων. των εφετείων και του Αρείου Πάγου. ΚΠολΔ 538 (556). των ειρηνοδικείων. εφετών και του Προέδρου του Αρείου Πάγου. σε κάθε δε περίπτωση εφόσον πρόκειται για λόγο αναψηλαφήσεως που στηρίζεται στον αριθμό 10 του άρθρου 544 ΚΠολΔ2. επίσης Σχ. που υπόκειται σε αναψηλάφηση. ΠολΔ Σ. 557 § 1. κατά κανόνα μόνο αυτές των Τμημάτων της παραπομπής του Αρείου Πάγου – που καταργήθηκαν όμως – προσβάλλοντο αναμφισβήτητα με αναψηλάφηση. Αντίθετα δεν συγχωρείται αναψηλάφηση κατά των αποφάσεων των προέδρων πρωτοδικών. ή που είναι ανέκκλητες (δηλαδή που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση). Οι μη οριστικές αποφάσεις δεν μπορούν να προσβληθούν αυτοτελώς με αναψηλάφηση.. που έγιναν τελεσίδικες με έναν από τους τρόπους που προβλέπει ο νόμος.§ 289 – Αναψηλάφηση 97 ΙΙ) Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναψηλαφήσεως είναι: Α) Η ύπαρξη αποφάσεως. όπως γίνεται δεκτό. των πρωτοδικείων (μονομελών και πολυμελών). Αλλά και κατά των αποφάσεων των ακυρωτικών Τμημάτων και της Ολομέλειας δεν έπρεπε ίσως να αποκλείεται η αναψηλάφηση. πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως για τη δίκη γενικά3. ΚΠολΔ 539 (557) § 1 Σχ. εφόσον δικάζει στην ουσία. β) Αναψηλάφηση επιδέχονται οι οριστικές αποφάσεις. με βάση και τη σχετική ρύθμιση του προϊσχύσαντος δικονομικού δικαίου. ΠολΔ Σ. 577 Α.Ε. Το ίδιο βέβαια ίσχυε και σχετικά με τις αποφάσεις των υπόλοιπων Τμημάτων. 3994/2011 (άρθρο 45 § 1).λπ. Ε) Η άσκησή της σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις. αλλά μόνο μαζί με την οριστική απόφαση. Β) Η άσκησή της από πρόσωπο. που αποτελούν λόγους αναψηλαφήσεως. Γ) Η ύπαρξη λόγου αναψηλαφήσεως. παραδρομές κ.Ε. εφόσον οι ακυρότητες. Βλ. 577 § 1 578 Α. σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών. Ειδικότερα: αα) Kατά των αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην. επίσης παραπάνω § 286.Ε.98 § 289 – Αναψηλάφηση έκφραση.λπ. για τυπικούς λόγους. 12 επ. σελ. ΚΠολΔ 539 (577) § 2 Σχ. Πρόκειται για την εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας. ΠολΔ Σ. ο εκκαλών. ομοδικίας. ο εναγόμενος. 559. λόγω της αξίας του επίδικου αντικειμένου δεν υφίσταται σύμφωνα με το ισχύον αστικό δικονομικό δίκαιο. 578 εδ.χ.Ε. ββ) Αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε. η αναψηλάφηση (πρέπει να) απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή. στ) Περιορισμός της αναψηλαφήσεως κ. αρκεί αυτές να κατέστησαν τελεσίδικες με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.Ε.Ε. γ) Αναψηλάφηση χωρεί τόσο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατ' αντιμωλία όσο και κατά αυτών που εκδίδονται ερήμην. οι οποίες δεν υπόκεινται σε έφεση για οποιονδήποτε λόγο (γιατί είναι λ. ΠολΔ Σ. ενώ για έναν ή περισσότερους από τους υπολοίπους είναι μη οριστική.λπ. α) Αυτός που ζητά ή ασκεί την αναψηλάφηση: αα) Δικαίωμα για την άσκηση αναψηλαφήσεως έχουν όλοι όσοι διετέλεσαν διάδικοι στη δίκη. όσο και εκείνες που απορρίπτουν την αγωγή κ. ΚΠολΔ 541 (559) Σχ. 5. οπότε θεωρείται ότι προσβλήθηκε και η ερήμην απόφαση. ΚΠολΔ 540 (558) Σχ. 580 Α.). ήδη από την αρχή ανέκκλητες ή γιατί έλαβε χώρα παραίτηση από την έφεση κ. έστω και αν η αναψηλάφηση δεν απευθύνεται ρητά κατά αυτών4. ζ) Δεύτερη αναψηλάφηση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας αποφάσεως ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται6. στην οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται και μάλιστα ο ενάγων. 6. κατά της οποίας είχε στραφεί η ανακοπή ερημοδικίας. ενδεχόμενα μάλιστα και αυτοί που παρεμβαίνουν σε αυτή. κάθε φορά που η απόφαση αποφαίνεται οριστικά για έναν ή περισσότερους ομόδικους. συγχωρείται αναψηλάφηση. Αν προσβληθεί με αναψηλάφηση η οριστική απόφαση. εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναψηλαφήσεως εναντίον της5. Επομένως δεν αποκλείεται η άσκησή της από άλλο διάδικο. ε) Το γεγονός ότι κάποια απόφαση υπόκειται σε αναίρεση δεν καθιστά απαράδεκτη την εναντίον της αναψηλάφηση. Α. θεωρείται ότι (ταυτοχρόνως) προσβλήθηκαν και οι μη οριστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν προηγούμενα. Β) Υποκείμενα της δίκης της αναψηλαφήσεως είναι αναγκαία αφενός ο αιτών ή αυτός που ασκεί την αναψηλάφηση και αφετέρου ο καθ' ου στρέφεται αυτή. Βλ. ΠολΔ Σ. δ) Σε αναψηλάφηση υπόκεινται τόσο οι αποφάσεις που αποφαίνονται στην ουσία της υποθέσεως. 557 § 2. 579 Α. .Ε. 558. ο εφε4. β~.λπ.Ε. . αυτοί που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση. ΚΠολΔ 542 (560) Σχ. 581 § 1 Α. δεν παραιτήθηκαν από το δικαίωμα για την άσκηση αναψηλαφήσεως. ή γιατί μπορούσαν να πετύχουν τη νίκη με λιγότερες θυσίες. ΚΠολΔ 542 (560) § 1 Σχ. όταν απορρίφθηκε η αγωγή κ.Ε. παραπάνω § 288 σελ.Ε. και αντίδικοι του αιτούντος και έναντι των οποίων αυτός έχει έννομο συμφέρον να πετύχει την εξαφάνιση ή ακύρωση της παραπάνω αποφάσεως. 9. η αναψηλάφηση πρέπει να 7. στην οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται8. ΠολΔ Σ. ή. Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογή mutatis mutandis όσα εκτέθηκαν στην έφεση. ο αναιρεσείων.χ. Βλ. το σχετικό δικαίωμα έχουν οι δανειστές τους κλπ. στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.λπ.§ 289 – Αναψηλάφηση 99 σίβλητος. ενεργώντας με βάση το άρθρ. που καταλήγει στο ίδιο αίτημα. Η αναψηλάφηση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων.Ε. 8. δεν αποδέχτηκαν την προσβαλλόμενη απόφαση κ. αν ήταν διάδικοι στη δίκη.10. κατ' εξαίρεση όμως και όταν νίκησαν. στην οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. ββ) Εκτός από τους διαδίκους. οι καθολικοί και οιονεί καθολικοί διάδοχοι και αυτοί που έγιναν καθολικοί διάδοχοί τους μετά την άσκηση της αγωγής. καίτοι έγινε δεκτή άλλη βάση. 72 (73) ΚΠολΔ με τους όρους και τους περιορισμούς που εκτέθηκαν στην έφεση9. Οι εισαγγελείς πρωτοδικών και εφετών έχουν δικαίωμα αναψηλαφήσεως. η οποία θα παράγεται από την απόρριψη μιας από τις αγωγές που ασκήθηκαν σε αντικειμενική σώρευση..λπ. ο αναιρεσίβλητος. Βλ. όσα εκτέθηκαν για την έφεση7 . 10. Ειδικότερα πρέπει να επαναληφθούν. στο μέτρο που το δικαίωμα αυτό είναι απαλλοτριωτό. γγ) Τρίτοι στερούνται πάντως του δικαιώματος της αναψηλαφήσεως. π. 560 § 1. όταν ηττήθηκαν ολικά ή μερικά στη δίκη. απορρίφθηκε η ένσταση εξοφλήσεως ή παραγραφής και έγινε δεκτή η ένσταση συμψηφισμού. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας η αναψηλάφηση δεν είναι ανάγκη να απευθύνεται εναντίον όλων των αντιδίκων του αιτούντος που συνδέονται με ομοδικία. εναντίον των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. mutatis mutandis. σε περίπτωση θανάτου του προσώπου αυτού κ.λπ. Όλα τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν παραπάνω δικαιούνται να ασκήσουν αναψηλάφηση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. 581 § 2 Α. β) Καθ' ου η αναψηλάφηση.Ε. οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη. σε δίκες που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη. ΠολΔ Σ. 950 επ. αλλά έχουν έννομο συμφέρον να επιτύχουν τη μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή για την αποτροπή της δημιουργίας της δυνάμεως του ουσιαστικού δεδικασμένου. . 560 § 2. εκτός αν ο αιτών επιδιώκει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έναντι όλων. εφόσον έχουν έννομο συμφέρον σύμφωνα με την έννοια που εκτέθηκε. Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας. παραπάνω § 288. Αυτό συμβαίνει κατά κανόνα. ΠολΔ Σ. 562 αριθ.Ε. Εξάλλου. ότι η αναψηλάφηση ασκείται εναντίον όλων των αντιδίκων αναγκαίων ομοδίκων. ότι το άρθρο 543 § 2 ΚΠολΔ εννοεί. συγχωρείται μόνο για ορισμένους λόγους. 583 αριθ. ΚΠολΔ 543 (561) Σχ. 561. 13. 61/62 επ.Ε. η αναψηλάφηση είναι έκτακτο ένδικο μέσο. και οι οποίοι μπορούν να καταταχθούν στις εξής κατηγορίες: α) παραδρομές ή ενδεχόμενα σφάλματα του δικαστή. α) Παραδρομές ή σφάλματα του δικαστή. 12. που έγιναν γνωστά αργότερα ή αποδεικτικά στοιχεία. ισχύουν. αυτά που εκτέθηκαν για την έφεση12. δ) τυπικά ελαττώματα της διαδικασίας. εκτός αν η απόφαση που προσβάλλεται περιλαμβάνει κάποια διάταξη υπέρ των προσώπων αυτών και κατά του αιτούντος. με 11. η αναψηλάφηση δεν είναι παραδεκτό – και σε κάθε περίπτωση δεν είναι απαραίτητο ή μάλλον είναι περιττό – να απευθύνεται κατά των ομοδίκων του αιτούντος. παραπάνω § 288. ΠολΔ Σ. Σύμφωνα με κάποια άποψη που είχε υιοθετηθεί στο παρελθόν αρχικά κυρίως από τη νομολογία το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και σε περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας. όπως ειπώθηκε. . αα) Η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων στην ίδια υπόθεση ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους από το ίδιο δικαστήριο ή από διαφορετικά δικαστήρια στην ίδια υπόθεση14. Ι §§ 126-133. παραπάνω τ. β) δόλιες ενέργειες κάποιου από τους διαδίκους και ενδεχόμενα δικαστικών οργάνων. ε) μεταγενέστερα πραγματικά περιστατικά ή περιστατικά. γ) Παρέμβαση. γ) ελαττώματα σχετικά με την παράσταση ή εκπροσώπηση των διαδίκων. Για τα ζητήματα αυτά έγινε λόγος σε αυτά που εκτέθηκαν για την κύρια και την πρόσθετη παρέμβαση. 1. mutatis mutandis. 582 Α.100 § 289 – Αναψηλάφηση απευθύνεται εναντίον όλων των ομοδίκων. την προσεπίκληση και την ανακοίνωση13. 14.Ε. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. Δηλαδή η αναψηλάφηση θα έπρεπε να απευθύνεται εναντίον όλων των ομοδίκων όχι μόνο όταν ασκείται από τον αντίδικο των ομοδίκων. που διαπιστώνουν τη μη ορθότητα της κρίσεως που εξέφερε το δικαστήριο. ότι οι περισσότερες αποφάσεις εκδόθηκαν από το ίδιο δικαστήριο. κατά των οποίων πρέπει να απευθύνεται η αναψηλάφηση. Τελικά ορθώς εγκαταλείφθηκε αυτή η άποψη και υιοθετήθηκε η ορθή εκδοχή. Πρβλ. για τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση. 1 Α. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αφενός αρκεί. διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη11. Προσεπίκληση. 544 (562) ΚΠολΔ. ή από διάφορα (τακτικά ή μόνιμα ή κρατικά) πολιτικά δικαστήρια και αφετέρου πρέπει να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις. οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά από το άρθρ. Γενικότερα σε σχέση με τα πρόσωπα. Ανακοίνωση. σελ. 1 Σχ. Επειδή. αλλά και όταν αυτός που τη ζητάει είναι ένας από αυτούς. Πρβλ.Ε. Γ) Λόγοι αναψηλαφήσεως. επιτρέπεται αναψηλάφηση. 16.λπ. Θ. Σ. μπορεί. όταν. Το Σχεδ. αν.λπ. μπορεί να γίνει με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει την αναψηλάφηση ή οποιουδήποτε άλλου αρμόδιου δικαστηρίου. 583 αριθ. στην οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση. Βλ. Σχ. 6. η οποία εκδίδεται σε σχέση με κύρια αγωγή. Ανακύπτει σχετικά και το συναφές ερώτημα. και κάθε φορά που απόφαση μόνιμου ή τακτικού δικαστηρίου αντιφάσκει με προγενέστερη απόφαση διαιτητών ή διαιτητικού δικαστηρίου. της ΠολΔ 583 εδ. 897 (958) αριθ. σε περίπτωση κατά την οποία η μια από τις αντιφατικές αποφάσεις εκδόθηκε από διαιτητές ή διαιτητικό δικαστήριο. 4 Α..16 . αλλά και με προγενέστερη απόφαση μόνιμου ή τακτικού πολιτικού δικαστηρίου. Σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαι15. Στις περιπτώσεις αυτές προσβάλλεται με αναψηλάφηση η μεταγενέστερη από τις αντιφατικές αποφάσεις. β) Δόλιες ενέργειες του αντιδίκου. να προταθεί αυτό ως λόγος αναιρέσεως17. να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου. Βλ. που εξέφερε το δικαστήριο. ββ) Αν προτάθηκε ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και υποστηρίζεται ότι η κρίση. σε περίπτωση όμως μεταγενέστερης αδυναμίας μέσα σε ένα εξάμηνο από αυτή18. 8 ΚΠολΔ επιτρέπει την προσβολή της διαιτητικής αποφάσεως ως άκυρης σε όσες περιπτώσεις συντρέχει λόγος αναψηλαφήσεως. Κάτι ανάλογο – σύμφωνα και με την άποψη που είχε διατυπώσει στην πρώτη έκδοση αυτού του έργου ο Γ. Ράμμος – θα έπρεπε να γίνει δεκτό. πρόκειται για κατάθεση διαδίκου κ. σε ψευδή όρκο διαδίκου. που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους κ. Το άρθρ.Ε. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. ότι αυτός που ζητά την αναψηλάφηση αναίτια παρέλειψε την επίκληση της αποφάσεως που είχε εκδοθεί προηγουμένως. παρακάτω § 290. και παρακάτω στα σχετικά με τη διαιτησία. ΠολΔ Σ. σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα. . η οποία όμως δεν προβλήθηκε. ή όχι. 17. όμως.Ε. Αν η άσκηση ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο (εκτός από την έλλειψη αποδείξεων). όπως αναφέρεται στον οικείο τόπο.λπ.λπ. ούτε λήφθηκε υπόψη με οποιονδήποτε τρόπο από το δικαστήριο15. κάτω από τις ίδιες παραπάνω προυποθέσεις. Υπάρχει λόγος αναψηλαφήσεως: αα) Αν η απόφαση που προσβάλλεται στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου ή νόμιμου αντιπροσώπου του. 1 απαιτούσε να πιθανολογείται. 18. που ασκείται μέσα σε ένα εξάμηνο από την έκδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται. δεν ήταν ορθή. η αναγνώριση της ψευδομαρτυρίας κ. 6. και με δικαστική ομολογία του προσώπου αυτού. που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους κ. κατά συνέπεια και κάθε φορά που η απόφαση αυτή αντιφάσκει όχι μόνο με προηγούμενη διαιτητική απόφαση.Ε.§ 289 – Αναψηλάφηση 101 βάση τις οποίες θα μπορούσε στη συζήτηση. εφόσον αυτά αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. 562 αριθ. δεν είναι απαραίτητο η ψευδομαρτυρία να έχει ως ελατήριο τη δωροδοκία.Ε. 20. Περαιτέρω (τα έγγραφα αυτά) πρέπει να είναι αφενός νέα. ολικά ή μερικά. και των οποίων την ύπαρξη και την κατοχή από τον αντίδικο ή τον παραπάνω τρίτο αγνοούσε όσο διαρκούσε η δίκη20.λπ. τα παραπάνω γεγονότα της επισχέσεως (κατακρατήσεως) κ.)19. για τα οποία πρόκειται (ή και ένα μόνο). 19.102 § 289 – Αναψηλάφηση ο. δηλαδή να μην προσήχθησαν στην αρχική δίκη. Το είδος του εγγράφου. και να τα λαμβάνει υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη. που βρισκόταν σε συνεννόηση με τον αντίδικό του. όπως το προϊσχύσαν δίκαιο. για τα οποία πρόκειται. 562 αριθ. απαιτείται η απόφαση που προσβάλλεται να στηρίζεται οπωσδήποτε στα έγγραφα. και αφετέρου κρίσιμα και αποφασιστικά για την κρίση στην ουσία της υποθέσεως. .λπ. σύμφωνα με την εκτίμηση του δικαστού. ο οποίος θα ήταν υποχρεωμένος να τα επιδείξει. ότι νομικά ταυτιζόταν με αυτόν ο αντίδικος ή τελούσε σε συνεννόηση μαζί του. Πάντως. ο αυτουργός της πλαστογραφίας και η μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη. από ανώτερη βία ή τα οποία κατακρατούνταν από τον αντίδικό του ή τρίτο. Τα έγγραφα. με όρκο ή με δικαστική ομολογία. τα οποία δεν μπορούσε να προσαγάγει έγκαιρα. μετά την οποία εκδόθηκε αυτή η απόφαση και ο αιτών (πρέπει να) αγνοούσε την ύπαρξή τους και την κατοχή τους από τον αντίδικο κ. το οποίο απαιτούσε η απόδειξη αυτή να γίνεται με έγγραφο. δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση σημασία.Ε. αν αυτός ήταν αντιπρόσωπος του αντιδίκου. σύμφωνα με τον ΚΠολΔ. γγ) Αν ο διάδικος που ζητάει την αναψηλάφηση βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του μετά την έκδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται νέα κρίσιμα έγγραφα. όπως προκύπτει από τη διάταξη που αναφέρθηκε. ββ) Αν η ίδια παραπάνω απόφαση στηρίζεται σε πλαστά (ή νοθευμένα) έγγραφα. είτε γιατί. υπό την προüπόθεση ότι η πλαστογραφία αναγνωρίστηκε δικαστικά. τελούσε σε εξάρτηση από αυτόν και γενικά μπορεί να λεχθεί. 7 Σχ. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. που αποδόθηκε σε αυτό. Βλ. 583 αριθ. αφού ο ΚΠολΔ δεν αναγράφει κάποιο περιορισμό. είτε γιατί αναφέρει ψευδώς. ή μάλλον μετά την τελευταία συζήτηση. ή γιατί ισχύει σε σχέση με αυτά το σύστημα των νομικών αποδείξεων ή σε αντίθετη περίπτωση. αν του ζητούνταν με τη νόμιμη διαδικασία.18.λπ. 7. 5 Α. όσο διαρκούσε η (αρχική) δίκη. Τέλος. πρέπει να αποδεικνύονται κατάλληλα με κάθε αποδεικτικό μέσο. ΠολΔ Σ. δδ) Αν η απόφαση που προσβάλλεται είναι πλαστή. Εξάλλου (τα έγγραφα αυτά) πρέπει να βρέθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται. με τους τρόπους που μνημονεύθηκαν αμέσως πιο πάνω σε σχέση με τον προηγούμενο λόγο (δηλαδή με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου κ. πρέπει να κατακρατούνταν από τον αντίδικο. παραπομπές προηγουμένως στη σημ. ή από τρίτο. ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από το σύμφωνα με το νόμο αριθμό δικαστών. Ε. για κλήτευση και επίδοση της αγωγής και γενικά του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης. εε) Στην ίδια περίπου κατηγορία υπάγεται και ο άλλος λόγος αναψηλαφήσεως. Η πλαστή απόφαση δεν έχει κανένα κύρος και δεν παράγει καμία συνέπεια. Σχ. της παρεμβάσεως. της προσεπικλήσεως ή της ανακοινώσεως. 7 Α. Απλώς και μόνο δεν είναι απαραίτητη και αποκλειστική σε αυτές η χρησιμοποίηση της προκείμενης διαδικασίας. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. 9. δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος21 . Από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί χωρίς άλλο το συμπέρασμα. ότι είναι σκόπιμο να επιβάλλεται. η πλαστογραφία είναι ιδιόμορφη και για το λόγο αυτό θεωρήθηκε. Αυτός ο λόγος της αναψηλαφήσεως αναγνωρίζεται ρητά μόνο στις δύο περιπτώσεις που ειδικώς αναφέρονται πιο πάνω. 22. εφόσον αυτός πήρε την πρωτοβουλία της κλητεύσεως και της επιδόσεως της κλήσεως. Οι προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτού του λόγου αναψηλαφήσεως συντρέχουν τόσο και όταν αυτός που καλεί ήταν αυτός που είχε παρέμβει πρόσθετα υπέρ του αντιδίκου αυτού που κλητεύθηκε. ΠολΔ Σ. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται από την πιο πάνω διάταξη. δεν θα πρέπει να αποκλείονται οι περιπτώσεις.§ 289 – Αναψηλάφηση 103 όπως προκύπτει από το πρακτικό της διασκέψεως. α. αλλά μπορεί αυτή να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο. 5 φρ. Το αξιόποινο της πράξεως συνήθως θα συντρέχει αλλά δεν αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση του παραδεκτού ή επιτρεπτού του παραπάνω λόγου.λπ. 3994/2011 (άρθρο 45 § 2) θεσπίσθηκε ως νέος ειδικός λόγος αναψηλαφήσεως και η περίπτωση κατά την οποία «το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως 21. ο οποίος μπορεί να προταθεί δηλαδή "αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής.Ε. Αλλά. κατά κάποιο τρόπο. η αναγνώρισή της με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναψηλαφήσεως για τον πιο πάνω λόγο και με την παραδοχή του. Πρόκειται κύρια. Συνήθως δεν είναι αναγκαία η προσβολή της με ένδικο μέσο. ότι αποκλείεται η προβολή του παραπάνω λόγου αναψηλαφήσεως στις υπόλοιπες περιπτώσεις πλαστότητας της αποφάσεως. αλλά και αυτός που είχε παρέμβει πρόσθετα υπέρ του αντιδίκου τούτου. α. στστ) Με το Ν. 5 φρ. κατά τη λογική ερμηνεία της σχετικής διατάξεως. 562 αριθ. 9 Σχ. 562 αριθ. κατά τις οποίες η παραπάνω κλήτευση έλαβε χώρα στην περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως μετά την απόδειξη ή μετά την επανάληψη δίκης που διακόπηκε κ. αν και γνώριζε τη διαμονή του"22. όσο και όταν αυτός που καλείται είναι όχι μόνο (ο) κύριος διάδικος.Ε. όπως μπορεί να συναχθεί από τη διατύπωση του νόμου. ΠολΔ Α. ο αντίδικος αυτού που καλεί. . 583 αριθ. εκείνος που τον εκπροσωπεί. αναγράφονται ως ένα από τα μέτρα κυρώσεως για την παράβαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και για τις εκδηλώσεις του διαδικαστικού δόλου. Μη προσήκουσα εκπροσώπηση ή παράσταση με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως συντρέχει και κάθε φορά που δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που επιβάλλονται από το νόμο για τη συμπλήρωση της ικανότητας για παράσταση σε δικαστήριο των προσώπων με περιορισμένη ικανότητα γι' αυτό. ως ανήλικοι.Ε.χ. 562 αριθ. και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν. δεν συναίνεσε για τη διεξαγωγή της δίκης κ.λπ. όποτε απαιτείται αυτό.. η οποία συμπληρώνει την ικανότητα παραστάσεως σε δικαστήριο. ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου. για τον οποίο πρόκειται. η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.. ή σε περίπτωση προσώπου. οι οποίες λαμβάνουν χώρα με τις πιο πάνω πράξεις ή παραλείψεις των διαδίκων και οι οποίες δημιουργούν τις προυποθέσεις των λόγων αναψηλαφήσεως που αναφέρονται παραπάνω. αν πρόσωπα χωρίς ικανότητα να παραστούν σε δικαστήριο. αλλά άλλο. κοινωφελή κ. 2. εφόσον πρόκειται για ανήλικο. Με βάση την ίδια ως άνω διάταξη αν «η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη. ο παραπάνω λόγος θεμελιώνεται και στη μη νόμιμη εκπροσώπηση οποιουδήποτε άλλου διαδίκου. γ) Έλλειψη εκπροσωπήσεως ή κακή εκπροσώπηση των διαδίκων. ψευδοαντιπρόσωπο ή όταν ο νόμιμος αντιπρόσωπος δεν εξουσιοδοτήθηκε νόμιμα και δεν τήρησε τις διατυπώσεις που απαιτούνται για τη διεξαγωγή της δίκης24.104 § 289 – Αναψηλάφηση παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοσή της δικαστή. όπως. η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή. που υπάγονται στην προκειμένη κατηγορία. ζζ) Οι λόγοι αναψηλαφήσεως.. μέσα σε έξι μήνες από αυτην» (νέος αριθμός 10 στο άρθρο 544 ΚΠολΔ). ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. που βρίσκεται σε δικαστική συμπαράσταση. συντρέχει. εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου». ή πρόσωπα που βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως κ. π. Περαιτέρω υπάρχει λόγος αναψηλαφήσεως. αα) Αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη. που αλλιώς θα έλειπε ή θα ήταν ατελής. 2 Σχ. ΠολΔ Σ. κύρια και πρώτιστα. Η παραδοχή της απόψεως αυτής δικαιολογείται από το σκοπό και τη φύση της εξουσιοδοτήσεως. Με βάση τη διατύπωση της διατάξεως που προαναφέρθηκε. 583 αριθ. παρέστησαν χωρίς το νόμιμο εκπρόσωπό τους ή χωρίς τη συναίνεσή του ή δεν είχαν τον κατάλληλο αντιπρόσωπο. 2 Α.λπ. .λπ.Ε. Ο λόγος. εφόσον μεταγενέστερα δεν εγκρίθηκε (προσηκόντως) ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης23. δεν δόθηκε η συναίνεση 23. 24. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ.Ε. Υπό το προγενέστερο δικονομικό δίκαιο ήταν αμφισβητούμενο το ζήτημα. Διαφορετικά. Άλλοι δέχονταν ότι. 3. που ίσχυε τότε. Δεν είναι δυνατό και νοητό να επιτρέπεται η από το ίδιο πρόσωπο εκπροσώπηση δύο ή περισσότερων διαδίκων που έχουν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη. που υπήρχε. ενώ κρίνονται πρόδηλα αντίθετα συμφέροντά τους στη δίκη27. 27. ββ) «Αν το ίδιο πρόσωπο παραστάθηκε ως διάδικος με το δικό του όνομα με περισσότερες ιδιότητες ή εκπροσώπησε όμοια διαδίκους. 3 Σχ. η παραδοχή της οποίας συνεχόταν ακριβώς με το ζήτημα. 26. άλλωστε. διαφορετικά ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη φράση αποδίδουν σαφώς το αληθινό τους νόημα. σύμφωνα με την οποία στις δύο τελευταίες περιπτώσεις δεν επιτρέπεται αναψηλάφηση. μόνο ρητή παραίτηση από την αναψηλάφηση που ασκήθηκε είναι δυνατό να γίνει. η γνώμη που λύνει το ζήτημα αυτό αποφατικά25. ως ενά25. δεν υπήρχε ανάγκη αναψηλαφήσεως. αφού. προϋποτίθεται. συνέτρεχε λόγος αναψηλαφήσεως. μη αναμφισβήτητη. πέρα από τις δύο περιπτώσεις που αναφέρονται παραπάνω. ότι το ίδιο πρόσωπο παραστάθηκε ως διάδικος με περισσότερες ιδιότητες (π. Η διάταξη στο σημείο αυτό έπρεπε να περιλαμβάνει και τη φράση " και ως αντιπρόσωπος άλλου". δηλαδή διαδίκων που βρίσκονται σε αντιδικία τυπικά και ουσιαστικά γενικά ή σε κάποια σημεία. . η οποία αποκλείει σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη την προβολή του σχετικού λόγου αναψηλαφήσεως. πρέπει να έχει λάβει χώρα πριν από την άσκηση της αναψηλαφήσεως. Ορθότερη ήταν και πρέπει να θεωρείται κατά μείζονα λόγο. που είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη»26.§ 289 – Αναψηλάφηση 105 από εκείνους που ορίζει ο νόμος. γιατί δεν (θα) ίσχυε δεδικασμένο κατά του ανικάνου. την πρόταση για αναδιάρθρωση της διατυπώσεως στη σημ. Βλ. Σύμφωνα με κάποια γνώμη. Στην πρώτη περίπτωση. για το οποίο πρόκειται. ΠολΔ Α. Οι λέξεις "με περισσότερες ιδιότητες" πρέπει να τεθούν στη συνέχεια και της πρώτης φράσεως "παραστάθηκε ως διάδικος με το δικό του όνομα".χ. Ο Γ. μόνο αν ο νόμιμος αντιπρόσωπος. Ράμμος είχε ήδη υποστηρίξει (στην πρώτη έκδοση του έργου) ως ορθότερη την τρίτη άποψη. στις περιπτώσεις της παραστάσεως χωρίς αντιπρόσωπο κ. Πολιτικής Δικονομίας. ενώ το επιχείρημα από την έλλειψη δεδικασμένου στηριζόταν σε προϋπόθεση. δεν αντέταξε την κατάλληλη υπεράσπιση.λπ. παρότι παραστάθηκε. όχι όμως και όταν αυτός δεν πρόβαλε την προσήκουσα υπεράσπιση. 26. 562 αριθ. Εξάλλου. επειδή αυτά που υποστηρίζονται στη Γαλλία στηρίζονταν σε διαφορετική διατύπωση της αντίστοιχης διατάξεως της Γαλλ. υπό τον ΚΠολΔ. Είναι εμφανής – και ταυτόχρονα μπορεί να εξαρθεί – η ηθική δικαιολογία της θεσπίσεως αυτού του λόγου της αναψηλαφήσεως. που μπορούν εύκολα να διαγνωστούν ή να γίνουν αντιληπτά. δεν εμφανίστηκε στη δίκη και (για το λόγο αυτό) προκλήθηκε εκκρεμοδικία. η έγκριση της διεξαγωγής της δίκης. το ζήτημα αυτό έπρεπε να λύνεται καταφατικά. Η σιωπηρή έγκριση της διεξαγωγής της δίκης πρέπει να στηρίζεται σε αναμφισβήτητα στοιχεία. Θ. η οποία στηρίζεται στο γερμανικό κείμενο της αναφερθείσας διατάξεως της προϊσχύσασας ΠολΔ και σε αυτά που υποστηρίζονται στη Γαλλία. αν ο ίδιος λόγος θεμελιώνεται και κάθε φορά που ο κατάλληλος νόμιμος αντιπρόσωπος δεν παραστάθηκε καθόλου ή. 29. Αρκεί να υφίσταται και να είναι εμφανής και ευχερώς αντιληπτή η αντίθεση συμφερόντων. Θ. θα συνάγεται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις της ασκήσεως πρόσθετης παρεμβάσεως. Κατά συνέπεια και στις περιπτώσεις αυτές. η δεύτερη περίπτωση συντρέχει. 3. Κατά συνέπεια. θα έχει αποφανθεί το δικαστήριο για το ζήτημα της υπάρξεως πληρεξουσιότητας ή θα έχει παρέλθει σιωπώντας αυτόν τον ισχυρισμό του διαδίκου. ο Γ. όπως προκύπτει ήδη από το γράμμα της παραπάνω διατάξεως. Γ. Ράμμος είχε δεχθεί μερικά αντίθετη άποψη. όπως στην προηγούμενη. θα γίνεται δεκτή η καταφατική λύση του ζητήματος. ΠολΔ Σ. κάθε φορά που το ίδιο πρόσωπο εκπροσώπησε (ως αυτός που ασκεί τη γονική μέριμνα. Αυτό θα συμβαίνει. Συναφές με αυτό που εξετάζεται αμέσως παραπάνω. Εξάλλου. που είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη. ως επίτροπος κ.λπ. με την υπόθεση ότι αυτοί με τον τρόπο αυτό προσέρχονταν στη δίκη. 4. γγ) Αν παραστάθηκε κάποιος ως πληρεξούσιος διαδίκου χωρίς πληρεξουσιότητα. αν επιτρέπεται η παράσταση του ίδιου προσώπου με δύο ιδιότητες. Το αντίθετο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ορίζει ο νόμος. όταν το ίδιο φυσικό πρόσωπο παραστάθηκε με περισσότερες ιδιότητες διαδίκου και μάλιστα ως αρχικός διάδικος (ενάγων ή εναγόμενος κ.) και ως παρεμβαίνων (κύρια ή πρόσθετα). 562 αριθ. ότι το ζήτημα της ελλείψεως δικαστικής πληρεξουσιότητας δεν προβλήθηκε ούτε εξετάστηκε ύστερα από πρόταση ή αυτεπάγγελτα μέχρι την τελεσιδικία της οριστικής . Συνήθως υφίσταται ανάμεσα στα πρόσωπα αυτά αντιδικία και από τυπική πλευρά. σε περίπτωση κύριας παρεμβάσεως. δη28. εφόσον μεταγενέστερα δεν εγκρίθηκε η διεξαγωγή της δίκης29. κατά κανόνα. εξάλλου.Θ. Σχ. το οποίο συνέχεται με το ζήτημα. αποφάσεως. συντρέχουν οι προυποθέσεις του λόγου αναψηλαφήσεως για τον οποίο πρόκειται. αφού έλειπε όμοια διάταξη. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. αλλά διαφορετικό. με εξαίρεση συνήθως των περιπτώσεων της ασκήσεως κύριας παρεμβάσεως από την πλευρά των ειδικών διαδόχων ή και των οιονεί καθολικών διαδόχων. ότι υπάρχει αντίθεση συμφερόντων.ή τελειωτικής κατά την άλλη ορολογία. είναι το ζήτημα. Λόγος διακρίσεως δεν φαίνεται να συντρέχει. Πρόσθετος παρέμβασις § 12. Προϋποτίθεται.Ε.λπ. γιατί. αν συντρέχουν οι προυποθέσεις του πιο πάνω λόγου αναψηλαφήσεως. οπότε είναι ενδεχόμενο να συντρέχουν οι προυποθέσεις ενός ή περισσότερων λόγων αναιρέσεως.) δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. 583 αριθ. Στο προγενέστερο δίκαιο.106 § 289 – Αναψηλάφηση γων και εναγόμενος). εφόσον σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται. διαφορετικά. Α. Η αναγραφή της παραπάνω διατάξεως δικαιολογεί τη γνώμη που δέχεται το ανεπίτρεπτο μιας τέτοιας παραστάσεως28. Ράμμου. Βλ. αν αρκεί σιωπηρή έγκριση της διεξαγωγής της δίκης ή απαιτείται αντίθετα ρητή έγκριση.Ε. 4. Κύρια παρέμβασις § 12˙ του ίδιου. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση του λόγου που εξετάζεται εδώ. . να έλαβε χώρα ύστερα από την τελευταία συζήτηση. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. 5 φρ. β. Ή να προβλή30. ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τέθηκε ούτε εξετάστηκε αυτεπάγγελτα ζήτημα ισχύος ουσιαστικού δεδικασμένου και κάθε φορά που τυχόν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις του. δύο πράγματα είναι δυνατό να συνέβησαν. Απαραίτητο. ΠολΔ. για την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση που προσβάλλεται. ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται. που αποδεικνύουν τη μη ορθότητα της κρίσεως που εκφέρθηκε. ήταν απλά οριστική (ή τελειωτική) ή τελεσίδικη ή ανέκκλητη. β. ακριβέστερα. Από την αντιπαραβολή του ως άνω λόγου αναιρέσεως με τη διάταξη του άρθρου 559 (577) αριθ. δ) Λόγω τυπικών ελαττωμάτων της διαδικασίας θεσπίζεται από τον ΚΠολΔ ο επόμενος λόγος αναψηλαφήσεως. 562 αριθ. λόγος αναψηλαφήσεως για να εξακριβώνεται δικαστικά η συνδρομή των προϋποθέσεων που εκτέθηκαν και ιδιαίτερα της δεύτερης από αυτές. . Σχ. αν η απόφαση.λπ.) της αποφάσεως. που ανατράπηκε. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται31. στο χρόνο που λήφθηκε υπόψη και στηρίχθηκε σε αυτή η απόφαση που προσβάλλεται. η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση. η οποία αναγράφει και συναφή και αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως.λπ.λπ. εκδόθηκε από άλλο πολιτικό κ.. Α. Αναγνωρίζεται. Τα αίτια της μη υπογραφής της αποφάσεως (που προσβάλλεται) δεν ενδιαφέρουν από την πλευρά του θέματος – και του συγκεκριμένου λόγου αναψηλαφήσεως – που εξετάζεται εν προκειμένω. Σχ.Ε. που όμως συνάγεται σαφώς από τις περιστάσεις που συντρέχουν. ε) Σε μεταγενέστερα κ. Αν η παραπάνω απόφαση είχε ανατραπεί πριν από το χρονικό σημείο που αναφέρθηκε. εξάλλου. 6. προϋποτίθεται. Αν η απόφαση (που προσβάλλεται) δεν φέρει τις υπογραφές των προσώπων που ορίζονται από το νόμο και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από αυτούς30.Ε. για ανύπαρκτη ή ανυπόστατη απόφαση. ΠολΔ Σ. 5 φρ. ότι η απόφαση που ανατράπηκε αφορά την ίδια υπόθεση ή τουλάχιστον άλλη που συνδέεται αναπόσπαστα και είναι συναφής με εκείνη. και ότι αυτή που ανέτρεψε την προηγούμενη απόφαση ήταν από την έκδοσή της ή έγινε μεταγενέστερα (όπως εκτίθεται παραπάνω και παρακάτω) αμετάκλητη. δικαστήριο ή από το ίδιο (το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται) σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό και αν. μπορούν να υπαχθούν οι επόμενοι λόγοι αναψηλαφήσεως: αα) Αν η απόφαση που προσβάλλεται στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού. είναι η ανατροπή (εξαφάνιση. που αναφέρθηκε. 583 αριθ. 16 ΚΠολΔ. Α.Ε.§ 289 – Αναψηλάφηση 107 λαδή ότι αρκεί και σιωπηρή έγκριση. όμως. 31. αναίρεση κ. συνάγεται. μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. 562 αριθ. Είναι αδιάφορο για το παραδεκτό του παραπάνω λόγου αναψηλαφήσεως. 8. γεγονότα. Πάντως. 8. και αν δεν προέρχεται από έκτακτα φυσικά φαινόμενα.λπ. απρόβλεπτα. 85) σε σχέση με τον αντίστοιχο λόγο αναψηλαφήσεως λόγω της κατακρατήσεώς τους από τον αντίδικο κ. Δεν αποκλείεται. Ο όρος "ανωτέρα βία" έχει κατά βάση την έννοια που αποδίδεται στο κοινό δίκαιο. μετά την οποία αυτή η απόφαση εκδόθηκε. που οφείλεται σε φυσικά ή άλλα έκτακτα αίτια. και αφετέρου η καθυστέρηση της προσαγωγής και της επικλήσεώς τους. 7. Στην προκειμένη περίπτωση η ανεύρεση κ. θα πρέπει να ερμηνεύεται ο παραπάνω όρος ευρύτερα. τα οποία δεν μπορούσε να προσαγάγει έγκαιρα από ανωτέρα βία32. 562 αριθ. Γ γγ σελ. επομένως και απλώς τυχαίο κυριολε32. εκτός από το τυχαίο.λπ. νοείται με αυτόν περιστατικό ή σύνολο περιστατικών. Είτε το ένα είτε το άλλο από τα ενδεχόμενα αυτά (να) έχει λάβει χώρα. ββ) Αν ο διάδικος που ζητά την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά από την έκδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται νέα κρίσιμα έγγραφα.108 § 289 – Αναψηλάφηση θηκε από κάποιον από τους διαδίκους σχετικός ισχυρισμός ή να λήφθηκε υπόψη αυτεπάγγελτα η ύπαρξή της και παρά ταύτα να αποφάνθηκε. νέων κρίσιμων εγγράφων (ή και ενός μόνο) από τον διάδικο που ζητά την αναψηλάφηση λαμβάνεται υπόψη δυνάμει της παραπάνω διατάξεως. ενώ δεν υπήρχε στο προγενέστερο δίκαιο. η απόφαση που προσβάλλεται. ή για οποιονδήποτε λόγο να μην περιήλθε αυτή σε γνώση του δικαστηρίου που την εξέδωσε κατά την τελευταία συζήτηση. Δηλαδή. όσο διαρκούσε η αρχική δίκη. στην οποία εκδόθηκε αυτή. όπως αποφάνθηκε. ότι περιλαμβάνεται και κάθε άλλο γεγονός. ΠολΔ Σ. που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα έστω και από αμέλεια του διαδίκου που ζητά την αναψηλάφηση. Δηλαδή. Ως προς την έννοια του όρου "νέα κρίσιμα έγγραφα" ισχύουν. δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού του λόγου αναψηλαφήσεως που εξετάζεται εδώ. την οποία. Α. όσα αναπτύσσονται παραπάνω (στοιχ. για πρώτη φορά περιέλαβε ο ΚΠολΔ.Ε. Ενόψει όμως της δικαιολογητικής βάσεως της θεσπίσεως της νέας διατάξεως και σύμφωνα με την αληθινή έννοιά της και των πραγματικών σκοπών της για την υποβοήθηση της ανευρέσεως της αλήθειας και της απονομής της δικαιοσύνης σύμφωνα με το περί δικαίου συναίσθημα. Σχ. ΚΠολΔ 544 (562) αριθ. 583 αριθ.Ε. . να υφίστανται οι προϋποθέσεις (της) προβολής άλλου λόγου αναψηλαφήσεως ή αναιρέσεως. mutatis mutandis. θα πρέπει να γίνεται δεκτό. και δεν μπορεί να αποτραπεί με επιμελή ανθρώπινη ενέργεια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας. που καθιστά αδύνατη την έγκαιρη προσαγωγή και επίκληση κρίσιμων εγγράφων. όμως. όπως ορθά δέχθηκε η νομολογία. εφόσον αφενός έλαβε χώρα μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ή ακριβέστερα μετά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως. οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας. 5. 7. εφόσον αυτό είναι εφικτό. Α. θθ) Στις περιπτώσεις της αναγνωρίσεως λόγου αναψηλαφήσεως λόγω ψευδομαρτυρίας. ΠολΔ Σ. Δεν (πρέπει να θεωρηθεί. στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. ηη) Στην περίπτωση της ασκήσεως αναψηλαφήσεως λόγω δωροληψίας ή παραβάσεως καθήκοντος κατ’ άρθρο 544 αρ. που δεν μπορούν να προληφθούν ή να παραμεριστούν με την κανονική επιμέλεια σύμφωνα με τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας. ββ) Όταν ζητείται η αναψηλάφηση λόγω κακής εκπροσωπήσεως κ. η προ33. από την επίδοση της αποφάσεως. στστ) Όταν ζητείται η αναψηλάφηση λόγω ανατροπής της αποφάσεως στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. δηλαδή. η παραπάνω διάταξη ενόψει της διακρίσεως μεταξύ ανωτέρας βίας και τυχαίου συμβάντος..λπ. με την οποία αναγνωρίζεται αυτή (η ψευδορκία). ή ανευρέσεως κ. γγ) Στην περίπτωση ασκήσεως της αναψηλαφήσεως λόγω παραστάσεως χωρίς πληρεξουσιότητα.§ 289 – Αναψηλάφηση 109 κτικά ή που οφείλεται σε διάφορες συμπτώσεις. 10 ΚΠολΔ η προθεσμία ασκήσεως αναψηλαφήσεως αρχίζει από το αμετάκλητο της αποφάσεως με την οποία αναγνωρίζεται η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστού34. εε) Σε περίπτωση ασκήσεως της αναψηλαφήσεως λόγω ανευρέσεως κρίσιμων εγγράφων. από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται. 563 §§ 1-2. αν ο διάδικος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής33. από το αμετάκλητο της αποφάσεως. β) Η προθεσμία της αναψηλαφήσεως αρχίζει: αα) στην περίπτωση της ασκήσεως της αναψηλαφήσεως λόγω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από την επίδοση της νεότερης από τις αποφάσεις.λπ. 34. νέων κρίσιμων εγγράφων ή ανατροπής της αποφάσεως πολιτικού. ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου.λπ.Ε. Η λύση αυτή είναι δικαιολογημένη και de lege ferenda. Σχ. η ψευδομαρτυρία ή η πλαστότητα. και εκατόν είκοσι ημερών.Ε. δδ) Όταν ως λόγος της αναψηλαφήσεως προβάλλεται η ψευδορκία κ. από την ημέρα. Δ) Προθεσμία αναψηλαφήσεως. ότι) κυριολεκτεί. κατά την οποία έλαβε γνώση της υπάρξεως των εγγράφων που αναφέρθηκαν αυτός που ζητάει την αναψηλάφηση. από την ημέρα κατά την οποία αυτός που ζητάει την αναψηλάφηση έλαβε γνώση της ανατρεπτικής αποφάσεως. . ΚΠολΔ 545 (563) §§ 1-2. στο διάδικο που κατέστη ικανός (αυτόν που ενηλικιώθηκε ή όταν αίρεται η απαγόρευση κ.λπ.) ή σε αυτόν που τον αντιπροσωπεύει νόμιμα. ψευδορκίας ή πλαστότητας εγγράφων.λπ. η ΚΠολΔ. ζζ) Στην περίπτωση της ασκήσεως αναψηλαφήσεως λόγω κακής κλητεύσεως του διαδίκου κ. όπως ισχύει μετά το Ν. Άρθρο 545 (563) § 3 στ. που προσβάλλεται. 584 §§ 1-2.. του διαδίκου. 3994/2011 (άρθρ. από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται προσωπικά σε αυτόν που ζητάει την αναψηλάφηση. α) Η προθεσμία της αναψηλαφήσεως είναι εξήντα ημερών. αν ο διάδικος που ζητά την αναψηλάφηση διαμένει στην ημεδαπή. 45 § 3). ή λόγω δωροληψίας ή παραβάσεως καθήκοντος. 584 §§ 3-4 Α. 563 § 6. 36. η προθεσμία της αναψηλαφήσεως είναι τριών ετών και αρχίζει από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. μπορούν να παρατηρούν τα εξής : αα) Η προθεσμία της αναψηλαφήσεως δεν έχει.Ε. κατά την οποία αυτή έγινε τελεσίδικη. 38. Αν δεν επιδόθηκε η απόφαση. . που αναφέρονται στις ως άνω περιπτώσεις δδ. όπως ειπώθηκε. Πραγματικά. ΚΠολΔ 545 (563) αριθ. 37. παραπάνω τ. ΠολΔ Σ.λπ. γ) Αν ο διάδικος που δικαιούται να ασκήσει αναψηλάφηση πέθανε. δωροληψίας.Ε. εναντίον της αναψηλάφηση. να ασκηθεί (η) αναψηλάφηση από τη δημοσίευσή της και μετά. Η προθεσμία αυτή (όμως) δεν αρχίζει.Κ.. κατά τη διάρκεια των προθεσμιών της ανακοπής και της εφέσεως. ή τη γνώση των νέων κρίσιμων εγγράφων ή της ανατρεπτικής αποφάσεως. όπως λέχθηκε και παραπάνω. Τα γεγονότα. όπως είναι φυσικό. Εξαίρεση ισχύει μόνο σε αποφάσεις. 39. πριν από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται με την αναψηλάφηση. ΠολΔ Σ. στστ και ηη. αυτή είναι απαράδεκτη με την παρέλευση ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης αποφάσεως του ποινικού ή πολιτικού δικαστηρίου37.Ε. που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων ή που διατάσσουν την εξάλειψη υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως ή που κη35. αλλά στην περίπτωση αυτή δεν τρέχει η ειδική προθεσμία που ορίζεται γι' αυτό. διαφορετικά από την ημέρα. ΚΠολΔ 545 (563) § 6 Σχ. προθεσμίας αποποιήσεως της κληρονομίας36. 5 Α.Ε. Βλ. εφόσον αυτή είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη. αρχίζει η εν λόγω προθεσμία από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται και (δηλαδή μετά) το αμετάκλητο της αποφάσεως που αναγνωρίζει την ψευδορκία κ. ε) Σε σχέση με τα αποτελέσματα της προθεσμίας της αναψηλαφήσεως. Διαφορετικά. γιατί πριν από την πάροδό τους η απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη39 και δεν επιτρέπεται. 5. παραβάσεως καθήκοντος κ. μπορεί βέβαια. ανασταλτικό αποτέλεσμα. πρέπει να αποδεικνύονται με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία35. που εκδίδονται σε γαμικές διαφορές ή σε διαφορές.Ε. 524 αριθ. κατά κανόνα. 563 §§ 3-4 (πρόκειται για τις περιπτώσεις των εδαφίων δ΄. που προσβάλλεται. ΚΠολΔ 545 (563) §§ 3-4 Σχ.110 § 289 – Αναψηλάφηση θεσμία της αναψηλαφήσεως δεν αρχίζει. 5 Σχ.. Ι § 201 και παραπάνω §§ 287-288. η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται στους κληρονόμους ή άλλους καθολικούς διαδόχους μετά την πάροδο της σύμφωνα με το άρθρ. 584 § 6 Α. ε΄. τ.λπ. δ) Η διαδρομή της προθεσμίας της αναψηλαφήσεως αναστέλλεται. 1847 Α. 563 αριθ.Ε. εκτός από τους γενικούς λόγους38. αν δεν επιδόθηκε η απόφαση. Ι § 157. εε. σύμφωνα με τον ΚΠολΔ. Στις περιπτώσεις όμως του επιτρεπτού της αναψηλαφήσεως λόγω ψευδορκίας. αν δεν προηγηθεί επίδοση της αποφάσεως. ΠολΔ Σ. Πρβλ. στ΄ και η΄ της τρίτης παραγράφου του άρθρου 545). 564 § 2. Ε) Τη συνδρομή των προυποθέσεων του επιτρεπτού ή του παραδεκτού της αναψηλαφήσεως εξετάζει και αυτεπάγγελτα το δικαστήριο. 585 Α. πρέπει να προηγείται η συζήτησή της. ΚΠολΔ 546 (564) § 2. . εφόσον. 45. ΚΠολΔ 546 (564) § 1. 22.Ε. σύμφωνα με το άρθρ. προσημειώσεως ή κατασχέσεως. ΠολΔ Σ. Αποτελέσματα και εισαγωγή της για συζήτηση. ΠολΔ Σ. σε περίπτωση εξαλείψεως υποθήκης. όπως σημειώθηκε και παραπάνω. που υποβάλλεται με τις προτάσεις (κατά τη συζήτηση της αναψηλαφήσεως). γγ) Κατ’ ακολουθίαν των ως άνω. β) τους λόγους αναψηλαφήσεως45. μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους.Ε. Β) Το δικόγραφο της αναψηλαφήσεως πρέπει. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως για την αναψηλάφηση.Ε. το δικαστήριο που δικάζει την αναψηλάφηση μπορεί. οι ο40. Πρβλ. την άρση του ανασταλτικού αποτελέσματος με παροχή ανάλογης εγγυήσεως40. σύμφωνα με τις διατυπώσεις που εκτέθηκαν ήδη43. Σχ. η συζήτηση της αναιρέσεως. 565 § 1. η προθεσμία της αναψηλαφήσεως δεν αναστέλλει την προθεσμία της αναιρέσεως. κείμενο και εκεί σημ. με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους που υποβάλλεται με τον ίδιο τρόπο41. Εξάλλου. ΚΠολΔ 547 (565) § 1. εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου. Σχ. 42. παρατηρήσεων και όσο διαρκεί η προθεσμία της αναψηλαφήσεως. 44. ββ) Σύμφωνα με το ισχύον αστικό δικονομικό δίκαιο. η οποία υποβάλλεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση της αναψηλαφήσεως.Ε. Σχ. όπως εκτέθηκε. και παραπάνω § 286. να περιέχει: α) μνεία της αποφάσεως που προσβάλλεται44. Πρβλ. να διατάξει και την αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως που προσβάλλεται στο σύνολό της ή σε ένα μέρος αυτης με παροχή ανάλογης εγγυήσεως.Ε. μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. Αν όμως ασκηθεί αναψηλάφηση. παραπάνω § 286. 43. δεν είναι (για το λόγο αυτό) απαράδεκτη η άσκηση αναιρέσεως42. 587 Α. 564 § 1. 586 § 1 Α. ενώ αντίστοιχα (πρέπει να) αναστέλλεται. να διατάξει. τα πραγματικά στοιχεία τους συνάγονται από το (πραγματικό) υλικό που τέθηκε νόμιμα υπόψη του. ΠολΔ Σ. και εφόσον σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η προθεσμία (της) αναψηλαφήσεως αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται (με αναψηλάφηση).Ε. 41. 245 (254) ΚΠολΔ.§ 289 – Αναψηλάφηση 111 ρύσσουν (το) έγγραφο ως πλαστό. Σε περίπτωση ασκήσεως αναψηλαφήσεως λόγω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων προσβάλλεται – και συνεπώς πρέπει να αναφέρεται ως προσβαλλόμενη – η τελευταία απόφαση. ΙΙΙ) Άσκηση αναψηλαφήσεως. Α) Η άσκηση της αναψηλαφήσεως γίνεται. Μπορεί όμως το δικαστήριο που δικάζει την αναψηλάφηση. Διαφορετικά είναι τα πράγματα στην αναίρεση. και παραπάνω κείμενο και σημ. στις οποίες έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. παραπάνω στοιχ. 48. 50. ενώ συντάσσεται έκθεση κάτω από αυτό και κοινοποιείται στον καθ' ου η αναψηλάφηση είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτησή της47. εφόσον αναφέρονται στα ίδια κεφάλαια της αποφάσεως που προσβάλλεται ή σε αυτά που συνέχονται αναγκαία με αυτά. ΙΙΙ σελ. παρακάτω § 290 κείμενο και παράγρ. γ) Αίτηση που συνίσταται στην ακύρωση ή εξαφάνιση της αποφάσεως που προσβάλλεται και στη νέα συζήτηση της υποθέσεως με σκοπό την έκδοση ορθότερης και ευνοϊκότερης για τον αιτούντα αποφάσεως. ΚΠολΔ 547 (565) § 2 Σχ. Πρβλ. έχουν εφαρμογή mutatis mutandis και στην προκειμένη περίπτωση50.Ε.112 § 289 – Αναψηλάφηση ποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που αναφέρει ο νόμος και να διατυπώνονται σαφώς και με ορισμένο τρόπο. Βλ. β) Η άσκηση αναψηλαφήσεως δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. Πρβλ. Οι πρόσθετοι λόγοι αναψηλαφήσεως ασκούνται μόνο με χωριστό δικογράφημα. ΚΠολΔ 546 (564). 128 επ. που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου. η άσκηση αναψηλαφήσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. μπορούν να προβληθούν (και) πρόσθετοι λόγοι. ε΄ σελ. Βλ. οι οποίες ανάγονται στην εξάλειψη υποθήκης. όπως εκτίθεται στη συνέχεια. . μετά από αίτηση. παρατηρούνται τα εξής: α) Κατά κανόνα. ΙΙ Δ. σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω. 47. Αν το δικογράφημα της αναψηλαφήσεως είναι έγκυρο και ορισμένο. Τα σχετικά με την άρση του ανασταλτικού αποτελέσματος της προθεσμίας της αναψηλαφήσεως σε υποθέσεις.Ε. Η έλλειψη ή ακριβέστερα η μη αναγραφή ενός τουλάχιστον τέτοιου λόγου αναψηλαφήσεως καθιστά το δικόγραφό της άκυρο. ΠολΔ Σ. 586 § 2Α. της εκτελέσεως της αποφάσεως που προσβάλλεται στο σύνολό της ή σε μέρος της με παροχή ανάλογης εγγυήσεως ή και χωρίς αυτή και τα σχετικά με την ανάκληση της αποφάσεως αυτής49. και εκεί σημ. όσες φορές είναι υποχρεωτική η πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου48. ΚΠολΔ 547 (565) § 1. Γ) Σε σχέση με τα αποτελέσματα της ασκήσεως της αναψηλαφήσεως που έγινε νόμιμα και εμπρόθεσμα. 92 επ. δ) Υπογραφή του διαδίκου ή του δικαστικού πληρεξουσίου ή και αυτού του τελευταίου. Εξαίρεση ισχύει μόνο στις περιπτώσεις εκείνες. και παραπάνω § 288 κείμ. 55 σχετικά με το παραδεκτό και τον τρόπο της προβολής πρόσθετων λόγων εφέσεως. προς το οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση. και η προθεσμία της αναψηλαφήσεως. ενώ το ελάττωμα αυτό δεν μπορεί να διορθωθεί αργότερα46. 39 και 40. 49. 565 § 2. προσημειώσεως ή κατασχέσεως και την αναστολή από το δικαστήριο που δικάζει την αναψηλάφηση με απόφασή του. γιατί αυτή εισάγεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται ή ενδεχομέ- 46. IV) Συζήτηση και απόφαση για την αναψηλάφηση. ΠολΔ Σ. αν η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί μπορεί να έχει επιρροή στη διάγνωση της υποθέσεως53 . 270 παρ. β΄ ΚΠολΔ. αρμόδιο είναι το δικαστήριο που την εξέδωσε. συζητείται και εξετάζεται. μπορεί να αναβάλει προσωρινά τη συζήτησή της. γ) Με όμοιο τρόπο δεν προσδίδεται στην αναψηλάφηση επικοινωτικό αποτέλεσμα. ο αντίδικος αυτού που άσκησε την αναψηλάφηση δεν μπορεί να ασκήσει ανταναψηλάφηση. παραπάνω § 286. 271 έως 312. στο ακυρωτικό (judicium rescidens) και στο ουσιαστικό (judicium rescissorium). . 54.§ 289 – Αναψηλάφηση 113 νως σε άλλο ομοιόβαθμο. 3994/2011 (άρθρο 45 § 6).χ.Ε. κατά βάση. Βλ. άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο52. Ι § § 79 και 111. Πρβλ. καθορίζει ο Άρειος Πάγος. που ορίζεται από τον Άρειο Πάγο. στο οποίο εκκρεμεί η δίκη. αμέσως παρακάτω στοιχ. σύμφωνα με όσα εκτίθενται αμέσως πιο κάτω και στη συνέχεια. 566. ότι έχει προσβληθεί με αναψηλάφηση. 20 § 2 στοιχ. αλλά μόνο αυτοτελή αναψηλάφηση με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν πιο πάνω και σύμφωνα με τις διατυπώσεις της. όπως ειπώθηκε και αμέσως πιο πάνω. Βλ. 2 επ. 109/110. που αναφέρονται παραπάνω. και παραπάνω § § 287-288 και τ. και 524 παρ. επειδή. σελ. 233 έως 269. όπως σημειώθηκε ήδη. και παραπάνω τ. αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναψη51. το οποίο καθίσταται αρμόδιο προς εκδίκαση της συγκεκριμένης αναψηλαφήσεως. Β) Η διαδικασία της αναψηλαφήσεως διαιρείται σε δύο στάδια. Δ. 55. ΚΠολΔ 245 (254) § 1. Βλ. ΚΠολΔ 548 (566) . το δικαστήριο.. 2. Α) Η σχετική με την αναψηλάφηση συζήτηση διεξάγεται. ή χρησιμοποιείται σε άλλο δικαστήριο και αντιτάσσεται εναντίον της. Πρβλ. 52. α) Στο πρώτο από τα στάδια της διαδικασίας. 5 εδάφια α΄ και β΄. Ι § § 186 επ. για καθένα από τα οποία γίνεται λόγος παρακάτω55 . Δηλαδή. Σε περίπτωση εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από διάφορα πολιτικά δικαστήρια. σύμφωνα με τη διαδικασία που εκτέθηκε ήδη51. και Σχ. ΣΤ) Αν η προσβαλλομενη απόφαση προσάγεται. 6. Αν το δικαστήριο αυτό δεν υπάρχει πια (όπως π. Γ. Ε) Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκασή της είναι. σύμφωνα με το άρθρ. υποβάλλεται. Ι § § 186 και 190. και παραπάνω τ. Δ) Η αναψηλάφηση εισάγεται για συζήτηση. το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. προσβάλλεται η τελευταία από τις αποφάσεις αυτές. όπως ισχύει μετά το Ν. 53. 589 Α.Ε. έως 534 ΚΠολΔ54. Βλ. σύμφωνα με τους σχετικούς με τη διαδικασία στο ακροατήριο κανόνες της πρωτόδικης και έκκλητης δίκης με την εφαρμογή των άρθρων 227. 4. όπως όλα τα ένδικα μέσα. στην περίπτωση της καταργήσεως). αα) Αν λείπει μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις ή η αναψηλάφηση δεν ασκήθηκε κανονικά. η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο κλπ. β) Στο δεύτερο στάδιο. εφόσον συναινούν οι διάδικοι και υποβάλλουν προτάσεις και για την ουσία της υποθέσεως. . 60. η υπόθεση συζητείται κατ' αντιμωλία60.Ε. τη δέχεται και ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται. κλήσεως για συζήτηση κ. αντίθετα. στην οποία λαμβάνει χώρα η συζήτηση για το παραδεκτό κ. 590 Α.λπ. βάσιμος και υποστατός. συζητείται η ουσία της υποθέσεως. Γ) Εφόσον παρίστανται όπως πρέπει όλοι οι διάδικοι. το οποίο ακολουθεί μόνο σε περίπτωση παραδοχής της αναψηλαφήσεως. Σχ. Δ) Αν είναι δικονομικά απών ένας από τους διαδίκους υπάρχει ερημοδικία.Ε. επιδόσεως. Η συζήτηση αυτή γίνεται στην ίδια συνεδρίαση. ΚΠολΔ 549 (567). 57. ως προς όλα ή ως προς μερικά μόνο κεφάλαια της αποφάσεως. 58. 59. η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως που εξαφανίστηκε. με την απόφαση που δέχεται την αναψηλάφηση. Σχ. και. 567.Ε. το δικαστήριο την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα56. ββ) Αν.λπ. γγ) Η ακύρωση γίνεται. για την οποία θα πρέπει να επισημανθούν τα επόμενα: α) Ερημοδικία στο πρώτο στάδιο 56. Σχ. ΚΠολΔ 549 (567). αν δημιουργείται και αξίωση για αποζημίωση για ζημία που προήλθε από την εκτέλεση της αποφάσεως που ακυρώθηκε.). οπότε τηρούνται οι συνήθεις διατυπώσεις κ. (εγγραφής στο πινάκιο. 590 Α. 568.Ε. ΠολΔ Σ. αν υποβάλλεται αίτηση με το κύριο ή το πρόσθετο δικόγραφο της αναψηλαφήσεως. εε) Εξάλλου. 591 Α.59. οι διάδικοι αποκαθίστανται στη θέση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αποφάσεως που ακυρώνεται με το να ανατρέπεται ή να ακυρώνεται μετά από αίτηση η εκτέλεση που τυχόν έγινε και να διατάσσεται η απόδοση αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση της ίδιας αποφάσεως58. ΠολΔ Σ. Έτσι. ΚΠολΔ 550 (568).Ε. ή σε άλλη συνεδρίαση που ορίζεται γι' αυτό το σκοπό. δδ) Σε περίπτωση εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. και αν αυτή ασκήθηκε νόμιμα. βλ.λπ. που εκτέθηκαν.114 § 289 – Αναψηλάφηση λαφήσεως. συντρέχουν όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις και αυτή ασκήθηκε όπως πρέπει. ΠολΔ Σ. παρακάτω τ. Για το ζήτημα.. διατάσσεται από το δικαστήριο.Ε. και τηρούνται για τα περαιτέρω οι ορισμοί του κοινού δικαίου. ΙΙΙ στα σχετικά με τις προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις. αν ένας τουλάχιστον από τους λόγους της αναψηλαφήσεως είναι παραδεκτός. ακυρώνεται και εξαφανίζεται η τελευταία απόφαση57. 567. που δικάζει την αναψηλάφηση. Αν απουσιάζουν όλοι οι διάδικοι. ανάλογα με την έκταση του αιτήματος και του λόγου της αναψηλαφήσεως που έγινε δεκτός. το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της αναψηλαφήσεως. . ποίος επισπεύδει τη συζήτηση και σε περίπτωση μη κλητεύσεως του απόντος διαδίκου κ. εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.λπ. απορρίπτεται. όλα τα ένδικα μέσα (εκτός από τη δεύτερη αναψηλάφηση)62. που θεμελιώνουν τους λόγους αναψηλαφήσεως. διατάσσεται νέα κλήτευση. πρώτα από όλα. ότι ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως που εκδίδεται στην αναψηλά61. δεύτερη κ. 569. παραπάνω τ. δεν διατάζει το δικαστήριο για γεγονότα. Στην αντίθετη περίπτωση. η υπόθεση δικάζεται σαν να μην είχε ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση. αα) Αν στο πρώτο στάδιο της δίκης και στην πρώτη συζήτηση της αναψηλαφήσεως είναι δικονομικά απών αυτός που άσκησε την αναψηλάφηση. που ακυρώθηκε.λπ. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται για την αναψηλάφηση συγχωρούνται.λπ. ΙΙ § § 286-288.§ 289 – Αναψηλάφηση 115 της αναψηλαφήσεως. Δηλαδή το δικαστήριο εξετάζει. ανάλογα με το αν πρόκειται για την πρώτη ή δεύτερη κ. προχωρεί η διαδικασία και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα το παραδεκτό και το νομικά βάσιμο των λόγων της αναψηλαφήσεως. αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. καταρχήν. εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό. εφαρμόζονται οι κανόνες για την ερημοδικία στην πρώτη. γγ) Αν στο ίδιο στάδιο απουσιάζει αυτός που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους για πρώτη φορά στη δίκη αυτή. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απών διάδικος ή επισπεύδεται βέβαια αυτή από τον αντίδικο. το δικαστήριο εξετάζει. αλλ' αποδεικνύεται. Αν κάποιος από τους διαδίκους είναι δικονομικά απών στο δεύτερο στάδιο της δίκης της αναψηλαφήσεως. V) Ένδικα μέσα. Απόδειξη της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.λπ. Πρβλ. Ι § 188 και τ. συζήτηση του πρώτου σταδίου. ότι ο απών διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. για τα οποία επιτρέπεται ομολογία λόγω του τεκμηρίου σιωπηρής ομολογίας του καθ' ου η αναψηλάφηση που συνάγεται από την απουσία του. 62. ενώ τα έξοδα επιβάλλονται. εξετάζεται και εδώ πρώτα από όλα.Ε. η υπόθεση δικάζεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και λαμβάνονται υπόψη οι προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως ή των προηγούμενων συζητήσεων61. διατάζεται νέα κλήτευση. ΠολΔ Σ. συζήτηση και αν η απόφαση. Σε περίπτωση μη κλητεύσεως κ. σύμφωνα με τις προτάσεις του αντιδίκου. συζήτηση στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό της δικαιοδοσίας. ββ) Αν στο ίδιο στάδιο και στην ίδια συζήτηση είναι απών ο καθ' ου η αναψηλάφηση. εφόσον εννοείται συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. ΚΠολΔ 551 (569) Σχ. η αναψηλάφηση. εκτός αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Βασική νόμιμη προϋπόθεση είναι εν προκειμένω. β) Ερημοδικία στο δεύτερο στάδιο της αναψηλαφήσεως. 592 Α. δδ) Αν κάποιος από τους διαδίκους απουσιάζει στη δεύτερη κ. . ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. σε βάρος του υπαιτίου (για τη μη κλήτευση).Ε.λπ. 551 (569) ΚΠολΔ].116 § 289 – Αναψηλάφηση φηση επιτρέπονται μόνο «εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα» [άρθρ. . Rapport général = Die Unterscheidung zwischen Tatfrage und Rechtsfrage. 94 επ. ΝΔ σ.1967) σ. Περί του νομικού προσδιορισμού του πραγματικού γεγονότος Τιμ. R. 193 επ.Z.P. Gedanken zu einigen wichtigen Problemen der Zivilprozessrechtslehre Z. ΣΤ. Η πιθανολόγησις εν τω αστικώ δικονομικώ δικαίω 1952· του ίδιου. 1 επ. της ΠολΔ» τ. 121 επ. Svista manifesta. Φραγκίστα. ΙΙΙ 403-463 (και ανάτυπον)· του ίδιου. Ο μύθος της εννοιολογικής διακρίσεως πραγματικών ζητημάτων Αρχ. Ελλην..· Γ. της ΠολΔ» τ. 991 επ. 39-64. σ... Μπουροπούλου.· Ν. Δ.· Ν.· του ίδιου. σ. 106 επ. Considérations sur la distinction du fait et du droit σε Studi in onore di A. Ζητήματα αναιρετικής διαδικασίας.· Δέδε Χρ. Ζήση. Παρατηρήσεις Θεμ. Η παράβασις των περί βάρους της αποδείξεως κανόνων δικαίου ως λόγος αναιρέσεως.· Mitsopoulos G. 91 σ. ΣΤ § 249 επ. Δικαιοσύνη τ.· του ίδιου. ΣΤ 158 επ. Η διάκρισις νομικού και πραγματικού ζητήματος ΝοΒ ΙΣΤ 353 επ. 11 υπό το άρθρ.. Μπέη. 65-86· Wach Ad. 357 επ. 1972˙ Prütting H. Grundlagen des Revisionsrechts 2.. Μητσοπούλου Γ. 1975 σ. ΙΙ σ. Νομ. Probleme des Revisionsverfahrens 1971· Forni R. και εν «Συμβολαί εις την ερμην. Η εκ των αποφάσεων του Αρείου Πάγου δέσμευσις και η διαφωνία επί των νομικών ζητημάτων. και εν «Συμβολαί εις την ερμηνείαν της ΠολΔ» τ. Αρείου Πάγου (1963) σ. La Cassazione civile 1920· Schönke A. ΙΙ (1972) σ. Aufl.· Carbagnati F.· του ίδιου. Die That. Das private Wissen des Richters 1893· Κ. στο Νομικόν Δελτίον Τραπέζης της Ελλάδος τ. της ΠολΔ» τ.. ΣΤ §§ 250 επ. 485-492· Calamandrei. ΙΖ σ. τ. La distinction du fait et du droit en procédure de Cassation.. και εν «Συμβολαί εις την ερμην. La Constituzione e il ricorso per la Cassazione Riv.Δ.Τομ. XVII 1962 σ. Die Zulassung der Revision 1977· Ricci E. Χωραφά. La Cassazione . Τομ. Θ. 283 επ. σ.. §§ 251 επ. 113-127· του ίδιου. Χ. Die Bindung des Berufungsgerichts an das Urteil des Revisionsgerichts 1934· Schwinge E.π. 1 επ. και εν «Συμβολαί εις την ερμην. (και ανάτυπον) 1950· Arnold H. Ι (1862 . Ράμμου. της ΠολΔ» τ. 33 επ.· Π. και εν «Συμβολαί εις την ερμην. 105 επ. di dir.. ΣΤ 150 επ. fatti nuovi e prove nuove nella procedura di revisione davanti al Tribunale federale σε Festschrift für Guldener 1973 σ. Cassazione con rinvio ed esecuzione provisoria κλ. 1960· Fasching H..und Rechtsfrage bei der Revision im Civilprozeß 1881· Stein Fr. Πολιτική Δικονομία τεύχ. 651 επ..· του ιδίου. Εξουσία του αναιρετικού Τμήματος και του Τμήματος της παραπομπής εις Αρχείον Νομολογίας τ. ΙΒ 41 επ. Μελέται και άρθρα τ. 561 Κ. Η διάκρισις νομικού και πραγματικού ζητήματος εν τη αναιρετική διαδικασία ΝοΒ ΙΕ 945 επ. 83-108· Bianchi d' Espinosa.ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΑΝΑΙΡΕΣΗ § 290 Ειδική βιβλιογραφία. process τ. Η παράβασις του νόμου ως προς την δύναμιν των αποδεικτικών μέσων ως λόγος αναιρέσεως (κυρίως κατά την νομολογίαν του Αρείου Πάγου σε Τιμ. σελ.· του ιδίου.. τ.Π. Die Neuordnung des Zugangs zum Bundesgerichtshof in Zivilsachen J.. Segni 1967. 1 επ. ΙΔ σ. Η παράβασις των διατάξεων περί δεδικασμένου ως λόγος αναιρέσεως εν Νομικώ Δελτίω Τραπέζης της Ελλάδος τ. στα Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Δικονομολόγων εν Αθήναις 1967 σ. Das neue Revisionsrecht aus der Sicht des Anwalts N. 473-486· Marty. Rev. La Cour Suprême de la République populaire de Pologne. Zeit. σ. Des ouvertures communes à cassation et à requête civile 1924· Calon J. 1975. Wirtschaftsrecht 1978 σ. σ. Grenzen der Nachprüfbarkeit tatrichterlicher Würdigung und Feststellungen in der Revisionsinstanz. 425-431· Laskin B. Conditions et effets de la Cassation 1882· Bellet P. Γεωργακοπούλου. σ. Riv. Zur Entwicklung des Revisionsrechts seit dem Bestehen des Bundesgerichtshofes. Rev. comparé 1978..und Tatfrage im Österreichischen Revisionsverfahren Πρακτ. de droit comparé. Die Tatfrage 1966· του ίδιου. Intern. σ.W. 1978. Die dritte Instanz im künftigen Zivilprozess ZZP 71. Une comparaison. σ.N. σ. 1978. 2-6· Henke. 1968.J. Grenze zwischen Tatfrage und Rechtsfrage. 1-85· Schima H. intern. 1978. Rev. La distinction du fait et du droit 1929· Boyens. 188-222· Schneider H. Ehrengabe für Heusinger. Γερμανία)· Scheurle. comparé 1978.J. σ. Neue Justiz. de droit comparé. σ. σ.. σ. de dr. σ. 269-272· του ίδιου. τετάρτου Συνεδρ. 1962. σ. XXIII σ. 1976. 513-517· Holtgrave.· Chenon. σ. 53-56· Fischer Robert. de dr. Deutschen Juristentag 1962· Baur F. ΝοΒ ΚΣΤ 1169 επ. comparé 1978. σ. 1978. Calogero. Conclusions d’un praticien. Intern.118 § 290 – Αναίρεση civile italiana e il divieto di pronuncia sul caso concreto. 565-567· Lässig. Rechts. Die Beschränkungen der Revisionszulässigkeit Z.Z. 1-4· του ίδιου. Comparé. Le fait et le droit devant la Cour de Cassation Italienne. σ. Beiträge zum Revisionsrecht Z. 708729· Tischendorf F. Die Vorbereitung der Revision durch den Anwalt der Berufungsinstanz N. Das neue Recht der Revision in Zivilsaschen. Rev.W.. 183-192· Touffait. intern. 1172-1176· Manigk. σ. Ο θεσμός του εισηγητού αρεοπαγίτου εις την προδικασίαν κλπ.· Cucotic Vuko. Rev. Δικονομολόγων εν Αθήναις 1967.und Tatfrage στο Juristische Methodenlehre und analytische Philosophie 1976.. (Ανατολ.P. comparé 1978 139-147· Wasilkowska Z. Pr.. σ. Dialectica 1961. Beiträge zum Problem der Trennung von Tat. Rev. di dir. σ. σ.J.P. Rechtsfrage oder Tatfrage – Eine Frage ohne Antwort? Πρακτ. 1964· Pohle R. στο Die ersten 25 Jahre des Reichsgerichts. 1978. de dr. de dr. σ. 373-397· Smirnow L. D. comparé 1978. 1685-1688· Jagusch. 1537-1541· Schneider U.. intern.P.. La Cour Suprême du Canada. σ. Die „Annahmerevision“ und der gesetzliche Richter J. Gedanken zur Zulassungsrevision.. Der Betrieb 1975. Grundsatzrevision in Zivilsachen? Ausweg oder Irrweg? N. Das neue Revisionsrecht – Kritik einer Reform N.. 197επ. 161-187· Esser J. Δικονομολόγων εν Αθήναις 1967. Not und Gefahren des Revisionsrechts J. 98 επ. τετάρτου Συνεδρ.... 1975.W. 1904. de dr.J. Zur Nachprüfungstätigkeit des staatlichen Vertragsgerichts. 229-245· Cavin P. 339-342· G. Die fehlerhafte Rechtsmittelzulassung und ihre Verbindlichkeit für das Rechtsmittelgericht 1976· Nirk. Rev. Le Tribunal Fédéral Yougoslave. intern. de dr.und Rechtsfrage στο Arch civil. σ. 60. 1963. Richt. de dr.. 239-255· Kuchinke. 385-414· Paulus./Piasecki K.Z. σ. 1978. process. Ber. Intern. 208-210· Bausewein H. comparé 1978. La Cour de Cassation. La Cour de Cassation et le Conseil d'Etat.Z. 445-461· Ιω.. 197-322· Rüßmann H. 1972.J. τ. Rev. 1963. Zur Abgrenzung von Rechts. 1304-1309· Vogel.W. Die Revision in . Gedanken zum neuen Revisionsrecht in Zivilsachen Betriebs. intern.... σ. 71. σ. Le Tribunal Fédéral Suisse.J. La Cour Suprême de l'Union des Républiques socialistes Soviétiques.Z. 157 σ. Origines. La Cour suprême de Norvège. Empfiehlt es sich die Revision (Rechtsbeschwerde) zu den oberen Bundesgerichten (außer in Strafsachen) einzuschränken und ihre Zulässigkeit in den einzelnen Gerichtsbarkeiten einheitlich zu regeln? Gutachten für den 44. 1964· Ascarelli. σ.W. 242-271· Arndt. Rev. 345-362· Ryssdal R.. 399-423· Smirnof L. 193-215· Plassard. Die Entwicklung des sowjetischen Gerichtssystems und der Rechtsprechung. Nachteile der Grundsatzrevision N. La logica del giudice e il suo controllo sul Cassazione 2η εκδ. intern. 166-184˙ Kindl J. 31323135˙ Jacoby F. ZPR 2000. NJW 2004. 2003. NJW 2009.. Die unselbständige Anschlussrevision im Verfahren nach § 554b ZPO.. 389-393˙ Enders H. 403410˙ v. NJW 2009... Zugang zur Revisionsinstanz.. ZfS 2006. 2006. Der dreistufige Aufbau der ordentlichen Gerichtsbarkeit Z. 89..2002.J. Revisibilität der Ermittlung ausländischen Rechts. Revisionsverfahren . 19051911˙ Dethloff N... 1201-1209˙ Büttner H. Die Nichtzulassungsbeschwerde in der Rechtsprechung des BGH./Tretter N.. Sicherung einer einheitlichen Rechtsprechung (§ 543 Abs. 1497-1501˙ Gloy W... Die Nichtzulassungsbeschwerde nach § 544 ZPO in der Rechtsprechung des BGH. AnwBl 2002. Systemfehler des neuen deutschen Rechtsmittelrechts. σ. 447˙ Greger R. ZZP 97.. Verkehrsauffassung – Rechts. 449-464˙ Baukelmann P.10. 885-895˙ Gross N. ZZP 99. Erfolgreiche Nichtzulassungsbeschwerde wegen Verfahrensverzögerung der Vorinstanz.P.Änderungen durch das Zivilprozessreformgesetz. NJW 2004. 428-432˙ Deumeland K. Der für das Revisionsgericht maßgebliche Tatsachenvortrag der Parteien. Die Zulassung der Revision im Lichte des allgemeinen Justizgewährleistungsanspruchs. Die Kontrolle der tatrichterlichen Auslegung von individuellen Willenserklärungen durch die Rechtsmittelinstanz. 606-609˙ Baumert A. 2 Fall 2 ZPO) und Verfahrensmangel. Festgabe für Vollkommer. Gierke C. 2000. JurBüro 2002. Ausländisches Recht vor deut- . 425-429˙ Gummer P.W. NJW 2008. 18-23˙ Gehrlein M. Revisionsrecht nach der ZPO-Reform – Fünf Jahre Probelauf.§ 290 – Αναίρεση 119 Zivilsachen N. Die Revisibilität ausländischen Rechts nach der Neufassung des § 545 ZPO. 896-898˙ v. 325-331˙ Hager J. 71-74˙ Büttner H. 2002. JZ 2003... Revisionszulassung und Rechtsbeschwerdezulässigkeit – Tendenzen in der neueren Rechtsprechung des BGH. Verfassungsrechtliche Probleme des „neuen“ zivilprozessualen Revisionsrechts. Europäische Vorlageverfahren und nationales Zivilprozessrecht.. Zeitpunkt des Vorliegens der Revisionszulassungsgründe./Hübner R. Anmerkung zum BGH. Gierke C... Sprungrevision zum BGH und Beschwerde gegen die Nichtzulassung der Revision nach dem ZPO-RG.. FS Metz.. Revisibilität des kollisionsrechtlich berufenen Rechts.. 110-116. Entscheidungserheblichkeit des Zulassungsgrundes der Rechtsgrundsätzlichkeit.. 27-50˙ Bartels K.. FS Erdmann. 1971· Bender R. 1 ZPO. 229-234˙ Kerameus K. 1992. 2003. Die Revision – noch ein Weg zur Einzelfallgerechtigkeit?. Irrungen und Wirrungen – Die beschränkte Zulassung von Revisionen in Zivilsachen. 3524-3527˙ Büttner H. 17˙ Büttner H. NJWSonderheft 2003. Erst deformiert dann reformiert. Revisionszulassung und Nichtzulassungsbeschwerde in der Rechtsprechung der obersten Bundesgerichte. NJW-Sonderheft 2003.. 3-29˙ Ball W... MDR 2001. 1297-1303· Weyreuther.. ZZP 122. 1. 205-207˙ Eichel F. FS Beys. 23-28˙ Haspl R. IPRax 2009.. 547-554˙ Gehrlein M.. MDR 2004. FS Musielak. Keine Erweiterung der Anschlussrevision durch die ZPO-Reform. Grenzen der Bindungswirkung rückverweisender Revisionsentscheidungen.. MDR 2003. 475-477· Ball W. Begründung der Revision vor ihrer Zulassung durch das Revisionsgericht?../Seiler F. 2002. 1975.-R. RIW 2009. σ. Festschrift für Link. AnwBl 2006..-D. Die Revision in Zivilsachen im verfassungsgerichtlich verordneten Wechselbad. 139-143˙ Fredriksen H.. 2008˙ Hess B.Z. 2 Nr. 767-783˙ Baumert A. 423-445˙ Fischer N. FS Geiß. Die Revisibilität ausländischen Rechts nach der Neufassung von § 545 Abs. 811-830˙ Gottwald P. MDR 2003. FS Erdmann. Erste Erfahrungen mit der reformierten ZPORevision und Beschwerde. Die Zulassung der Revision wegen offensichtlicher Unrichtigkeit des Berufungsurteils und wegen Verletzung von Verfahrensgrundrechten.oder Tatfrage. ZZP 116. Aden M. 2004. Revisibilität ausländischen Rechts./Seiler F.H. 1-4˙ Fastrich L.... 2009˙ Gaier R. Blomeyer. 911-922˙ Prütting H. NJW 2007. Probleme im zivilprozessualen Revisionszulassungsrecht nach Inkrafttreten des ZPO-RG.... Die Revisibilität der Vertragsauslegung nach der ZPO-Reform. FS Gaul. JZ 2003. Neues zur Revisionszulassung? – Die aktuelle Rechtsprechung des BGH. Mettenheim.2002. 1996. Irrwege. Gedächtnisschrift für W... 2003. ZZP 112. FS Gerhardt. Zugangsvoraussetzungen zum Rechtsmittelgericht. 275.-J./Nirk R. FS für Horn. 2004.. 1986˙ Messer H. Internationale Zuständigkeit und Revisionsinstanz. 3320-3322˙ Linnenbaum B. 2010-09-10˙ Lindacher W. FS für Beys. Wege. ZZP 111...und Tatfrage. 1097-1099˙ Lindner R:. Zur Theorie der Trennung von Rechtsfrage und Tatfrage.. 1988˙ Pfeiffer T.. 2005˙ Scheuch S.. NJW 2004. Zur Trennung von Rechts.. 356-358˙ Sendler H. Die Revisibilität der Auslegung individueller Vertragserklärungen. 83-93˙ Lindner R. Selektion von Rechtsmittelverfahren durch gesetzliche Zugangsbeschränkungen. Die Zulassung der Revision nach dem ZPO-Reformgesetz. Festgabe zu 50 Jahren Bundesgerichtshof. 215-224˙ Musielak H. 1511-1514˙ Mitsopoulos G. Der Zugang zur Revisionsinstanz im Zivilprozess. 2 ZPO bei der Berufung und nach § 552a ZPO bei der Revision.. Die Erfolgsaussicht der Revision als Zulassungskriterium. NJW 2004. Der Zugang zur Revision in Zivilsachen../Lindner R... MDR 2003.. 2000. 1997. 2006. – Die Rechtsmittelzulassung durch den BGH. Revisionsbegründung vor Revisionszulassung. FS Schumann...120 § 290 – Αναίρεση schen Gerichten. die Moral und die Reform der Revision. 728-730˙ Schiller S.. 877-885˙ Spickhoff A. Kant und die Reform der zivilprozessualen Revision.. 2. 873˙ Kummer P.-O. 1689-1691˙ Seiler F. Kant.. Die revisionsrichterliche Nachprüfung der Vertragsauslegung.280˙ Traut L. 265-292˙ Tiedtke K. Revisibilität unbestimmter Rechtsbegriffe. 785-786˙ Seiler F. Probleme der Revisionszulassung wegen grundsätzlicher Bedeutung der Rechtssache. 1997˙ Schlosser P. FS für Schütze. 107-120˙ Möhring P. 2004. 2001... ZZP 115. 1392-1400˙ Schwarz H. MDR 2003.. 2068-2070˙ Sinaniotis L. Die Verkürzung des Rechtswegs durch § 522 Abs. Normtatsachen und Erfahrungssätze bei der Rechtsanwendung im Zivilprozess.. JZ 1995. Rechtsfrage und Tatfrage in der normativistischen Institutionstheorie Ota Weinbergers. FS für Hollerbach. 34633465˙ Schafft T. 327-353˙ Rinkler A. 653-682˙ Nassall W. Fehlen des Tatbestands im Berufungsurteil – Zulassungsgrund für die Revision?. JR 2004. NJW 2003. Normtatsachen im Zivilprozess. NJW 2002.. 605-621˙ v./Schulze G. 1998˙ Schäfer B. 1. JZ 2002. ZZP 120.. FS für Odersky. Die revisionsgerichtliche Kontrolle der Anwendung ausländischen Rechts... Zur Auslegung der Zulassungstatbestände des § 543 II ZPO.. 87-107˙ Müller C. 2008˙ Seiler F. NJW 2003. παρατηρήσεις σε BGH. Die Nichtzulassungsbeschwerde als Zulassungsbeschwerde. Die mündliche Verhandlung in der Revisionsinstanz für Zivilsachen. 177-203˙ Knops K. 266-268˙ Schröder R. 1999. Die reformierte Berufung im Spannungsfeld zwischen Tatsachen. ZZP 120. NJW 2003. Revisionsrichterliche Überprüfung der Auslegung Allgemeiner Geschäftsbedingungen. Fortitudo temperantia. Die Klageänderung in der Revisionsinstanz in Zivilsachen.und Revisionsinstanz.. Aufl. ZZP 122. Fremdes Recht vor inländischen Gerichten: Rechtsoder Tatfrage?. Kritisches zur Reform der Revision in Zivilsachen.. NJW 2003.. 2449-2450˙ Rosenthal A.. 267-283˙ Kuchinke. 803-809˙ Rimmelspacher B... NJW 2002. 2007˙ Sander J. 403-425˙ Konzen H. Revisionsrücknahme ohne gegnerische Zustimmung. 2006˙ Ullmann E.. Selbstbindung der Revisionsgerichte?. 327-338˙ Krämer A. 1345-1350˙ Neufert G.10... Ge- . Die Entscheidungserheblichkeit der Grundsatzfrage beim Zulassungsgrund der grundsätzlichen Bedeutung der Rechtssache. Die Nichtzulassungsbeschwerde. 335-356˙ Kornblum U. 2000˙ Schultz M. NJW 2005. 3306-3308˙ Piekenbrock A. 2001. Verfahrensgrundrechte und Wiederholungsgefahr. Neue Entwicklungen im Recht der Anschlussrevision. Η αοριστία των λόγων αναιρέσεως του ΚΠολΔ.· Κ. Προβλήματα από τους αναιρετικούς λόγους 1. 2. ΝοΒ 55 (2007). Τόμος Γ΄. Δ 26 (1995). Παπαδόπουλος.· Λ. Κονδύλης.Κομοτηνή 2007· Β.Θεσσαλονίκη 1986. Zivilprozessordnung. 21. Μπέης. Κονδύλης/Ν. 221-226˙ Musielak H.· Ν. 2008. Auf. § 28. 1981· Του ιδίου. Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ.· Αγ. 733 επ. Kommentar zur ZPO.. 28. Η αναίρεση στην πολιτική δίκη. Τα απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητα των λόγων αναιρέσεως. 377-379˙ Vollkommer M. Auf. Band 5/Ι. 14 και 19 άρθρ. 985 επ. Zivilprozessrecht. Ρητορική και Επιστήμη του Δικαίου. 2010. Οι πρόσφατες κρίσεις του ΕΔΔΑ περί της αορι- . ΝοΒ 55 (2007). 1991 (πρόλογος Γ. Auf. 593-603˙ Volland R. Κεραμεύς. Ρήγας. Νίκας. Παραβάντης. Σινανιώτης. 2010. Η αναιρετική διαδικασία. Rdnr.. Ο κανών της άπαξ μόνον ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Grundkurs ZPO. Γενικό Μέρος. Δ΄ έκδοση.. 1997· Κ..· Κ.-J. 2010. Auf. Νίκας/Μ. Auf.. Αστικό Δικονομικό Δίκαιο. Τοπική Νέα. Δ 3 (1972). Zivilprozessrecht. Auf. Αθήνα. ZZP 116. Μητσοπούλου). 2007˙ Zöller/Heßler.· Ι. Μάζης. 13.· Κ. NJW 2008. Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας 2Α. 1009-1023˙ Wenzel J. β΄ έκδοση. 2281 επ. ΙV.und Beschwerdeinstanz. 12 επ. Δεληκωστόπουλος.. Η διαλεκτική του δικονομικού δικαίου. Ένδικα μέσα. Rechtsschutz bei erstmaliger Verletzung von Verfahrensgrundrechten in der Berufungs.§ 290 – Αναίρεση 121 danken zum neuen Recht der Revision und der Rechtsbeschwerde in Zivilsachen vor dem Bundesgerichtshof.. 343 επ..· του ιδίου. Αθήνα.. Ι. Auf. Μητσόπουλος.· Β. 10. NJW 2002. 1543 επ. Απαλαγάκη (επιμέλεια)/Δ.. 7. 403-419˙ Zuck R. Μπακόπουλος. Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ. Zivilprozessordnung. Αθήνα – Κομοτηνή 2006· του ιδίου.· Κ. Ι.. Die Verletzung rechtlichen Gehörs als Revisionsrüge in verschiedenen Verfahrensordnungen. 2069 επ.. ΙΙ Αθήνα 2000. Αθήνα 1999. Ψωμάς. Die Nichtzulassung der Revision im Berufungsurteil. Συμβολές στην ερμηνεία του ΚΠολΔ. Ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο. Η έλλειψις νομίμου βάσεως ως λόγος αναιρέσεως. Από την προβληματική της αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης.· Γ.· Δ. ΕλλΔνη 49 (2008). Μπέης.. 2005· Στ. Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.· Ι. Κεραμεύς/Δ. Κεραμεύς. Η έλλειψις «παντελώς αιτιολογιών» της αποφάσεως ως λόγος αναιρέσεως και ο δικονομικός συλλογισμός. 1990· Κ. 452 επ.. 535-556˙ Schilken E..· Ν. Γιακουμής. Μαργαρίτης. Ματθίας. Η αναίρεση στην αστική δίκη. 563 επ. Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. FS Schlosser. ΙΙΙ Αθήνα. 3353-3359˙ Wolff H. 2010. Μελέτες αναιρετικής διαδικασίας. Βαθρακοκοίλης. Π. 29. Αθήνα 2006· Μ. Rechtsstaatswidrige Begründungsmängel in der Rechtsprechung des BGH.. Δικαίωμα σε ουσιαστική εξέταση της διαφοράς. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007.. 2η έκδοση. Auf. Αθήνα-ΘεσσαλονίκηΚομοτηνή 2000. 6. 3. ZPO Kommentar. Αθήνα 2007· Χ. Μαργαρίτης. 479-481˙ Εγχειρίδια/Συστηματικά έργα: Rosenberg/Schwab/Gottwald.· Π. Zivilprozessrecht. Auf. 2010˙ Musielak/Ball. 101 επ. 2007. 2008. 2005.. Δ 26 (1995). Αρμεν. Αθήναι. 374 επ. Κλαμαρής. Αθήνα 1995. 2005. 559 ΚΠολΔ. 2008· του ιδίου. 1289 επ. Γέσιου-Φαλτσή. Band 2. Auf. Αθήναι. Τιμητικός τόμος Π. MDR 2004. 17. Zivilprozessrecht. 497 επ. § 74˙ Grunsky W. 248 επ. Ι.· Κ. 755 επ. Θέματα Γενικής Θεωρίας και Λογικής του Δικαίου. 982 επ. Η έλλειψις νομίμου βάσεως ως λόγος αναιρέσεως. 28 επ. Ένδικα μέσα. Αθήνα 1976. Das neue zivilprozessuale Revisionszulassungsrecht in der Bewährung. WRP 2002. Η κατά παραπομπή αρμοδιότητα της Ολομελείας του Αρείου Πάγου. Γέσιου-Φαλτσή. ΕλλΔνη 48 (2007). §§ 141-145˙ Jauernig O. Κατ’ άρθρον ερμηνείες: Stein/Jonas/Grunsky. 2007. σ. 1994˙ Münchener Kommentar zur ZPO/Wenzel... Rdnr. Η αναίρεση. 2009˙ Prütting/Gehrlein/Ackermann. Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007. Γεωργαντόπουλος) Δ 36 (2005). Νταφούλης) Δ 36 (2005). 740 επ. 145 επ. 34 επ. ΝοΒ 57 (2009). Αθήνα. Droit judiciaire privé. εύλογη αποζημίωση και αναιρετικός έλεγχος. Economica 1986· J. 1400˙ ΑΠ 378/2004 (Ι. Γρίβας) ΝοΒ 33 (1985). Cadiet/E. ΝοΒ 56 (2008). Amrani Mekki et L. Ενδεικτική νομολογία: ΑΠ 196/1984 (Ι. 748˙ ΑΠ 1281/1998 (Γ. Οικονομίδης) Ελλ Δνη 46 (2005). Cadiet. Κεδίκογλου) ΕΕΝ 2004. Νικόπουλος) ΕλλΔνη 46 (2005). LGDJ 1997· J. Η αντικατάσταση των αιτιολογιών στο δίκαιο της αναίρεσης. Jeuland. Molfessis (sous la direction). Procédure civile. Héron (par Th. Dalloz Action. Συγκριτικές αναφορές στο γαλλικό δίκαιο της αναίρεσης και η σημασία τους για τα κρατούντα στην Ελλάδα.· L. Φιλιππάτος) ΕλλΔνη (1999). PUF 1993· Le Bars Th. Αιτιολογία και νόμιμη βάση της πολιτικής δικαστικής αποφάσεως. Η εξέταση λόγων αναιρέσεως που παρέμειναν αδίκαστοι. 2ème édition. Οι δικονομικοί λόγοι αναίρεσης. Montchrestien 2002. Cadiet/J. Ρίκος) ΕλλΔνη 31 (1990). Economica 2004 · S. 833 επ. Καλαβρός. Sweet and Maxwell 2009. 727˙ ΑΠ 44/2005 (Γ.·L. ΕΠολΔ 2/2009. Αθήνα. Prieur. 644˙ ΑΠ 1229/2002 (Αθ. Βερέτσος) ΕλλΔνη 46 (2005). Guinchard/F.· Β. Browne. 259˙ ΟλΑΠ 754/1986 (Ν. Το δικαίωμα σε ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης στην αναιρετική διαδικασία και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Economica 2005· G. Η αοριστία του κατά το άρθρο 559 αρ. Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Guinchard (sous la direction).122 § 290 – Αναίρεση στίας των αναιρετικών λόγων κατά τον ΚΠολΔ. Δαβίλλας) Δ 36 (2005). 2009. International Association of Procedural Law. Δεληκωστόπουλος. ΕΠολΔ 2009. La Cour de cassation et l’élaboration du droit. Théorie générale du procès.· Κ. Δ 40 (2009). 723 επ. Normand/S. Αθήνα 2010.· Δ. Η έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως ως λόγοι αναιρέσεως. La sélection des pourvois à la Cour de cassation. 4ème édition. Κρητικός) ΕλλΔνη 44 (2003). Παπαγεωργίου) ΕλλΔνη 32 (1991). préface de Serge Guinchard. 487 επ. 156 επ. Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ. 753˙ ΑΠ 679/2001 (Ε. Yessiou-Faltsi (editor). Πλατής) Δ 36 (2005). Σταματόπουλος.Γιαννακάκη) Δ 36 (2005). Αθήνα. Boré et L. 87˙ ΑΠ 1463/2004 (Β. Le défaut de base légale en droit judiciaire privé. 79˙ ΑΠ 412/2004 (Ν. Περλίγκας) ΕΕΝ 2004. ΔΣΑ. 1320 επ. Dalloz 2009. Μπαμπινιώτης. 6ème édition.· Του ιδίου. Boré. 362˙ ΑΠ 877/2004 (Χ. Chainais. Athènes-Bruxelles 2007· S.· Γ. . 77˙ ΟλΑΠ 13/1999 (Α. Πατεράκης -μειοψηφών) ΕλλΔνη 44 (2003). La cassation en matière civile.. Νικολόπουλος. Droit judiciaire privé. 1998· J. Dalloz Action. ΕΠολΔ 2/2008. 743˙ ΑΠ 98/2005 (Μ. 1427˙ ΑΠ 131/2005 (Γ. 141˙ ΑΠ 776/2003 (Ε. Boré. La cassation en matière civile.Κομοτηνή 2009· Ι. Αναλογικότητα.Θεσσαλονίκη 2009 · Στ. O’ Hare/K. 595 επ. ΝοΒ 58 (2010). 1 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Ζητήματα αναιρετικού δικαίου. Amrani-Mekki. La substitution de motifs par la Cour de cassation. 538 επ. Χλαμπουτάκης) ΕλλΔνη (2005). 804˙ ΟλΑΠ 3/1991 (Δ. Le Bars). 941 επ. Σταθόπουλος. Sirey 1988· J. Ferrand/C. Ρήγας.· P. Δαμάσκος) ΕΕΝ 2002. Παπαθανασίου) ΕλλΔνη 27 (1986). The role of the Supreme Courts at the national and the international level.· E.· N. 744˙ ΑΠ 589/2005 (Α. Καραγεώργης) ΕλλΔνη 40 (1999). σ. Dalloz 20032004· F. Μαραμαθά) Δ 36 (2005). Δέδες. Litec 2004. 1207˙ ΑΠ 83/2005 (Α. 397˙ ΑΠ 706/2003 (Ρ. 128˙ ΟλΑΠ 5/2003 (Στ. 615˙ ΑΠ 1229/2004 (Ι. 306 επ. Μαργαρίτης) ΝοΒ 53 (2005). Civil Litigation.-Α. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στο δίκαιο της αναίρεσης. 70 επ. 731˙ ΟλΑΠ 2/2005 (Ε. ΝοΒ 57 (2009). 562 επ. Χλαμπουτάκης) ΕλλΔνη 46 (2005). Droit et pratique de la procédure civile. 160˙ ΑΠ 362/2004 (Ν. Ferrand. 14th edition.· Δ.Θεσσαλονίκη 2009· του ιδίου. Τσικρικάς. 469 επ. Cassation française et révision allemande.· Χ. Le manque de base légale du point de vue du droit comparé. PUF 2010. 1124˙ ΟλΑΠ 16/1990 (Ευαγ. Mitsopoulos.· Μ.· S. τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας ούτε εξετάζει κατά το ακυρωτικό στάδιο το πραγματικό μέρος της υποθέσεως. ΕΠολΔ 5/2009. με το οποίο προσβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου κάποια απόφαση και ζητείται η ακύρωση ή εξαφάνισή της για παράβαση κανόνα δικαίου. 1063˙ ΟλΑΠ 20/2009 (Γ. 1186˙ ΑΠ 848/2006 (Γ. 1062˙ ΑΠ 65/2006 (Γ.§ 290 – Αναίρεση 123 1031˙ ΑΠ 194/2005 (Αθ. Χριστόφιλος) ΝοΒ 55 (2006). είναι ότι με αυτήν αποδίδονται νομικά σφάλματα στην προσβαλλόμενη απόφαση και επαφίεται η από νομικής απόψεως ορθότητά της στην κρίση και τον έλεγχο του Αρείου Πάγου. το έκτακτο ένδικο μέσο. συγχρόνως όμως. κατά το σύστημα του προϊσχύοντος αλλά και του νυν ισχύοντος (πριν και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ) ελληνικού αστικού δικονομικού δικαίου. 1294˙ ΑΠ 329/2007 (Ρ. 212˙ ΑΠ 41/2008 (Ε. Μαρκάκης) Δ 37 (2006). 234˙ ΑΠ 128/2008 (Ε. Β) Η παραπάνω διαπίστωση δεν πρέπει ωστόσο να παρερμηνευθεί. Γεωργέλλης) ΝοΒ 58 (2010). Ζερβομπεάκος) ΕΠολΔ 2/2008. Νικόπουλος) ΕλλΔνη 46 (2005). Ναι μεν αποστολή του Ανώτατου Πολιτικού Δικαστηρίου – και αρχαιοτέρου ελληνικού Ανωτάτου Δικαστηρίου – είναι να εποπτεύει και να κατευθύνει τα άλλα πολιτικά δικαστήρια (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. 593˙ ΑΠ 1737/2007 (Λ. Για το λόγο αυτό λέγεται παραστατικά ότι: «ο Άρειος Πάγος δεν δικάζει την υπόθεση. αλλά μόνο τη νομική ορθότητά της με σκοπό αφ' ενός την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την προστασία των συγκεκριμένων κάθε φορά εννόμων συμφερόντων και αφ' ετέρου την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου για χάρη της νομικής ασφάλειας των συναλλαγών. 812˙ ΑΠ 1241/2008 (Γ. αλλά και πρακτική σπουδαιότητα. Αθανασίου) Δ 39 (2008). Καλαμίδας) ΝοΒ 54 (2006). αλλά και όργανο παροχής έννομης προστασίας σε συγκεκριμένες κάθε φορά περιπτώσεις. Μαρκάκης) ΝοΒ 54 (2006). ο Άρειος Πάγος δεν αποτελεί. Δεν είναι μόνο ακαδημία απλής συζητήσεως και εξετάσεως θεωρητικών νομικών θεμάτων. αλλά την απόφαση». 933. 1071˙ ΑΠ 356/2006 (Α. 1301˙ ΑΠ 674/2006 (Α. Βασιλόπουλος) ΝοΒ 56 (2008). Ασημακοπούλου) ΝοΒ 56 (2008). 612˙ ΑΠ 536/2009 (Γ. Η παρατήρηση αυτή δεν έχει απλά θεωρητική σημασία άξια λόγου. σε περισσότερα από ένα σημεία σε σχέση με τις προϋποθέσεις του επιτρεπτού ή παραδεκτού της ασκήσεως . Έννοια. Α) Αναίρεση είναι. Ι) Ορισμός. Χρυσικός) Δ 39 (2008). 1839˙ ΑΠ 1393/2007 (Ζ. Όπως προαναφέρθηκε. το Δικαστήριο αυτό έχει επίσης σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης στις συγκεκριμένες υποθέσεις. όπως θ' αναπτυχθεί στη συνέχεια. Μουγάκου-Μπρίλλη) ΕΠολΔ 2/2008. Γιωτάκος) ΕλλΔνη 47 (2006). Χρυσικός). Κύριο χαρακτηριστικό της αναιρέσεως. τα λεγόμενα δικαστήρια ουσίας) στην ορθή ερμηνεία και την προσήκουσα εφαρμογή των κανόνων δικαίου. όπως σημειώθηκε αμέσως παραπάνω. κατά το ισχύον ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο. 438˙ ΑΠ 676/2005 (Β. οι οποίες φέρονται ενώπιόν του από τους διαδίκους με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. των εφετείων και άλλου πολιτικού δικαστηρίου. των μονομελών πρωτοδικείων.ΠολΔ Σ. 4. Γ) Η ύπαρξη λόγου αναιρέσεως και Δ) Η άσκησή της μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις1. 571 § 1. ΚΠολΔ 553 (571) § 1 Σχ. ΙΙ) Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως. κατ' αρχήν.λπ. ανωτ. 604 εδ. τόσο το προγενέστερο όσο και το ισχύον ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο. που έγιναν τελεσίδικες με νόμιμο τρόπο. Α. όπως και των εφετείων2. β) Αναίρεση επιτρέπεται ν' ασκηθεί. περιλαμβάνουν την αναίρεση μεταξύ των ενδίκων μέσων με την κύρια και στενή έννοια του όρου αυτού. Αντίθετα δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων του Αρείου Πάγου και των προέδρων πρωτοδικών και εφετών. ΚΠολΔ 552 (570). μόνο κατά των οριστικών( ή τελειωτικών) και ανεκκλήτων αποφάσεων ή αυτών. Ι § 201. των εισηγητών. Πρβλ. με την άσκηση της αναιρέσεως. των πρωτοδικείων (μονομελών και πολυμελών). όπως παρατηρήθηκε και παραπάνω4. Β) Η άσκηση της αναιρέσεως από πρόσωπο. ΠολΔ Σ. Για το ζήτημα σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως γίνεται λόγος παραπάνω στην § 286. όπως και της μη δημιουργίας τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας. α. πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη3. τ. στο οποίο έγινε η παραπομπή˙ ββ) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. η οποία να υπόκειται σε αναίρεση. των πολυμελών πρωτοδικείων. κατά κανόνα. ως προς την ύπαρξη ή μάλλον την ανάγκη υπάρξεως και την έκταση του ακυρωτικού ελέγχου κ.Ε.Ε. . Α) Αποφάσεις επιδεκτικές αναιρέσεως: α) Σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις όλων. που δικαιούται να την ασκήσει και η απεύθυνσή της εναντίον προσώπου που νομιμοποιείται παθητικά γι' αυτό. των πολιτικών δικαστηρίων και ειδικότερα των ειρηνοδικείων. δεν επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων. το σύστημα της ενιαίας προσβολής της οριστικής (ή 1.124 § 290 – Αναίρεση αυτού του ενδίκου μέσου.Ε. Διαφορετικό είναι το παρακάτω εξεταζόμενο πρόβλημα της διακρίσεως μεταξύ αναιρέσεως και αναθεωρήσεως. ως προς διάφορες εκδηλώσεις της λειτουργίας του. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική (και κατά ένα μέρος μη οριστική). 3. 570 σε αναίρεση (θα) υπόκεινταν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων. δηλαδή αυτές που δεν υπόκεινται (πλέον) σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση και ειδικότερα: αα) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας στο αρμόδιο δικαστήριο και εκείνων που έχουν εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ από το δικαστήριο. Ακριβώς για το λόγο αυτό. 603 Α.Ε. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι: Α) Η ύπαρξη αποφάσεως. Κατά το Σχ. Με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται. 2. 1209-1238. ΝοΒ 53 (2005).π. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται να ασκηθεί αυτοτελής αναίρεση κατά της παρεμπίπτουσας απόφασης που διατάζει να γίνει η συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών8. όπως έχει λεχθεί. άκυρη ή ανυποστήρικτη και εε) αν η αναίρεση ασκείται επικουρικά με την αίρεση της απορρίψεως της ανακοπής ως εκπρόθεσμης ή απαράδεκτης. αν η απόφαση είναι οριστική (ή τελειωτική) ως προς έναν ή περισσότερους ομοδίκους και μη οριστική (ή μη τελειωτική) ως προς έναν ή περισσότερους από τους υπολοίπους. σελ. Το ίδιο ισχύει. σελ. ΠολΔ Σ. ΙΙ. ό. οπότε θεωρείται. 1025-1043 = Γενέθλιον Α. 6. γ) Αναίρεση μπορεί. 2006. Και σ' αυτές τις περιπτώσεις. δδ) αν ασκήθηκε ανακοπή και απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Κατ' εξαίρεση και οι τελευταίες αυτές μπορούν να προσβληθούν με αναίρεση: αα) Αν δεν υπόκεινται σε ανακοπή κατά την έκδοσή τους. β Α. Αν παρά ταύτα προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση. παρά μόνο μαζί με την οριστική ή τελειωτική απόφαση6. ΚΠολΔ 553 (571) § 2 Σχ. απαράδεκτη. ΠολΔ Σ. ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην αποφάσεως. θεωρείται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως. μόνο κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' αντιμωλίαν και όχι κατ' εκείνων που εκδίδονται κατ' ερήμην. (σημ. στστ) αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε. κατά της οποίας είχε ασκηθεί η ανακοπή. Γεωργιάδη. 604 εδ. και Ν. Οι μη οριστικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται. ν' ασκηθεί.§ 290 – Αναίρεση 125 τελειωτικής) απόφασης που αποφαίνεται διαδοχικά σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερα κεφάλαια στην αγωγή ή στην ανταγωγή ή στην κύρια παρέμβαση ή σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών ή ασκήσεως κύριας παρεμβάσεως ή σε περίπτωση συνεκδικάσεως περισσότερων συναφών δικών ή υποθέσεων5.Ε. ΚΠολΔ 114 (115) § 4 Σχ. 115 § 4. ιδιαίτερα στη νομολογία. ακόμα και αν δεν απευθύνεται ρητά εναντίον τους η αναίρεση7. 8. Κλαμαρή. όπως γίνεται δεκτό. 124 § 4 Α. Βλ. αν περατώθηκε η δίκη για τη μία αγωγή. η αναίρεση (πρέπει να) απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή.Ε. εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων στην ίδια υπόθεση ή διαφορά.Ε. κατ' αρχήν. γγ) αν (κατά κάποια γνώμη). όσο είναι δυνατό. ε5. ββ) αν πέρασε η προθεσμία της ανακοπής. και στην περίπτωση «υποκειμενικής» σωρεύσεως αγωγών ή άλλως ομοδικίας. Ο Άρειος Πάγος δέχτηκε εξαίρεση σε περίπτωση συνεκδικάσεως δύο αντίθετων αγωγών. κατ' αρχήν. 571 § 2. 7.Ε. Αφ' ενός δηλαδή εφαρμόζεται και σ' αυτή την περίπτωση από το νόμο η αρχή της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας και αφ' ετέρου καταβάλλεται προσπάθεια για την αποφυγή. αυτοτελώς με αναίρεση. δεν υπόκειται σε αναίρεση ούτε ως προς τις οριστικές διατάξεις. . ο ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε του δικαιώματος της ανακοπής. 25). και ανωτ. Εφόσον δεν υπάρχει ρητή διάταξη. αλλά και εκείνοι. παραπάνω § 286. §§ 286 και 289. . ε) Το γεγονός. Βλ. 606 Α. και ενδεχόμενα όσοι παρεμβαίνουν σ' αυτή.λπ.ΠολΔ Σ. α) Αναιρεσείων: αα) Δικαίωμα για άσκηση αναιρέσεως έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη. Πάντως στην τελευταία περίπτωση είναι ορθό να αναστέλλεται. κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση12. θα μπορούσε να γίνει δεκτή η άποψη. μετά από ειδική άδεια του Αρείου Πάγου ή του δικαστηρίου που εξέδοσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κ. όσο κι εκείνες που απορρίπτουν την αγωγή για τυπικούς/δικονομικούς λόγους. οι οποίες αποφαίνονται για την ουσία. εάν το ίδιο ισχύει και όταν ασκήθηκε ήδη αναψηλάφηση. Ειδικότερα πρέπει να επαναληφθούν όσα έχουν εκτεθεί για την έφεση και την αναψηλάφηση13. αυτός που ζητά την αναψηλάφηση.Ε. Επίσης βλ. 10.χ.Ε.. η συζήτηση της αναιρέσεως μέχρι να περατωθεί η δίκη της αναψηλαφήσεως10. 13. §§ 288 και 289. ζ) Περιορισμός του παραδεκτού ή του επιτρεπτού της αναιρέσεως λόγω της αξίας του επίδικου αντικειμένου ή από άλλη αιτία. 11. ο εφεσίβλητος. οι καθολικοί (και οιονεί καθολικοί) διάδοχοι αυτών. 572. εκείνος. 12/13. ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις η άσκηση αναιρέσεως μια και διαφέρουν οι λόγοι. Αμφίβολο ήταν. 573. δ) Μπορούν ν' αναιρεσιβληθούν τόσο οι αποφάσεις. οι οποίοι έγιναν ειδικοί διάδοχοι μετά την άσκηση της αγωγής. ΚΠολΔ 556 (574) § 1 Σχ. Στους εισαγγελείς πρωτοδικών 9.Ε.Ε. εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση. Συγκεκριμένα το δικαίωμα αυτό έχουν ο ενάγων. ο εκκαλών. ΚΠολΔ 554 (572).ΠολΔ Σ. 12. κατά το προϊσχύσαν δικονομικό δίκαιο. το ζήτημα. κατ' εφαρμογή του άρθρου 249 (258) ΚΠολΔ. 574 § 1. Β) Υποκείμενα της αναιρετικής δίκης είναι κατ' ανάγκην ο αναιρεσείων και ο αναιρεσίβλητος. στ) Δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας αποφάσεως ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται11.Ε. το οποίο ακολούθησε εν μέρει διαφορετικό σύστημα. ότι κάποια απόφαση (πιθανόν να) υπόκειται σε αναψηλάφηση δεν καθιστά απαράδεκτη την άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής.ΠολΔ Σ. σελ. 605. κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση. Σχ. π. ανωτ. δεν προβλέπεται στο ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο. Α.126 § 290 – Αναίρεση φόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής9. 607 § 1 Α.Ε. για τους οποίους επιτρέπεται η άσκηση καθενός από τα παραπάνω ένδικα μέσα. Βλ. ο εναγόμενος. ΚΠολΔ 555 (573) Σχ. όπως έχει παραπάνω εκτεθεί. Η αναίρεση (πρέπει να) απευθύνεται εναντίον εκείνων. ΠολΔ Σ. εκτός αν αυτός επιδιώκει την ακύρωση κλπ. 7.λπ. παραπομπές σε σημ. για το οποίο συστάθηκε η κληροδοσία: αα) Σε περίπτωση απλής ομοδικίας η αναίρεση δεν είναι απαραίτητο να στρέφεται κατά όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντα που είναι ομόδικος. με την έννοια αυτού.. δεν είναι αναγκαίο ή μάλλον είναι περιττό. ότι τα πρόσωπα αυτά δεν αποδέχθηκαν την προσβαλλόμενη απόφαση. το ίδιο δικαίωμα αναιρέσεως έχουν και οι δανειστές αυτών. ββ) Εκτός από τους διαδίκους. διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη.ΠολΔ Σ. Περαιτέρω προϋπόθεση είναι. γγ) Εξάλλου. §§ 288 και 289.λπ. ββ) Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας. δηλαδή εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη. οι οποίοι ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 72 (73) ΚΠολΔ. ΚΠολΔ 557 (575) εδ. 574 § 2. 17. της αποφάσεως απέναντι σ' όλους. 575 εδ. Βλ. κατά των καθολικών και οιονεί καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. εκτός αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ αυτών. από την απόρριψη της μιας βάσεως της αγωγής και την αποδοχή άλλης βάσεως. οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη. Βλ. δδ) Όλα τα παραπάνω πρόσωπα έχουν δικαίωμα ν' ασκήσουν αναίρεση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. παραπομπές σε σημ. και αντίδικοι του αναιρεσείοντα και απέναντι στους οποίους ο τελευταίος έχει έννομο συμφέρον να πετύχει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης κ. α. ή γιατί. η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα. στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. γγ) Τρίτοι στερούνται πάντως το δικαίωμα της αναιρέσεως.§ 290 – Αναίρεση 127 και εφετών αναγνωρίζεται το ίδιο δικαίωμα.Ε. απορρίφθηκε καταχρηστική. α Α. 16. κατά τη γνώμη τους. Ακόμη. όπως επίσης σε δίκες δημόσιας τάξεως κ.Ε. Βλ. και ανωτ. σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών. ή νίκησαν αλλά έχουν έννομο συμφέρον να πετύχουν την εξαφάνιση ή την ακύρωση της παραπάνω αποφάσεως.λπ. ενώ κατά κάποια γνώμη που είχε υποστηριχθεί 14. σε περίπτωση δε θανάτου αυτών κ. 607 § 2.Ε. το οποίο προέρχεται. η αναίρεση πρέπει ν' απευθύνεται κατά όλων των αντιδίκων αναγκαίων ομοδίκων. αν ήταν διάδικοι στην παραπάνω δίκη14. β) Αναιρεσίβλητος. . με τους όρους που έχουν ήδη εκτεθεί στην έφεση και στην αναψηλάφηση16. ούτε παραιτήθηκαν από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως. Α. εφόσον έχουν έννομο συμφέρον17. §§ 286 επ. η αναίρεση να στρέφεται κατά των ιδίων ομοδίκων του αναιρεσείοντα. 608 εδ. π. 2 Σχ. 7 και ανωτ. ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση υπέρ του νόμου σε κάθε περίπτωση.χ. στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. κατά οποιασδήποτε αποφάσεως και για κάθε λόγο15. έπρεπε να νικήσουν με λιγότερες θυσίες. 15. ΚΠολΔ 556 (574) 8. εφόσον η δίκη αφορά το περιουσιακό στοιχείο.Ε. ενώ έγινε δεκτή γνήσια ένσταση. α Σχ. ή γιατί θέλουν ν' αποτρέψουν την παραγωγή της δυνάμεως του ουσιαστικού δεδικασμένου. σελ. και ανωτ. την προσεπίκληση και την ανακοίνωση21.Ε. 21. τηρείται μερικές φορές. Κύρια παρέμβαση. Βλ. σελ. γ) Παρέμβαση. 10. ως πρωτοβαθμίων δικαστηρίων και των εφετείων. 31˙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μαργαρίτης). ΚΠολΔ 558 (576) Σχ. Βλ. 609 Α. σελ. Διαφέρουν ακόμη. η αναίρεση και κατά το προγενέστερο και κατά το ισχύον αστικό δικονομικό δίκαιο. 94/95˙ ΟλΑΠ 63/1981. αν μπορεί ν' ασκηθεί παρέμβαση και προσεπίκληση ή ανακοίνωση στην αναιρετική δίκη. όταν την αναίρεση ασκεί ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου. δημιουργούν λόγους αναιρέσεως. 20. Δ1981. § 1. όπως εκτίθεται παρακάτω. §§ 288 – 289). ΕλλΔνη 1996. ότι αποτελούν παραβάσεις κανόνων δικαίου. μπορεί όμως ν' ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση. Οι λόγοι αυτοί είναι δύο ειδών και ειδικότερα ή παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή ορισμένες δικονομικές παραβάσεις. ΑΠ 1030/1994. Την άποψη αυτή είχε υιοθετήσει η απόφαση της Ολομέλειας του Α.Ε. κατά το 18. ανωτ. Ανακοίνωση. 106). δηλαδή όσες δικονομικές παραβάσεις αναφέρονται ειδικά και ρητά στο νόμο. όπως ειπώθηκε. 19. Κατά τ' άλλα. είναι έκτακτο ένδικο μέσο. ανωτ. σελ. προσεπίκληση και ανακοίνωση δεν επιτρέπεται στην αναιρετική δίκη. Στη συνέχεια όμως έγινε ομοφώνως δεκτή η αντίθετη άποψη19. Τ.128 § 290 – Αναίρεση στο παρελθόν. 994/995˙ Κ. Προσεπίκληση. ΚΠολΔ Ι. έγινε λόγος στα κεφάλαια για την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση. ενώ κάθε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως. σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας η αναίρεση θα έπρεπε να στρέφεται πάντοτε (και) κατά όλων των (αναγκαίων) ομοδίκων του αναιρεσείοντα18. §§ 288 και 289. σε σχέση με το ζήτημα. οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά από το νόμο. εν μέρει διαφορετική παραπέρα διαδικασία. . Σε σχέση με το ζήτημα. §§ 129 . α) Λόγοι αναιρέσεως κατά οριστικών και τελεσίδικων ή ανεκκλήτων αποφάσεων των πρωτοδικείων. 1043/1976 (Δ8. διαφέρουν όμως μεταξύ τους γιατί. 576 (βλ. Επειδή. Οι λόγοι αυτοί διαφέρουν.ΠολΔ Σ. Γ) Λόγοι αναιρέσεως. ανάλογα με το είδος της προσβαλλόμενης αποφάσεως. κατά ποίου μπορεί και πρέπει ν' απευθύνεται η αναίρεση.Π.133. Πολιτική Δικονομία. ιδιαίτερα από τη νομολογία. επιτρέπεται μόνο για ορισμένους λόγους. μόνο ορισμένες δικονομικές παραβάσεις. αα) Οι επόμενες δικονομικές παραβάσεις συνιστούν λόγους αναιρέσεως. όπως εκτίθεται παρακάτω. Κοινό γνώρισμα και των δύο αυτών κατηγοριών λόγων αναιρέσεως / παραβάσεων είναι. 2118. Μπέης. Περιορισμός των λόγων αναιρέσεως δεν υπάρχει. ισχύουν mutatis mutandis όσα έχουν εκτεθεί20 στην έφεση και στην αναψηλάφηση αντίστοιχα. γιατί σε περίπτωση αποδοχής της μιας από αυτές τις κατηγορίες. Πρβλ. σελ. 25. Ο παραπάνω λόγος στηρίζεται απ' ευθείας σε παράβαση (εσφαλμένη ερμηνεία ή μη προσήκουσα εφαρμογή) των διατάξεων του νόμου που ισχύουν για την εξαίρεση δικαστών κ. Εννοείται. 3 Σχ. ο οποίος επεκτείνει την έννοια της μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστηρίου. Ο δεύτερος λόγος. του οποίου ζητήθηκε και έγινε τυπικά δεκτή η εξαίρεση και διατάχθηκε ν' απέχει αυτός από την εκτέλεση των καθηκόντων του24 ή κατά του οποίου ασκήθηκε αγωγή κακοδικίας. 2-18 και 20 και 19.Ε.§ 290 – Αναίρεση 129 άρθρο 559 (577) αριθμ.Ε. Σε τούτο και μόνο περιορίζεται η εξέταση αυτού του λόγου αναιρέσεως. όχι μόνο όταν μετείχε πρόσωπο. αν δεν προσλήφθηκε για τη συμπλήρωση της συνθέσεως του δικαστηρίου ο νόμιμος αναπληρωτής του δικαστικού λειτουργού που εμποδίστηκε ν' ασκήσει τα καθήκοντά του. 610 αριθ. όταν η απόφαση δεν εκδόθηκε με ομοψηφία. από τότε που δημοσιεύθηκε η απόφαση για την εξαίρεση.Ε.Ε. Αν μετείχαν περισσότεροι δικαστές. ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι ανεφάρμοστος. ο νόμος θεωρεί ότι είναι ενδεχόμενο να προκύψουν υπόνοιες.ΠολΔ Σ. το κώλυμα υπάρχει.ΠολΔ Σ. 20 και κατά κάποια γνώμη και αριθμ. αλλά δικαστής. Μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου. 2. 3 Α. 2-18. το οποίο δεν είχε την ιδιότητα του δικαστή ή δεν αποτελούσε μέλος του δικαστηρίου που δίκασε. 1) Αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής. 24.Ε. 1922. αν και ο δικαστής αυτός. 26. Μολονότι δεν αναγράφεται ειδικός (επώνυμος) λόγος εξαιρέσεως για την περίπτωση αυτή. Σχ. η οποία γεννά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υπάρχει. 577 αριθ. στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και για ενέργειες που ανάγονται στην ίδια δίκη. του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου ασκήθηκε αγωγή κακοδικίας.λπ. χωρίς ν' αρκούν ωστόσο άλλες προπαρασκευαστικές διατυπώσεις25. . 2 Α. ή αν δεν μετείχε ως γραμματέας (ο) αρμόδιος υπάλληλος της γραμματείας. Επειδή στον ΚΠολΔ δεν υπάρχει ειδική διάταξη. 577 εδ. Από τη φύση των πραγμάτων προκύπτει. όχι απλώς εξαιρέσιμος κατά το νόμο. ότι η αγωγή κακοδικίας ασκήθηκε από κάποιον διάδικο της δίκης. 2 Σχ. εκτός αν κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η χωρίς γραμματέα δικαστική ενέργεια και διεξαγωγή της δίκης. 610 αριθ. 3. 610 εδ. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. 2) Αν το δικαστήριο απέρριψε αίτηση για εξαίρεση δικαστή. αν την αίτηση εξαιρέσεως δίκασε ο Άρειος Πάγος. 577 αρ.ΠολΔ Σ. 22. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ.Ε. όπως στο προγενέστερο δίκαιο. ότι ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός δεν έκρινε ανεπηρέαστα. 23. ΠολΔ Σ. σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση. αλλά και όταν έλαβαν μέρος λιγότεροι23 δικαστές από όσους απαιτεί ο νόμος. 2-17 Α. 3 Σχ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως.Ε. από όσους ο νόμος απαιτεί. 610 αριθ. συντρέχει όταν μετείχε δικαστής. έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί26. γιατί και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για την ορθή ή μη εφαρμογή των όσων ορίζει το 27. όταν κάποιο πολιτικό δικαστήριο δικάζει υπόθεση που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ ή τακτικών πολιτικών δικαστηρίων). ότι το ίδιο είναι καθ’ ύλη αρμόδιο ή αναρμόδιο. 577 αριθ. όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (εφετείο ή πολυμελές πρωτοδικείο) δέχθηκε εσφαλμένα.Ε. ότι ο πρώτος από τους παραπάνω λόγους μπορεί να προβληθεί. ή κατά την εκδίκαση υποθέσεως. σύμφωνα με την άποψη αυτή. όπως καθορίζεται από το ισχύον Σύνταγμα και από τα άρθρα 1-4 ΚΠολΔ κ. 4. ΠολΔ Σ. 610 αριθ. Το γράμμα του νόμου μπορεί να θεωρηθεί. 4 Α. υπάρχει ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Ο πρώτος από τους δύο αυτούς λόγους αναγνωρίζεται μόνο σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων για την καθ' ύλην αρμοδιότητα. με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 (στις προβλεπόμενες περιπτώσεις του οποίου δεν επιτρέπεται ν' ασκηθεί αναίρεση) ή αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρ.χ. στις οποίες το άρθρο 47 αποκλείει για ορισμένες από τις παραβάσεις αυτές την προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσο. 5. παραπέμφθηκε η υπόθεση28. όχι όμως όταν προβάλλεται και αποδεικνύεται.27. 5. που δεν περιλαμβάνονται στη δικαιοδοσία του. 4) Αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε. ότι παρέχει επιχείρημα (και) υπέρ της απόψεως αυτής. ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. 577 αριθ. που είχε εκδικάσει αρχικά την υπόθεση. 610 αριθ. Έτσι. ότι το δικαστήριο που έκρινε κατ' έφεση δέχτηκε εσφαλμένα. Α.§ 290 – Αναίρεση 130 3) Αν το δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. όμως αν αυτή ανταποκρίνεται στο πνεύμα και το αληθινό νόημα της σχετικής διατάξεως. από την απόφαση αυτή που παραπέμπει. ή προχωρά στην εξέταση και τη λύση ζητημάτων που κείνται έξω από αυτή. η οποία υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια. την παραπομπή και τη δέσμευση του δικαστηρίου.Ε. Είναι αμφίβολο. Ο δεύτερος από τους παραπάνω λόγους στηρίζεται στην παράβαση των διατάξεων του άρθρ. όταν το δικαστήριο που εξέδοσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη τις διατάξεις του ισχύοντος δικαίου για την καθ' ύλην αρμοδιότητα όσον αφορά τη δική του αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα και όχι άλλου δικαστηρίου. Σχετικά με το λόγο αυτό αναιρέσεως έχει γίνει δεκτό. π. στο οποίο.Ε.ΠολΔ Σ. ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο ή αναρμόδιο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (πρωτοδικείο ή ειρηνοδικείο). Σχ.λπ. 28. Σχ. 46 από το δικαστήριο. προβαίνει σε ενέργειες ή κρίσεις. Τέτοια περίπτωση συντρέχει. με εξαίρεση τις περιπτώσεις. στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση.Ε. 4. 46 ΚΠολΔ σε σχέση με τις συνέπειες της διαπιστώσεως της αναρμοδιότητας. 5. . ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. σύμφωνα με τ' άρθρα 159-161 (161-163) ΚΠολΔ. κατά παράβαση άλλων διατάξεων του νόμου. 5..Ε. των οποίων η παράβαση δημιουργεί. 6. χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες 29. Το ίδιο ισχύει.χ. 32. χωρίς να εκδοθεί απόφαση που να την επιτρέπει ή επετράπη μια τέτοια συζήτηση. ΠολΔ του 1834 άρθρ. Ο παραπάνω λόγος υπάρχει. π. Σχ. 159 (161) ΚΠολΔ. απαιτείται να έχει λάβει χώρα παράβαση του νόμου. όπως ρητά όριζε το προγενέστερο δίκαιο32. όχι όμως και στην αντίστροφη περίπτωση. 33. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. 577 αριθ. 3/1991 (ΕλλΔνη. σελ. δηλαδή σ' εκείνη. αλλά είναι απαραίτητο από την παράβαση αυτή να επήλθε ακυρότητα.λπ. Δεν αρκεί δηλαδή. αν πραγματοποιήθηκε συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών. Όλα αυτά πρέπει να προβάλλονται με το λόγο αναιρέσεως και ν' αποδεικνύονται με το αποδεικτικό υλικό που τίθεται στην κρίση του Αρείου Πάγου. 807 αριθ. τ. 30. Π. Α. κατά την οποία ένας από τους διαδίκους δικαστηκε κατ' αντιμωλίαν. Κατά την κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα του παραπάνω λόγου αναιρέσεως. λόγους για την απαγγελία δικονομικής ακυρότητας31. Βλ. ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει μόνο όταν ανακύπτει αναρμοδιότητα του εφετείου και όχι του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (έστω και αν το εφετείο απέρριψε αντίστοιχο λόγο εφέσεως) βλ. Εννοούνται πάντως οι διατάξεις εκείνες. 6. . 6. πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψη και να εφαρμόζονται με τρόπο συνδυαστικό οι ρυθμίσεις που θεσπίζει το ισχύον δίκαιο για τις επιδόσεις και τις δικονομικές ακυρότητες. αν (παρά το νόμο) έλαβε χώρα δίκη ερήμην και σε βάρος ενός από τους διαδίκους. 577 αριθ. ενώ δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή προσηκόντως ο διάδικος. και Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα (-Μαργαρίτη). η οποία απαγγέλθηκε ή μπορεί ν' απαγγελθεί.§ 290 – Αναίρεση 131 ισχύον δίκαιο σε σχέση με την καθ' ύλην αρμοδιότητα29. ανωτ. 5) Αν παρά το νόμο και ιδιαίτερα παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις εκδικάστηκε η υπόθεση ερήμην κάποιου διαδίκου30. 1012. Εξάλλου. ότι παραβιάστηκαν μία ή περισσότερες από τις διατάξεις για την επίδοση. ΚΠολΔ Ι.Π. ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται γι' αυτό και έπρεπε να γίνει η συζήτηση ερήμην του. Π. 7.χ.Ε. 7 Α. 610 αριθ. δικάστηκε παρά ταύτα ερήμην. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. αλλά πρέπει αυτή η παρατυπία να καθιστά σύμφωνα με το άρθρ. 748) σε περίπτωση που έχει προσβληθεί απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.χ. ΠολΔ Σ. αν το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ερημοδικία. Ι § 159. άκυρη την επίδοση και συνεπώς και την ερημοδικία. 7 Σχ. 610 αριθ. 31. σελ. Ενδεικτικά αναφέρονται οι διατάξεις οι σχετικές με την επίδοση. 1991. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Α. Δεν αρκεί όμως μόνο παρατυπία σε σχέση με την επίδοση της κλήσεως κ. ΠολΔ Σ. 6) Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας33. εκείνων για τις δικονομικές προθεσμίες.Ε.Ε. στο κύρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κ. στο βαθμό που αποδεικνύονται αληθινοί να οδηγούν στην ολική ή μερική παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού. Το ζήτημα. βασίζεται στην παράβαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και της προσβολής του δικαιώματος της υπερασπίσεως. Με τον όρο «πράγματα» εννοούνται πραγματικά γεγονότα και αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί. Με τον όρο «πράγματα» δεν εννοούνται αρνήσεις πραγματικών ισχυρισμών. όχι όμως αυτοτελείς. όπως επίσης πολύ περισσότερο δεν εννοούνται με τον ως άνω όρο «πράγματα» νομικά και πραγματικά επιχειρήματα. δεν πληροί τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτού του λόγου αναιρέσεως.λπ. βρίσκει δε περαιτέρω βασικότερο έρεισμα στο άρθρ. Εξάλλου είναι απαραίτητο να ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. αν οι κρίσιμοι για την εφαρμογή της διατάξεως αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων. στο παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου. ότι οι ως άνω αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί προβλήθηκαν εγκαίρως και προσηκόντως και είναι επαρκώς ορισμένοι από νομικής και ουσιαστικής πλευράς. . Ο δεύτερος λόγος. ή (της) αιτήσεως (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης / δικαστικής προστασίας ή (της) αιτήσεως που να ανάγεται στην πορεία της διαδικασίας ή στην κατεύθυνση αυτής. Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη. 8 Α. που το δικαστήριο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη.Ε. 14 του άρθρ. ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης35. οι οποίες αν δεν εξετασθούν. στην διεξαγωγή αποδείξεως ή στα μέσα αυτής. Βλ. οι οποίες είναι μεν πραγματικοί ισχυρισμοί. 559 (577) ΚΠολΔ 7) Αν το δικαστήριο. 577 αριθ. στις οποίες αυτή επιβαλλόταν. συντρέχει άλλος και μάλιστα ο επόμενος λόγος αναιρέσεως. δεν έχει σημασία. ο οποίος αναγνωρίζεται στην ανάθεση από την προηγούμενη περίπτωση. αν από την παράβαση αυτή δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαδικασίας και με το να μην απαγγελθεί αυτή μπορεί να υπάρχει λόγος αναιρέσεως με βάση τη διάταξη του άρθρ. 35. τ. με την έννοια που έχει εκτεθεί. έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν. ανωτ.§ 290 – Αναίρεση 132 προϋποθέσεις. 8 Σχ. Είναι διαφορετικό το ζήτημα. αν τα πραγματικά γεγονότα. όχι όμως και αιτήσεις για παροχή προστασίας ή διαδικαστικές αιτήσεις. Η μη τήρηση ή μη εφαρμογή της μυστικότητας της διαδικασίας σε περιπτώσεις. παρά το νόμο. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. σύμφωνα με το νόμο. Ο πρώτος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του κατά βάση κρατούντος συστήματος της συζητήσεως. Αρκεί το γεγονός.Ε. 610 αριθ.ΠολΔ Σ. Ι § 141. 20 του ισχύοντος Συντάγματος. για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω34. 8. δηλαδή. έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. κρίνεται με βάση τον κανόνα δικαίου (κυρίως ουσιαστικού και μερικές φορές δικονομικού) που πρέ34. Και όταν «δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά».000 ευρώ λόγω δανείου. όταν απορρίφθηκε κάποιος ουσιώδης ισχυρισμός ως αναληθής.Ε. 38.000 ευρώ. ο οποίος αναγνωρίζεται. γίνονται δεκτά ως αληθινά. ίσως ακόμη και διαδικαστικής φύσεως. που ασκήθηκαν κατ' αντικειμενική σώρρευση και έχουν διαφορετικά αιτήματα. 9) Αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα. π. επιδικάστηκαν τελικά 150. 10. Οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως θεμελιώνονται. Ο πρώτος. εφόσον αποτελούν ουσιώδη προϋπόθεση για την ολική ή μερική παραδοχή της αιτήσεως για την παροχή έννομης προστασίας. Από τις παραβάσεις αυτές. όταν επιδικάστηκαν τόκοι ή καρποί. 10 Α. ενώ η τρίτη στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. 9 Σχ.χ.Ε. ή εχουν άμεση επίδραση στην παραδοχή ή απόρριψή της. 577 αριθ.§ 290 – Αναίρεση 133 πει κάθε φορά να εφαρμοστεί. χωρίς να ζητηθούν. όπως προαναφέρθηκε. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. σύμφωνα με το οποίο ο δικαστής αποφαίνεται με βάση τα όσα προτάθηκαν και αποδείχθηκαν. 9 Α. 610 αριθ. . ενώ ζητήθηκαν από τον ενάγοντα 100. στηρίζεται σε παράβαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και στην προσβολή του δικαιώματος της υπερα36. οι οποίες στο προϊσχύον δίκαιο παρήγαγαν λόγο αναψηλαφίσεως. 10 Σχ. 8) Αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα (από όσα ζητήθηκαν) ή άφησε αίτηση αδίκαστη36. 37.Ε. χωρίς απόδειξη. 610 αριθ. όταν ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνιστούν ή θεμελιώνουν αυτοτελώς πραγματικούς ισχυρισμούς ή αιτήσεις με τις έννοιες που παραπάνω εκτέθηκαν. Ο δεύτερος λόγος. ή όταν. Η πριν από το νόμο 2915/2001 ρύθμιση θέσπιζε το λόγο αυτό αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα κλπ. χωρίς απόδειξη38. δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια για την επίτευξη έννομης προστασίας και υπερασπίσεως. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. οι δύο πρώτες ανάγονται στο σύστημα της συζητήσεως.ΠολΔ Σ. 577 αριθ. Απαιτείται εξάλλου ο σχετικός πραγματικός ισχυρισμός να έχει ληφθεί υπ' όψη και να επέδρασε στην πορεία της διαδικασίας και στη διάγνωση της υποθέσεως και η σχετική διάταξη να έχει περιληφθεί στην απόφαση ή αντίστροφα να μην εξετάστηκε με την έννοια και κατά την ένταση που προτεινόταν. όχι όμως και η άλλη. στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος της συζητήσεως. που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη37. 9. καθώς και στο συνταγματικά κατοχυρωμένο με την ισχύουσα σήμερα διάταξη του άρθρου 20 του Συντάγματος.ΠολΔ Σ. Στο προγενέστερο δίκαιο υπήρχε αμφισβήτηση σε σχέση με την έννοια της διατάξεως αυτής. ο οποίος θεμελιώνεται. Οι λόγοι αυτοί αποτελούν συμπλήρωμα των παραπάνω αναφερόμενων. Ο τρίτος από τους παραπάνω λόγους μπορεί να προταθεί. Με τον όρο «αιτήσεις» νοούνται δηλώσεις ή προτάσεις για παροχή έννομης προστασίας. ή κύριες ή παρεμπίπτουσες.Ε. όταν από τις δύο αγωγές. εξετάστηκε μόνο η μία. . στις οποίες προβλέπεται ειδικά στο νόμο να λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις. τις οποίες ο διάδικος νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε. 39. 577 αριθ. 11 Σχ. το οποίο δεν επιτρέπεται με κανένα τρόπο από το νόμο. αλλά ή δεν προσάγονται καθόλου ή προσάγονται κατά παράβαση των εκτεθέντων κανόνων για τη διεξαγωγή της αποδείξεως. 20 του Συντάγματος) αναγνωρισμένου δικαιώματος – στο οποίο και περιλαμβάνεται και το δικαίωμα αποδείξεως – της προσφυγής στα δικαστήρια για την επίτευξη έννομης δικαστικής προστασίας κ. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς θεμελιώνεται σε κάθε περίπτωση που χρησιμοποιείται αποδεικτικό μέσο. Ο δεύτερος από τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως θεμελιώνεται.χ.Ε. παραπονείται ο αντίδικος εκείνου που πρότεινε τον πραγματικό ισχυρισμό ή εκείνου. Στη δεύτερη περίπτωση το παράπονο διατυπώνει ο διάδικος που πρότεινε τον πραγματικό ισχυρισμό. Ο τρίτος από τους παραπάνω λόγους θεμελιώνεται. όπως τροποποιήθηκε. όταν το δικαστήριο παραβαίνοντας την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και προσβάλλοντας το δικαίωμα της υπερασπίσεως δεν λαμβάνει υπόψη αποδείξεις για ουσιώδη γεγονότα. ενώ σε άλλες περιπτώσεις. στις οποίες κατά το νόμο επιτρέπεται ή επιβάλλεται προαπόδειξη. ή εκείνες των μαρτυρικών καταθέσεων που γίνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου χωρίς δικαστική επιταγή. Α.Ε. Έτσι σε ορισμένες περιπτώσεις αρκείται στη μνεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Σχετικά με την εκτίμηση της συνδρομής των προϋποθέσεων του παραδεκτού και της βασιμότητας του λόγου αυτού της αναιρέσεως η νομολογία του Αρείου Πάγου κυμαίνεται. Εξαιρούνται βέβαια εκείνες οι περιπτώσεις. ανώτατο όριο επετράπη η απόδειξη με μάρτυρες. Στην πρώτη περίπτωση. Ο πρώτος από τους παραπάνω λόγους θεμελιώνεται ακόμα. ότι έχουν ληφθεί υπόψη «όλες οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν».§ 290 – Αναίρεση 134 σπίσεως και τελικά του παραπάνω αναφερόμενου και συνταγματικά (στο άρθρ. π. προς όφελος του οποίου έχει ληφθεί υπ' όψη κάποιο πραγματικό γεγονός. όταν χρησιμοποιείται αποδεικτικό μέσο που επιτρέπεται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές. 10) Αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν39. εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις. 11.λπ. ενώ δεν επιτρέπονται μάρτυρες.χ. . ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. μολονότι η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερέβαινε το καθορισμένο από τον ΚΠολΔ.ΠολΔ Σ. π. Π. διεξάγονται αποδείξεις χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση που να τις διατάζει. δέχεται ότι. λαμβάνονται υπ' όψη δικαστικά τεκμήρια. όταν λαμβάνονται υπόψη αποδείξεις που επιτρέπονται μεν.χ. σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο σχετικό παραπάνω κεφάλαιο41.ΠολΔ Σ.Ε. ότι αυτές θεωρούνται επαρκείς.Ε. για τα οποία ισχύει το σύστημα της θεωρίας των αποδείξεων. άρθρ. 12 Σχ. 12 Α. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. § 275. Ο ΚΠολΔ δεν περιέλαβε και υπό τη διατύπωσή του. Πρβλ. Ο λόγος αυτός έχει πρακτική σημασία.χ. 610 αριθ. 2915/2001 τη διάταξη αυτή ενόψει της μεταβολής του συστήματος της επαγωγής κ. όταν το βάρος της αποδείξεως επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. αναγνώριζε ως λόγο αναιρέσεως και τη μη επιβολή νόμιμα επαχθέντος ή αντεπαχθέντος όρκου.§ 290 – Αναίρεση 135 παρά τη γενική αυτή έκφραση. 610 αριθ. ανεξάρτητα από ποιόν διάδικο προσκομίστηκαν. Στην πραγματικότητα. εφόσον μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. 577 αριθ. ο αντίδικος απαλλάσσεται». 11) Αν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει (ερμηνεύει εσφαλμένα και δεν εφαρμόζει προσηκόντως) τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως42. αν έχει ληφθεί υπόψη και έχει εκτιμηθεί κάποιο συγκεκριμένο και ορισμένο αποδεικτικό μέσο. για την οποία γίνεται λόγος παραπάνω40. υπάρχουν κάποια. στις οποίες. γιατί η παράλειψη αυτή αποτελεί ειδική εμφάνιση της μη λήψεως υπόψη νόμιμα επικληθέντος (και προσαχθέντος) αποδεικτικού μέσου. η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της αποδείξεως δεν έχει πρακτική σημασία (αφού λείπει το έννομο συμφέρον). κατ' εφαρμογή του κανόνα. αν έχουν προσαχθεί επαρκείς αποδείξεις. αν ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ή δεν έχει ληφθεί υπόψη λόγω ελλείψεως αποδείξεων. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. . ενώ κατά το νόμο δεν το έφερε αυτός.Ε. § 275. Βλ. 13 Α. 9 της ΠολΔ. 13 Α. και εκτιμήθηκε. 12. δικαστική ομολογία. 43. Ο λόγος αυτός συντρέχει. πριν από το Ν. 41. 13 Σχ.Ε. Η αντίστοιχη διάταξη του προγενέστερου δικαίου. του όρκου και της αποδεικτικής δυνάμεως του επακτού όρκου. 577 αριθ. τουλάχιστον στις περιπτώσεις εκείνες. ανωτ. και σε κάθε περίπτωση. 13.Ε. 610 αριθ. Η προσθήκη διαγράφηκε με το ν. 13.δ.ΠολΔ Σ. Σύμφωνα με το πνεύμα της διατάξεως αυτής43 η εσφαλμένη κατανομή του βάρους της αποδείξεως αποτελεί λόγο αναιρέσεως. σύμφωνα με τον οποίο «όταν δεν αποδεικνύει αυτός που φέρει το βάρος της αποδείξεως. π. ανωτ. είναι υποχρεωτική η επιβολή του παραπάνω όρκου. Ρητά όριζε αυτό ο ΚΠολΔ με την αρχική του διατύπωση και το Σχ. δημόσια ή 40. που χρησιμοποιήθηκαν. 42. Ήδη μετά την κατάργηση του επακτού όρκου (διαδίκου) ως αποδεικτικού μέσου τέτοιο ζήτημα δεν ανακύπτει. ή λόγω του ότι οι αποδείξεις δεν ήταν επαρκείς. 577 αριθ.Ε. 12) Αν το δικαστήριο παραβιάζει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων44. 44.ΠολΔ Σ. «γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες» από το σύνολο των αιτιολογιών. 958/1971.λπ. 807 αριθ. ή απέρριψε κάποιον ισχυρισμό ως απαράδεκτο. παρά το νόμο. ο δε όρος «απαράδεκτο» αναφέρεται στο δικονομικό απαράδεκτο47. π. Παλαιότερα η νομολογία είχε δεχθεί την αντίθετη (την εκτιθέμενη στο κείμενο) άποψη.Ε. εμμέσως πλην σαφώς. κατά το προϊσχύσαν δίκαιο του όρκου – ή αντιθέτως δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εκπτώσεως από τις προθεσμίες διεξαγωγής ή προσαγωγής αποδείξεων κ. ότι προσδίδεται σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο ορισμένη αποδεικτική δύναμη.. όταν το δικαστήριο κήρυξε άκυρη επίδοση. Ο Άρειος Πάγος δεχόταν κατά το προγενέστερο δίκαιο – όχι ορθά κατά τη γνώμη που είχε διατυπώσει ο Γ. παραβιάζονται. 48. 577 αριθ.λπ. για κάποια από τα οποία ισχύει το σύστημα των νομικών αποδείξεων. 14 Α.161. Έτσι. ή ότι από την παράβαση επήλθε στον προτείνοντα διάδικο βλάβη. 45. Ι §§ 159 . σε πολλές περιπτώσεις οι ορισμοί του ισχύοντος δικαίου.χ. τ. τότε θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. 14 Σχ.λπ. Με τον όρο «ακυρότητα» εννοείται στην προκειμένη περίπτωση η δικονομική ακυρότητα.χ. ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο. όταν π. 47. όταν δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. η οποία προβλέπεται στο νόμο. 610 αριθ. . Πρβλ.136 § 290 – Αναίρεση αναγνωρισμένα ιδιωτικά έγγραφα κ. 46.χ. την οποία προσδίδουν αυτοί στο κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο. ότι ο επακτός όρκος που δόθηκε – πριν την κατάργησή του με το Ν. η οποία υποστηρίζεται και στην επιστήμη. Ι § 159. 14. και για τις δυο αυτές έννοιες ανωτ. 2915/2001 – ή η δικαστική ομολογία δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη κ. που προβλέπονται ειδικά στο άρθρ. 159 (161) ΚΠολΔ και που αναφέρονται παραπάνω48. Βλ. αναγράφεται στην απόφαση. Ράμμος – ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως θεμελιώνεται μόνο. μολονότι ήταν από αυτούς που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης ή κήρυξε κάποιον από τους διαδίκους έκπτωτο από το δικαίωμά του – της δόσεως λ. Αν το δικαστήριο απαγγείλει ή δεν κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο. επειδή προτάθηκε καθυστερημένα. χωρίς να δέχεται. αλλά σύμφωνα με όσα το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει.χ. 13) Αν το δικαστήριο. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ.Ε. έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο46. ή εκτιμούνται συλλογικά περισσότερα αποδεικτικά μέσα. Αντίθετα. τ. σύμφωνα με την ίδια άποψη. Θ. ανωτ. ενώ τα υπόλοιπα υπάγονται στο σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων. ΠολΔ Σ. ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις. όμως. δημόσια έγγραφα και μάρτυρες ή δικαστικά τεκμήρια45. δεν υπάρχει αυτός ο λόγος αναιρέσεως. όταν ρητά αναφέρεται. η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο. για το οποίο ισχύει το σύστημα της θεωρίας των αποδείξεων. επειδή έγινε κατά παράβαση του νόμου.λπ. κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα. σχετικά με τη δύναμη. Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως συντρέχει λ. . 55. ο οποίος έχει παραπάνω αναπτυχθεί. Βλ. χωρίς να έχει ασκηθεί και να έχει γίνει δεκτό κάποιο νόμιμα επιτρεπόμενο ένδικο μέσο. κατά παράβαση του νόμου. κατωτ. Η ισχύς του δεδικασμένου μπορεί να προέρχεται ή να προβάλλεται. 53. αυτεπάγγελτα ή με πρόταση ενός από τους διαδίκους. 15. 54. 610 αριθ. Για το ζήτημα του χαρακτηρισμού αποφάσεως ως οριστικής κ.§ 290 – Αναίρεση 137 14) Αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση49. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως γεννιέται κυρίως. όταν ανακλήθηκε οριστική (ή κατ’ άλλη διατύπωση τελειωτική) απόφαση παρά το νόμο. 16 Σχ. όμως.Ε. ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου. 51. και όταν το δεδικασμένο έχει ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. 17 Σχ. 16. στην οποία στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 16) Αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις55. Βλ.Ε. στοιχ.ΠολΔ Σ. 19 του άρθρ. τ. μπορεί να θεμελιώνεται λόγος αναψηλαφήσεως54. 52. Ι § 201. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. αν επιτρέπεται και σε ποια έκταση ο ακυρωτικός έλεγχος. 17) Αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική 49. § 289. 577 αριθ.Ε. ανωτ. § 289. Από τη διατύπωση της σχετικής διατάξεως προκύπτει σαφώς. 140. Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως. VIII. είναι ενδιαφέρον το ζήτημα.λπ.Ε. Κατά κανόνα. σελ. 577 αριθ.ΠολΔ Σ. Η αντίφαση (των) αιτιολογιών μπορεί ενδεχομένως να στηρίζει άλλο λόγο αναιρέσεως και μάλιστα αυτόν που προβλέπεται στον αριθ. να συντρέξει περίπτωση δημιουργίας του ίδιου λόγου. 17 Α.Ε. 56. προϋπόθεση της εφαρμογής αυτού του λόγου είναι ότι προτάθηκε η ένσταση του δεδικασμένου και ότι έγινε δεκτή ή ότι απορρίφθηκε. 15) Αν το δικαστήριο. Ο λόγος αυτός θεσπίζεται. ζήτημα το οποίο αποτελεί ειδική μορφή του παρακάτω εξεταζόμενου γενικότερου προβλήματος σχετικά με τον παραπάνω έλεγχο53. Αν δεν εξετασθεί. 50. Δεν αποκλείεται. ανωτ. 16 Α.ΠολΔ Σ.Ε. γίνεται λόγος παραπάνω50. ότι νοείται η ανάκληση από το ίδιο ή άλλο δικαστήριο. 577 αριθ. ότι πηγάζει από απόφαση του ίδιου ή άλλου πολιτικού. επειδή από την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων εμποδίζεται η παραγωγή και η ανάπτυξη των συνεπειών της αποφάσεως (του ουσιαστικού δεδικασμένου. 610 αριθ. 559 (577) ΚΠολΔ56. το ζήτημα της ισχύος του ουσιαστικού δεδικασμένου και ανατραπεί η αρχική απόφαση. Βλ. της εκτελεστότητας κ.). Σχετικά με την εξέταση και την παραδοχή του λόγου αυτού. Βλ. ανωτ. δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη51. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ.λπ. κατωτ. Είναι ενδεχόμενο όμως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αντίστοιχου και συναφούς λόγου αναψηλαφήσεως52. 15 Α. Πρβλ. 610 αριθ. 17. 15 Σχ. το άρθρ. . όπως οριζόταν αρχικά στον ΚΠολΔ. ανεξάρτητα αν το έγγραφο αυτό είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το μοναδικό αποδεικτικό μέσο που τέθηκε υπόψη του δικαστή και χρησιμοποιήθηκε 57. 580 (598) ΚΠολΔ. ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Από τη διατύπωση της σχετικής διατάξεως προκύπτει. καταθέσεις μαρτύρων. μπορεί να προβληθεί με την παραπάνω διεύρυνση και σ' όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ο πιο πάνω αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως.Ε. 577 αριθ. 577 αριθ. και να έχει συνταχθεί από ημεδαπό ή αλλοδαπό υπάλληλο ή από ημεδαπή ή αλλοδαπή αρχή. ότι σε περίπτωση αναιρέσεως για δικονομικούς λόγους μπορεί να παραπεμφθεί η υπόθεση σε δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές με εκείνο που εξέδοσε την απόφαση που αναιρέθηκε. όταν κάποιο διαδικαστικό έγγραφο χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό μέσο κάποιου ισχυρισμού κ. αν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο.ΠολΔ Α. 18) Αν το δικαστήριο (της ουσίας) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό58. όπως αναπτύσσεται παρακάτω. όταν πρόκειται για έγγραφο που λαμβάνεται υπόψη και συνάγεται από αυτό αποδεικτικό υλικό και όχι για οποιοδήποτε από τα κάθε φορά επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. γνώμη πραγματογνωμόνων κ. 20. αν (δικαστήριο) παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού μέσου με το να δεχθεί πόρισμα προφανώς διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από αυτό σε σχέση με την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών γεγονότων. όταν γίνεται χρήση του εγγράφου για τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου. Αν το δικαστήριο αυτό της παραπομπής δεν συμμορφωθεί με την αναιρετική απόφαση. Με το ν. στην προκειμένη περίπτωση το αποδεικτικό έγγραφο. μόνο όταν το δικαστήριο. 610 Α. ότι υπάρχει λόγος αναιρέσεως. π. 18 Σχ. Οι προϋποθέσεις του παραπάνω λόγου υφίστανται. Συνεπώς δεν περιλαμβάνονται κατ' αρχήν τα διαδικαστικά έγγραφα. Ο λόγος αυτός συντρέχει. όταν το γραπτό κείμενο αποδίδει απλά το περιεχόμενο άλλου αποδεικτικού μέσου. 58.λπ. Ο λόγος αυτός συνέτρεχε αρχικά. 490/1974 τροποποιήθηκε. Αλλιώς όμως έχει το πράγμα. ως αρμόδιο για να τη δικάσει. όταν το έγγραφο χρησιμοποιείται για άμεση απόδειξη.Ε.Ε.λπ. δεν δεχόταν την άποψη που υιοθέτησε η αναιρετική απόφαση σχετικά με την αρμοδιότητα και την παραπομπή. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. Εννοείται.δ. Με τον όρο «έγγραφο» νοείται. 18. ότι η παραμόρφωση του περιεχομένου κάποιου εγγράφου δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως. επομένως. 20 Σχ. Είναι αμφίβολο το ζήτημα. Το έγγραφο μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό μιας και ο νόμος δεν αναφέρει κάποιο περιορισμό. στο οποίο παραπεμπόταν η υπόθεση μετά την αναίρεση.ΠολΔ Σ. ΚΠολΔ 59 (557) αριθ. δηλαδή δεν υιοθετήσει ή δεν ακολουθήσει τη λύση που έδωσε το αναιρετικό τμήμα του Αρείου Πάγου για το συγκεκριμένο δικονομικό θέμα.138 § 290 – Αναίρεση απόφαση57. Ο ΚΠολΔ με την αρχική του διατύπωση όριζε. και προβλέπεται.χ. αλλά απαιτείται. κατά την αναφερθείσα διάταξη. κι αφ' ετέρου δεν ανταποκρίνεται στη λογική ερμηνεία της σχετικής διατάξεως. την οποία υιοθετεί σχεδόν πάγια η νομολογία του Αρείου Πάγου. ενώ καμία τέτοια προσθήκη δεν υπάρχει ή ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε για την πώληση κάποιου πράγματος ή το μίσθωμα που ορίστηκε ανέρχεται σε ευρώ 10. αν συντρέχει πράγματι περίπτωση έκδηλης πλάνης ή παραδρομής ή αν πρόκειται για γραφικό λάθος. Όπως συνάγεται από το γράμμα του νόμου και από όσα ήδη εκτέθηκαν. Εξ άλλου ο ειδικότερος προσδιορισμός και καθορισμός των προϋποθέσεων και των ορίων της εκτάσεως και της εφαρμογής του προαναφερόμενου λόγου συνδέεται σε πολλά σημεία με το πρόβλημα αφ' ενός της διαγραφής των πλαισίων του ελέγχου του Άρειου Πάγου για την κρίση των διαφόρων θεμάτων και ζητημάτων από τα δικαστήρια της ουσίας και αφ' ετέρου με τη . η παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου να επηρέασε την εκτίμηση αυτών και να οδήγησε τελικά σε πρόδηλα εσφαλμένο πόρισμα. παραμόρφωση αυτού. ότι με τον εξεταζόμενο λόγο διασπάται εν μέρει ο κανόνας του «ανέλεγκτου της εκτιμήσεως των πραγματικών γεγονότων και των αποδείξεων». Η πρώτη εκδοχή. εξέταση του θέματος οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. ή αν υπάρχουν και άλλα αποδεικτικά μέσα. αν τα δικαστήρια της ουσίας πραγματικά λαμβάνουν ή δεν λαμβάνουν υπόψη αποδείξεις που έχουν τεθεί στην εκτίμηση του δικαστή. όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε. Υποστηρίζεται περαιτέρω. ενώ το έγγραφο αναφέρει ευρώ 50. Π.λπ. Εκτός των άλλων περιορίζει αυτή (η εκδοχή) σημαντικά το πλαίσιο της εφαρμογής του παραπάνω λόγου και ματαιώνει ουσιαστικά το σκοπό που επιδιώκεται με την αναγραφή του στο νόμο. για τον οποίο γίνεται λόγος παρακάτω. Εξάλλου. χωρίς να εκτίθεται και να αιτιολογείται επαρκώς. έρεισμα στο νόμο. περιστατικά. όπως λ. το δικαστήριο της ουσίας δέχεται. γιατί δεν αποκλείεται. Η κατά βάθος. στα σχετικά με την παραπομπή μετά την αναίρεση. σαν να επρόκειτο για σφάλμα σχετικό με την ερμηνεία και την εφαρμογή κανόνα (του) ουσιαστικού δικαίου. Παρ' όλα αυτά ο ΚΠολΔ σε ορισμένα σημεία. παρά την ύπαρξη και άλλων αποδείξεων. δεν αρκεί απλά η συνήθως εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου. το περιεχόμενο ή το υλικό των οποίων συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας.χ. αφ' ενός δεν βρίσκει.. η οποία υπάρχει.000. τα οποία είναι προφανώς διαφορετικά από εκείνα που περιέχονται στο έγγραφο. όμως. τουλάχιστον άμεσα. οι οποίοι καθορίζουν τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ελέγχεται με ακρίβεια. Μπορεί μερικές φορές να συντρέχει παράβαση των κανόνων. προβαίνει σε ρυθμίσεις.000 ή αντίστροφα. ότι στο έγγραφο γίνεται λόγος για δήλωση υπό προθεσμία ή αίρεση. ως μνημονευόμενα στο περιεχόμενο του εγγράφου.§ 290 – Αναίρεση 139 από αυτόν για τη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού κ. αλλ' αυτό δεν είναι απαραίτητο για τον εξεταζόμενο λόγο.χ. ο παραπάνω λόγος στηρίζεται σε δικονομική παράβαση. 140 § 290 – Αναίρεση διάκριση μεταξύ νομικού και πραγματικού ζητήματος. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. και αφ' ετέρου οι δικονομικοί κανόνες. ανεξάρτητα από τον τύπο.χ. Σε συμβάσεις του Κράτους. οι οποίες αφορούν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. των οποίων η εξέταση γίνεται παρακάτω59. λόγο αναιρέσεως. πριν από κάποιο διάστημα το αντίθετο. 1 του άρθρ. 1 Α. δεν ήταν να περιλάβει και αυτούς τους κανόνες. 2) Με τον όρο «κανόνας ουσιαστικού δικαίου» νοείται πρώτα από όλα «ουσιαστικός νόμος». 577 αριθ. αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. ωστόσο. Ανεξάρτητα από την ορθότητα της απόψεως αυτής γενικά. Επομένως. αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. 1 Σχ. 60. Η παράβαση διατάξεων διεθνών συνθηκών υπάγεται στην προαναφερθείσα διάταξη. . λόγο αναιρέσεως αποτελεί η μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων εκείνων. εφόσον αυτές περιέχουν κανόνες δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς60. 1. η πρόθεση του συντάκτη της διατάξεως του αριθ. ή απλού εκτελεστικού διατάγματος. εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. 1) Κατά τον ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως. π. Αμφισβητούνταν από το προγενέστερο δίκαιο το ζήτημα ως προς την παράβαση του νόμου περί του προϋπολογισμού του Κράτους. σύμφωνα με τη διάταξη που παρατέθηκε. που περιβλήθηκαν τη μορφή νόμου. Υποστηρίχθηκε. που κυρώνονται με νόμο. οι οποίοι δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Αποκλείονται αφ' ενός οι απλοί τυπικοί νόμοι. Βλ. όχι όμως και σε άλλες συμβάσεις. με τον οποίο θεσπίστηκε αυτός. οι οποίες δεν είναι κυρωμένες με νόμο61. ελληνικό ή ξένο. με τις οποίες τίθεται κανόνας δικαίου όχι όμως και με εκείνες. 610 αριθ.Ε. πιο κάτω. ββ) Λόγοι αναιρέσεως από παραβάσεις ουσιαστικού δικαίου. που προμνημονεύτηκε. δηλαδή κανόνας γραπτού ουσιαστικού δικαίου. αποτελεί η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα δεν αρκεί η παράβαση απλού τυπικού νόμου. 559 (577) ΚΠολΔ. 61. αλλά και σε διάταγμα που εκδόθηκε με νομοθετική εξουσιοδότηση ή σε κανονισμό που εκδίδεται από διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με νομοθετική εξουσιοδότηση ή σε συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα στο καλούμενο κανονιστικό (όχι όμως και στο ρυθμίζον τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων) μέρος αυτής ή στην απόφαση επιτροπής διαιτησίας ή στην υπουργική απόφαση που την αναπληρώνει. ο οποίος περιέχεται όχι μόνο σε τυπικό νόμο. στους οποίους η ισχύς δόθηκε με νόμο που κυρώνει τη σύμβαση ή και με νόμο που 59. νόμου που παρέχει αμοιβή ή σύνταξη σε ορισμένο πρόσωπο.Ε. αλλά είναι διοικητικές πράξεις. ο οποίος τίθεται από την πολιτεία. ΠολΔ Σ. Η παραπάνω διάταξη λύνει ρητά και καταφατικά το ζήτημα αυτό προλαμβάνοντας ή αίροντας τις υφιστάμενες αμφισβητήσεις του δικαίου που ίσχυε πριν τον ΚΠολΔ Εξάλλου δεν γεννάται κανένα ζήτημα προκειμένου περί παραβάσεως αλλοδαπού δικαίου. όπως ρητά ορίζει η ανωτέρω διάταξη. εάν συνδέεται και με άλλα δικονομικά ελαττώματα. Παρά (όμως) την περιοριστική διατύπωση της παραπάνω διατάξεως δεν αποκλείεται η ίδια παράβαση να δημιουργεί και σε άλλες περιπτώσεις και δικονομικό λόγο αναιρέσεως. όπως προαναφέρθηκε. αποτελεί λόγο αναιρέσεως. ότι υφίσταται δίδαγμα της κοινής πείρας χαρακτηρίζοντας κάποιον επιστημονικό. και η παράβαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών και γενικότερα των δηλώσεων βουλήσεως κανόνων. προ του Ν. Εξάλλου. βάσει κανόνα δικαίου. η εσφαλμένη ερμηνεία ή η μη εφαρμογή ή η μη ορθή εφαρμογή κ. όπως ειδικότερα αναπτύσσεται παρακάτω. . Έτσι π. η οποία δεν ανάγεται στην ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου.λπ. επειδή κατ’ αποτέλεσμα χωρίς αποδείξεις ένα πραγματικό γεγονός θεωρήθηκε αληθινό. όχι μόνο του γραπτού δικαίου αλλά και των εθίμων. πιο πάνω § 263. αμφισβητούνταν υπό το προγενέστερο δίκαιο. η παράβαση κανόνα ουσιαστικού 62. η οποία (διάταξη) προβλεπόταν και από το προηγούμενο δίκαιο. εφόσον αυτά χρησιμεύουν για την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή με την σ' αυτούς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων. εάν λόγο αναιρέσεως δημιουργεί η παράβαση του αλλοδαπού δικαίου. κανόνα ως δίδαγμα.χ. έχει ήδη γίνει δεκτό και από το προγενέστερο δίκαιο ότι η μη συμμόρφωση προς τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου δικαιολογεί την αναίρεση. δικονομικό δίκαιο) ή την παραδοχή πραγμάτων ως αληθινών χωρίς την διεξαγωγή αποδείξεων. όπως αναφέρθηκε. η παραπάνω διάταξη. ημεδαπό δίκαιο62. Η κατευθείαν παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.λπ. Λόγο αναιρέσεως συνιστά. όπως ρητά ορίζει προλαμβάνοντας αμφισβήτηση. γιατί αυτό θεωρείται. τεχνικό κ. εάν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εσφαλμένα. Το αντίθετο ισχύει ως προς την εφαρμογή των συνηθειών. δημιουργεί όμως λόγο αναιρέσεως.χ.§ 290 – Αναίρεση 141 διατυπώνει (τους κανόνες δικαίου) αυτοτελώς. εκτός άν. επιβάλλεται η εφαρμογή αυτών ή άν αυτές αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας. π. τη διαταγή ή μη αποδείξεων (με βάση το προϊσχύσαν. των κανόνων. υπάρχει παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. 2915/2001. Εξάλλου. που ίσχυε σε τμήμα που προσαρτήθηκε στο Ελληνικό Κράτος. Πρβλ. ενώ πράγματι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό αυτό και με βάση τον εσφαλμένο αυτό χαρακτηρισμό δέχθηκε χωρίς αποδείξεις κάποιο πραγματικό γεγονός ως αληθινό.. Λόγο αναιρέσεως συνιστά. Λόγο αναιρέσεως αποτελεί. 1 της οποίας όριζε. ότι δεν δικαιολογείται αναίρεση. Με το άρθρο 5 του ν. Εσφαλμένη ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα δικαίου ακόμα και όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτού (όπως λ. ο οποίος όπως αναφέρεται παρακάτω αντιμετωπίζει ορθά το ζήτημα κατά τις περιπτώσεις της υπάρξεως εσφαλμένων αιτιολογιών63. αυτού. 3810/1957 ο λόγος αυτός αναγνωρίστηκε ρητά με 63. από το προϊσχύσαν δίκαιο γινόταν μερικές φορές δεκτό. χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. 166. ΧΔ σελ. Σύμφωνα με τον ισχύοντα ΚΠολΔ δεν μπορεί να υποστηριχθεί παρόμοια άποψη. Αυτό ισχύει πρόδηλα και στον ισχύοντα ΚΠολΔ. παρά τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εφαρμογή αυτού του κανόνα). όπως ελέχθη. ερμηνεύθηκε περιορισμένα ή δεν εφαρμόσθηκε κατ' αναλογία. Ψευδής ερμηνεία: είναι η απόδοση στον υπό εξέταση κανόνα μη αληθινής ή μη προσήκουσας έννοιας. όταν η παράβαση υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως.λπ. ότι λόγο αναιρέσεως αποτελεί η έλλειψη νομίμου βάσεως ή ερείσματος. Το προϊσχύσαν άρθρο 809 ΠολΔ όριζε (ρητά). Σε αντίθεση με την προϊσχύσασα Πολιτική Δικονομία. ότι δεν χωρούσε αναίρεση. Ψευδής ερμηνεία κανόνος δικαίου υπάρχει και όταν εσφαλμένως αποδόθηκε σε αυτόν τον κανόνα δικαίου από τον Δικαστή περιορισμένη ή στενή έννοια. η οποία υπάρχει κατά την παραδεδεγμένη από το προγενέστερο δίκαιο διατύπωση. Με βάση το άρθρου 809 της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας που μίλαγε από τη μια για παράβαση κανόνα δικαίου όχι μόνο απευθείας αλλά και πλαγίως και από την άλλη (σύμφωνα) με αυτά που διδάσκονται στη Γαλλία. γινόταν και σε εμάς από χρόνια πάγια δεκτό. από τον ΚΠολΔ και στις δύο περιπτώσεις υφίσταται παράβαση κανόνα δικαίου υπό την εξεταζόμενη έννοια. όταν εσφαλμένως υπήχθησαν στο πραγματικό του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου κάποια γεγονότα). . πιο κάτω στοιχ.§ 290 – Αναίρεση 142 δικαίου. όταν έχει λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή μη εφαρμογή ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ακριβώς στην ορθή ερμηνεία και την προσήκουσα εφαρμογή του κανόνα δικαίου αποβλέπει. Με αυτήν εξομοιώνεται η μη εφαρμογή όμοιου κανόνα. Βλ. Η περιορισμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα δικαίου είναι εσφαλμένη ερμηνεία κ. όταν η σχετική διάταξη ήταν ασαφής. κατά τη μία κατεύθυνση η λειτουργία της αναιρέσεως. Δεν γεννάται κανένα ζήτημα για το ότι επιτρέπεται αναίρεση κατά τις περιπτώσεις της ευρύτερης ερμηνείας ή της κατ' αναλογία εφαρμογής ή της συμπληρώσεως κενού. όταν ο νόμος κλπ. ότι η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή σαφούς κανόνα δικαίου δημιουργεί λόγο αναιρέσεως. Σημειωτέον ότι υπό την ισχύ του άρθρου 809 της προϊσχύσασας ΠολΔ που έκανε λόγο περί παραβάσεως σαφούς κανόνα δικαίου. το άρθρο 810 εδ.χ. αφού δεν παρατίθεται με σαφήνεια και αιτιολογημένα. εάν εφαρμόστηκε καλά ή όχι ένας κανόνας δικαίου. 19 στο άρθρο 807 της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας. οπότε και δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση. 19. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. . Πάντως ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως υφίσταται και όταν η έμμεση ή η εκ πλαγίου παράβαση λαμβάνει χώρα ως προς την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την σε αυτούς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων. όταν συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. 19 καθοριστική είναι η θεωρία του Γεωργίου Μητσοπούλου (βλ.Ε. Σχ. όταν η χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής λαμβάνει χώρα για την ερμηνεία κ. Μητσοπούλου.§ 290 – Αναίρεση 143 την προσθήκη της διατάξεως του εδ. κατά τις οποίες η ευθεία ή άμεση παράβαση δικονομικών κανόνων. «έμμεση ή εκ πλαγίου». μέσω της οποίας επιχειρήθηκε η αναγνώριση εξουσίας στο Ακυρωτικό. 577 αριθ.Ε. κανόνων του δικονομικού δικαίου. Όπως έχει η προαναφερόμενη διάταξη είναι δυνατόν να υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως και κατά την εφαρμογή διατάξεως δικονομικού δικαίου. Η νομολογία του Αρείου Πάγου όμως υιοθετεί πάγια σχεδόν την αντίθετη άποψη. Η παράβαση αυτή των κανόνων του δικαίου καλείται. όπου αυτό επιβάλλεται ή δικαιολογείται. προκειμένου να διακριθεί από την άλλη τη λεγόμενη άμεση ή κατ' ευθείαν. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή. θεμελιώνει σύμφωνα με τα πιο πάνω αναπτυσσόμενα λόγο αναιρέσεως. η οποία περιορίζει χωρίς επαρκή αιτιολογία την έκταση της εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως. 19. ιδιαίτερα αν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης64. τουλάχιστον κατά τις περιπτώσεις εκείνες. ΠολΔ Σ. πρέπει να γίνεται δεκτό κατά πρώτον.λπ. άν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. ιδίως από τις πρόσφατες μελέτες του: Γ. κατά τον οποίον υπάρχει λόγος αναιρέσεως. Ο ΚΠολΔ στο σημείο αυτό δεν μιλά μεν ρητά και για εκ 64. Τον λόγο αυτό αναγνωρίζει ρητά πλέον ο ισχύων ΚΠολΔ. 610 αριθ. Για την έννοια της ελλείψεως νομίμου βάσεως κατ’ άρθρο 559 αριθμ. κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. 18 Α. εάν συντρέχουν εν όλω ή εν μέρει οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κ. όταν η διατύπωση της αποφάσεως είναι τέτοια. έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει. Η έλλειψις νομίμου βάσεως ως λόγος αναιρέσεως2. Αλλά και κατά την ορθότερη γνώμη. συμβαίνει το ίδιο και όταν οι παραπάνω αρχές είναι χρήσιμες ή και απαραίτητες για την εφαρμογή κ. 1 (19 ΚΠολΔ). ώστε δεν παρέχεται η δυνατότητα του ελέγχου στο Ακυρωτικό και ιδιαίτερα δεν μπορεί από τις αιτιολογίες και γενικά από την απόφαση ως σύνολο να διαπιστώσει. 2006). Αυτό όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 (577) αρ.λπ. για να μπορεί να ελέγχει την ορθή εφαρμογή κάθε κανόνα δικαίου. Αθήναι.λπ. επιτρέπεται σε περιορισμένες περιπτώσεις αναίρεση και ειδικότερα μόνο: 1) Εάν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. ΠολΔ Σ. Εναντίον των αποφάσεων των ειρηνοδικείων όπως και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. συνήθης υπό την δεύτερη μορφή. 3) Εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο. α.Ε. Για τις περιπτώσεις.ΠολΔ Σ. α΄ ΚΠολΔ67 ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση υπέρ του νόμου κάθε αποφάσεως για κάθε λόγο ακόμα και αν δεν υπόκειται σε αναίρεση από τους διαδίκους. 608 εδ. 578. κατά τις οποίες 65. του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση. Από αυτή την διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει την εξουσία να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως για οποιαδήποτε παράβαση κανόνα δικαίου (ουσιαστικού ή δικονομικού). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων. 2) Εάν η σύνθεση του δικαστηρίου δεν ήταν σωστή ή μετείχε στη σύνθεσή του δικαστής. α Α. η οποία είναι δυνατόν να εμφανίζεται τόσο υπό τη μια όσο και υπό την άλλη μορφή και η οποία δεν αποκλείεται να είναι εξίσου έντονη. 66. περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών αδιάφορα αν πρόκειται περί νόμου ή εθίμου. υπέρ του νόμου. Κατά το άρθρο 557 (575) εδ. Μόνο ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε παράβαση κανόνων δικαίου δεν μπορεί να προβληθεί αναφορικά με αποφάσεις μικροδιαφορών66. 67. γ) Λόγοι αναιρέσεων που μπορεί να προβληθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ως προς αυτούς τους λόγους ισχύουν τα προαναφερόμενα για τους αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως εναντίον αποφάσεων των εφετείων ή πρωτοδικείων. καθώς και κατά των αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται μετά από έφεση κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων. ΚΠολΔ 560 (578) Σχ. αν όχι καμμιά φορά και εντονότερη και περισσότερο. Βλ. . Σχ. 575 εδ.Ε.Ε.§ 290 – Αναίρεση 144 πλαγίου παραβάσεις. που δικάζουν σε πρώτο βαθμό και οι οποίες είναι κατά νόμο ανέκκλητες ή έγιναν τελεσίδικες με έναν από τους προβλεπόμενους νόμιμους τρόπους. β) Λόγοι αναιρέσεως κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων. 4) Εάν αποκλείσθηκε παράνομα η δημοσιότητα της διαδικασίας65. πιο πάνω § 279. ημεδαπού ή αλλοδαπού εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. 611 Α.Ε. αλλά εξάλλου δεν κάνει διάκριση ως προς τον τρόπο της παραβάσεως των δικονομικών κανόνων. ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων δικαίου). Βλ. δ) Λόγοι αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν από τον εισηγητή Αρεοπαγίτη. 4. Οι λόγοι αυτοί μπορούν να είναι από αυτούς που αναγράφονται στους αριθμούς 1. Εκτός των λόγων που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα και από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ορισμένους λόγους αναιρέσεως μπορεί να προτείνει αυτεπαγγέλτως και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης. 16. 70. εκπτώσεις από δικαιώματα ή απαράδεκτο και δεδικασμένο ισχυόντων κανόνων. και πιο κάτω υπό στοιχ.Ε. ενόψει και των συνεπειών της παραδοχής αυτών των λόγων θα πρέπει να θεωρείται ορθότερη η καταφατική απάντηση. ββ) Είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως εναντίον της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής εφόσον έτσι πλήττεται η απόφαση κατά το μέρος που συμμορφώθηκε προς την αναιρετική70. υιοθετήσει την λύση – όπως άλλωστε υποχρεούται – που έχει δοθεί από τον Άρειο Πάγο στο νομικό ζήτημα δεν επιτρέπεται κατ' εφαρμογή του παραπάνω κανόνα η προσβολή της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το σημείο αυτό με τέτοιο αναιρετικό λόγο. αα) Όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν τις διαφορες κατηγορίες αποφάσεων. . ε) Κανόνες που ισχύουν για όλους τους λόγους αναιρέσεως. γίνεται λόγος πιο κάτω68. Κάθε άλλος λόγος αναιρέσεως πέραν των προβλεπομένων από το άρθρο 559 (557) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και απορρίπτεται από τον Άρειο Πάγο. παράβαση κανόνων περί δικαιοδοσίας. 580 § 1. οπότε είναι δυνατόν να παραπεμφθεί η υπόθεση σε δικαστήριο του ιδίου βαθμού και ομοειδές με εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 150. Βλέπε πιο κάτω στοιχ. ΧΣΤ σελ. Εάν κατά τις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο στο οποίο έχει παραπεμφθεί η υπόθεση. Αναφύεται το ζήτημα. ΠολΔ Α. 14. η οποία κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου69. οι οποίες έχουν ήδη εκτεθεί αναφέρονται περιοριστικά από το νόμο. ΚΠολΔ 562(580) § 4. Εκτός των άλλων. αν ως προς αυτούς τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως ισχύουν οι κανόνες και οι περιορισμοί που εκτίθενται στη συνέχεια. 166. περί δικονομικής ακυρότητας. 69. Ο κανόνας αυτός μπορεί να έχει εφαρμογή εφόσον σύμφωνα με τα παρακάτω με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για παράβαση των διατάξεων περί αρμοδιότητας η υπόθεση παραπέμπεται από τον Άρειο Πάγο στο ορισμένο αρμόδιο Δικαστήριο ή για άλλους λόγους δικονομικής φύσεως. γγ) Κανένας δεν μπορεί να δημιουργήσει 68. ΚΠολΔ 562 (580) § 1 Σχ. VB σελ. 17 και 19 του άρθρου 559 (577) ΚΠολΔ (παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.§ 290 – Αναίρεση 145 η αναίρεση αυτή παράγει κατ' εξαίρεση αποτελέσματα έναντι των διαδίκων. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να αναγράφονται στην έκθεση που συντάσσει ο εισηγητής. λπ. η οποία δεν είναι δυνατόν να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. . ο οποίος αφορά την δημόσια τάξη. ΚΠολΔ 562 (580) § 2 εδ. ή κάποιο αποδεικτικό μέσο. ΠολΔ Σ. Κατ' εξαίρεση ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει73: 1) Για παράβαση. ότι από τους πραγματικούς και ενδεχομένως νομικούς ισχυρισμούς πρέπει να διακρίνονται τα απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα. να έχουν προβληθεί έγκαιρα στα δικαστήρια της ουσίας. με άλλα λόγια το ζήτημα για το οποίο προβάλλεται ο λόγος αναιρέσεως δεν έχει εξεταστεί από το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 613 εδ. στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. α Σχ. το οποίο είτε δεν προσκομίστηκε νόμιμα είτε αποτελεί μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο. Ι § 159. και πιο πάνω τ. εφόσον δεν εξαρτάται από άλλο όρο ή στοιχείο πραγματικής ή ουσιαστικής φύσεως και δεν προκύπτει ότι παραιτήθηκε ο ενδιαφερόμενος. δεν ήταν δυνατόν να προταθεί κατά τη συζήτηση. α και β Σχ. στα οποία στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως. ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν κ. α. Α. όταν δηλαδή από τη φύση των πραγμάτων ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως κ. 2) Για σφάλμα.Ε. Σύμφωνα με το προϊσχύσαν αστικό δικονομικό δίκαιο και κατά τις περιπτώσεις αυτές ήταν απαραίτητο τα πραγματικά περιστατικά. οι οποίες προσήχθησαν νόμιμα και των οποίων έγινε επίκληση σύμφωνα με το νόμο. όπως και παραπάνω παρατηρήθηκε κατ' επανάληψη. ότι επιβαλλόταν η εξ επαγγέλματος απόρριψη της αγωγής. προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο δεν εκτίμησε αποδείξεις. 580 § 2 εδ. 614 Α.Πολ.Ε.146 § 290 – Αναίρεση λόγο αναιρέσεως από δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του.Δ Σ. εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη71. π. κατάχρηση δικαιώματος. όπως για παράδειγμα υπέρβαση καθηκόντων ή έλλειψη δικαιοδοσίας. 580 § 2 εδ. α και β. ΚΠολΔ 562 (580) § 2 εδ. 4) Όσον αφορά το ζήτη71. α Α. καθ' ύλην αναρμοδιότητα. έλλειψη νομιμοποιήσεως διαδίκου και εννόμου συμφέροντος κ. 613 εδ. είναι δυνατόν να προταθεί ως λόγος αναιρέσεως δεδομένου.χ. Πρβλ. το οποίο προκύπτει απο την ίδια απόφαση.Ε. 580 § 3. των οποίων η επίκληση – αδιάφορα αν αυτά συντελούν στη στήριξη ή απόκρουση των λόγων αναιρέσεως – δεν υπόκεινται στους πιο πάνω περιορισμούς. ΚΠολΔ 562 (580) § 3 Σχ. Με την προϋπόθεση. Και γενικότερα κατ’ αρχήν δεν επιτρέπεται η προβολή νέων ισχυρισμών ενώπιον του ΑΠ. Αν πρόκειται για ισχυρισμό. ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο ουσίας72.Ε. ότι συντρέχει ο τελευταίος περιορισμός. πράγμα που συμβαίνει π. 72.Ε. εάν παράνομα το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε αυτεπάγγελτα υπόψη του κάποιο γεγονός. δδ) Είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως. εννοείται.λπ.Ε.χ. ΠολΔ Σ.λπ. 73. Πρβλ. ακόμη και το νόμω αβάσιμο της αγωγής. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη και με τον ισχύοντα ΚΠολΔ. και ΠολΔ 100 (162) § 2. Ε. Ε) Τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αναιρέσεως εξετάζει και αυτεπάγγελτα ακόμη και ο Άρειος Πάγος. α) Η προθεσμία της ασκήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες.λπ) όπως και τις δίκες περί εξαλείψεως υποθήκης. ε) Όσον αφορά τα αποτελέσματα της αναιρέσεως παρατηρούμε τα ακόλουθα: αα) Η προθεσμία της αναιρέσεως δεν έχει κατά κανόνα ανασταλτικό αποτέλεσμα. η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 1847 ΑΚ προθεσμίας αποποιήσεως της κληρονομιάς. 617 Α. 74.ε. 582 § 4.ΠολΔ Σ. Εάν δεν επιδόθηκε η απόφαση. εάν ο πιο πάνω περιορισμός δεν ισχύει και αναφορικά με την πρόταση λόγων αναιρέσεως από τον εισηγητή Αρεοπαγίτη έγινε λόγος παραπάνω74. 82. 76. 616 § 3 Α. 575. Εάν ο διάδικος που δικαιούται να ασκήσει αναίρεση πέθανε. Βλ.ΠολΔ Σ. Ι § 157.81.Ε. 608 Α.ΠολΔ Σ.§ 290 – Αναίρεση 147 μα. ΚΠολΔ 564 (582) §§ 1-2 Σχ. εάν εκείνος που ασκεί αναίρεση διαμένει στο εσωτερικό και ενενήντα ημέρες εάν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής75. 75. η οποία αντικατέστησε την κατά το προϊσχύον δίκαιο προθεσμία διασκέψεως και την προς τους κληρονόμους ή τους κληροδόχους επίδοση της αποφάσεως που περατώνει την δίκη76.Ε. ΚΠολΔ 564 (582) § 3 Σχ. 80. β. ΚΠολΔ 557 (575) Σχ.ΠολΔ Σ. Η προθεσμία αυτή αρχίζει σύμφωνα με τις γενικές αρχές από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και μάλιστα από την επομένη της επιδόσεως. δ) Καμμιά προθεσμία δεν ισχύει για την άσκηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου από τον εισαγγελέα του Α.Ε. 616 §§ 1-2 Α. Δ) Προθεσμία της αναιρέσεως.ε.Ε. 583 § 1. Βλέπε πιο πάνω τ. 571 § 1. η δε προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριετής και αρχίζει από τη δημοσίευση της προαναφερθείσας αποφάσεως78. 78. είναι δυνατόν να ασκηθεί αναίρεση από τη δημοσίευση της αποφάσεως77. Βλ.Ε. 582 §§ 1-2. 604 Α. 79. 616 § 4 Α.Ε. ΚΠολΔ 564 (582) § 4 Σχ. προσημειώσεως ή κατασχέσεως και προκειμένου περί αποφάσεων που κηρύττουν κάποιο έγγραφο πλαστό82.ΠολΔ Σ. γ) Η προθεσμία της αναιρέσεως αναστέλλεται εκτός των γενικών λόγων79 κατά κανόνα κατά τη διάρκεια των προθεσμιών (της ανακοπής και) της εφέσεως. ΚΠολΔ 565 (583) § 1 Σχ.ΠολΔ Σ.Ε. ΚΠολΔ 553 (571) § 1 Σχ. ββ) Εξαίρεση ισχύει για τις δίκες που αφορούν γαμικές διαφορές ή σχέσεις γονέων και τέκνων (αποκήρυξη τέκνου κ. 582 § 3.Ε. 81. γιατί πριν από την παρέλευση αυτών η απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη και δεν χωρεί όπως ειπώθηκε αναίρεση κατ' αυτής80. 77. πιο πάνω § 286. .Ε.Π. πιο πάνω. Πρβλ. το δικόγραφο της αναιρέσεως άκυρο. πλην όμως είναι επιτρεπτοί μόνο εφόσον ανάγονται στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως. όπως πάγια δεχόταν η νομολογία. Δ) Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. β) Η προβολή πρόσθετων λόγων αναιρέσεως επιτρέπεται μεν ακόμα και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.Ε. 85. όπως αναφέρθηκε. όπως σημειώνεται και αλλού. 584 § 2. 146. οι οποίοι. ο αναιρεσείων δικαιούται να προβάλει και άλλους λόγους αναιρέσεως μέσα σε ορισμένη προθεσμία και με ορισμένες διατυπώσεις. οπότε αυτό καθίσταται υποχρεωτικό85. Διαφορετικά ρυθμίζεται το ζήτημα με βάση το ισχύον δίκαιο του ΚΠολΔ. Γ) Η αναίρεση που ασκείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διαβιβάζεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου87. ΚΠολΔ 566 (584) § 2 Σχ. το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου 83. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατυπώσεις83. Β) Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η έλλειψη ενός τουλάχιστον τέτοιου λόγου καθιστά κατά το προϊσχύον δίκαιο. Άσκηση αναιρέσεως και αποτελέσματα αυτής. στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. 86. 618 § 2 Α. α Σχ. ότι μπορούν να υποστηριχθούν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. α) Εκτός από τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως. ανωτ. ΚΠολΔ 567 (585) § 2 εδ. που να έχει ειδική πληρεξουσιότητα προς αυτό ή και του ιδίου του διαδίκου. στοιχ.Ε. Το δικόγραφο αυτό (αναιρετήριο) πρέπει. 87. ΚΠολΔ 566 (584) § 1 ΠολΔ Σ.ΠολΔ Σ. Βλ. εφόσον θεωρούνται από τον αναιρεσείοντα. 618 § 1 Α. 584 § 1. β) τους λόγους της αναιρέσεως. καθώς και σε εκείνα που αναγκαστικά συνδέονται με αυτά. εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118-120 ΚΠολΔ για κάθε δικόγραφο.Ε. . πρέπει να αναφέρονται. οι οποίοι καλούνται πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Δβ σελ. αμέσως κατωτ. § 286.148 § 290 – Αναίρεση ΙΙΙ. για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω84 γ) αίτηση για αναίρεση ή ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και αίτηση επί της ουσίας της υποθέσεως δ) την υπογραφή του διαδίκου. γ) Οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο. 619 § 2 εδ. 585 § 2 ορθότερο θα ήταν και σε αυτή την περίπτωση να γίνεται κατάθεση της συντασσόμενης εκθέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Α) Η άσκηση της αναιρέσεως γίνεται. Βλ. πληρεξουσίου.ΠολΔΣ. η κάθε κατάθεση πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά86. α Α. 84. να περιέχει α) μνεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και μάλιστα του αριθμού ή της χρονολογίας της. οι οποίοι πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια και ορισμένα.Ε.Ε.Ε. . 662 Α. ΠολΔ Σ. Βλέπε πιο πάνω στοιχ.§ 290 – Αναίρεση 149 Πάγου τριάντα τουλαχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Δ. εάν από την εκτέλεση της αποφάσεως πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης η αποκατάσταση της οποίας δε θα είναι εύκολη. παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου. είναι δυνατόν παρά ταύτα να διαταχθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις η αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως. Η επίδοση είναι δυνατό να γίνει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου. ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ένα στον εισηγητή Αρεοπαγίτη της υποθέσεως. πρόσθετους λόγους (αναιρέσεως) μπορεί να ασκήσει και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Εξαίρεση ισχύει μόνο για τις περιπτώσεις. 123. δηλαδή διαβιβάζονται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου89. 585. 587. δ) Όταν ασκούν αναίρεση οι Εισαγγελείς (πρωτοδικών ή εφετών). καθένα από τα οποία σε μερικά σημεία ακολουθούσε διαφορετικό σύστημα. Ε) Όσον αφορά τα αποτελέσματα της εμπρόθεσμης και νόμιμης ασκήσεως αναιρέσεως ισχύουν και μπορούν να παρατηρηθούν τα παρακάτω: α) Η άσκηση της αναιρέσεως. μπορεί να διαταχθεί έπειτα από αίτηση κάποιου διαδίκου η αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. εάν η συζήτηση επισπεύδεται από αυτόν. αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα.Ε. ΠολΔ Σ. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση που τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος. με τον όρο παροχής ανάλογης εγγυήσεως ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της αποφάσεως από την παροχή εγγυήσεως από το διάδικο που νίκησε. Αντίγραφα (εφ' απλού) των προσθέτων λόγων. σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο. κατά τις οποίες έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και η προθεσμία της αναιρέσεως90. 90. ΚΠολΔ 569 (587) Σχ. Στις περιπτώσεις που η άσκηση της αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. ε) Οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκούνται. 619 Α. 89. ε. όπως η αίτηση αναιρέσεως. Πράγματι. η οποία όπως σημειώθηκε ήδη. το αρμόδιο πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου. Για την αίτηση αυτή αποφαίνεται σε συμβούλιο χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων. δεν έχει κατά κανόνα ανασταλτικό αποτέλεσμα. εκτός από τον αναιρεσείοντα88.Ε. το οποίο αποτελείται από τρία μέλη. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει να επιδίδεται από τον αναιρεσείοντα πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.Ε. σελ. στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά και ο εισηγητής της υποθέσεως. Κάτω από το δικόγραφο συντάσσεται έκθεση. Η απόφαση για την αναστολή είναι δυνατόν να ανακληθεί κατά τον ίδιο τρόπο έπειτα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους μέχρι την πρώτη συζήτηση 88. ΙΙ.Ε. ΚΠολΔ 567 (585) Σχ. Όπως προκύπτει από την παράθεση της παραπάνω διατάξεως. β) Όμοια. δεν επιτρέπεται η άσκηση ανταναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο. Επιχείρημα υπέρ της καταφατικής λύσεως παρέχει η σκέψη. γ) Τέλος. Δηλαδή. Η συζήτηση. έπειτα δε μόνο κατά τη συζήτησή της91.Ε. σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο (όπως και με το προγενέστερο) τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας. αλλά και των υπόλοιπων διαδίκων. ότι μόνο με την επικύρωση αυτή η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και εκτελεστή. στα περί διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας. η οποία σύμφωνα με το προϊσχύσαν αστικό δικονομικό δίκαιο ακολουθούσε – και με βάση την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου μπορεί ενίοτε να ακολουθεί και υπό το ισχύον δικονομικό καθεστώς – ακολουθεί μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου επί της ουσίας της υποθέσεως δεν είναι συνέπεια κάποιου. των προσβαλλομένων αποφάσεων.Ε. 92. μεταβιβαστικού αποτελέσματος της αναιρέσεως αλλά της παραδοχής της αναιρέσεως και της ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αμφισβητείται αν αναστολή χωρεί.150 § 290 – Αναίρεση της αναιρέσεως. δεν παράγει η αίτηση αναιρέσεως επικοινωτικό αποτέλεσμα. εφόσον 91. Άλλα προσωρινά και γενικώς ασφαλιστικά μέτρα δεν είναι δυνατόν να διαταχθούν ή να επιτραπούν βάσει της παραπάνω διατάξεως. Αρμοδιότητα. η οποία αφορά μόνο την προδικασία και την κύρια διαδικασία επί της αναιρέσεως. των προτάσεών του. Α) Με τον προσδιορισμό δικασίμου εκείνος ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση προσκομίζει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τρία επικυρωμένα αντίγραφα (δύο εκ των οποίων κατατίθενται εφ' απλού) της αιτήσεως αναιρέσεως. Προδικασία. ο οποίος μπορεί να ασκήσει μόνο αυτοτελή αναίρεση σύμφωνα με τις νόμιμες προθεσμίες και διατυπώσεις. IV) Εισαγωγή της υποθέσεως προς συζήτηση. όταν η καταψήφιση έχει διαταχθεί όχι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. εάν η πρωτόδικη απόφαση είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή. διότι ο Άρειος Πάγος δεν αποτελεί. 620 § 1 Α. Βλέπε πιο κάτω (Τόμος IV. ΚΠολΔ 565 § 2 Σχ. ή του. η άσκηση αναιρέσεως δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. Ημίτομος Β΄. Εξαίρεση ισχύει προκειμένου για αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας92. 2010). Περισσότερες αμφιβολίες γεννούνται. η αναστολή είναι δυνατό να διαταχθεί μόνο για καταψηφιστικές αποφάσεις. 583 § 2. διότι εκτέλεση μόνο σε αυτές μπορεί να νοηθεί. αλλά από την ίδια στο σημείο τούτο τουλάχιστον επικυρωθείσα πρωτόδικη απόφαση. Αναστολή άλλων συνεπειών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προβλέπεται. όπως έχει τονισθεί.ΠολΔ Σ. . των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης ή των παρεμπιπτουσών δικών. σύμφωνα με όσα ορίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό: α) Στην αρμοδιότητα της ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπάγονται: αα) οι αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπέρ του νόμου. προς τον οποίο διαβιβάζεται ο φάκελος της δικογραφίας.λπ. β) την προθεσμία. η κλήση (κάτω από το αντίγραφο της αναιρέσεως ή και αυτοτελώς) επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια αυτού που επισπεύδει. . ο οποίος καθορίζει το αρμόδιο Τμήμα. ε) Μετά τον προσδιορισμό της δικασίμου κ.ΠολΔ Σ. τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν τη δικάσιμο. αλλά και σε όλους τους διαδίκους για την προπαρασκευή της συζητήσεως της υποθέσεως. η γραμματεία προβαίνει στην εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο. η) Εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα.§ 290 – Αναίρεση 151 αυτές είναι αναγκαίες για τη διάγνωση της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως. εφόσον τούτο επιτρέπεται σύμφωνα με όσα εκτίθενται στον οικείο τόπο93 και γ) εισηγητή Αρεοπαγίτη. από τον πρόεδρο του αρμοδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου. που έχουν κατατεθεί στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου.λπ. ενώ ο φάκελος της υποθέσεως διαβιβάζεται στον εισηγητή Αρεοπαγίτη (που ορίστηκε). που έχουν ήδη κατατεθεί σε αυτή. μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση σε όλους τους διαδίκους (αντιδίκους) του επισπεύδοντος. Η γραμματεία του Αρείου Πάγου υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση τα έγγραφα. δ) Η δικάσιμος πρέπει να ορίζεται σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία στον επισπεύδοντα για την επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση. 586. η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με δική του επιμέλεια προς τους αντιδίκους κ. ζ) Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων. στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. στ) Μετά τον καθορισμό δικασίμου και εισηγητή η γραμματεία υποβάλλει αντίγραφα των εγγράφων. ΚΠολΔ 568 (586) Σχ.λπ. Β) Η αίτηση αναιρέσεως υπάγεται από πλευράς λειτουργικής αρμοδιότητας στον Άρειο Πάγο. 1 §§ 128-130. 621 Α. ανωτ. προς τον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους94. ο οποίος δικάζει σε ολομέλεια ή σε τμήμα. ομοδίκους κυρίως και προσθέτως παρεμβάντες στα δικαστήρια της ουσίας και στον Άρειο Πάγο μέχρι την επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση. τουλάχιστον όμως ενενήντα ημέρες αν κάποιος από αυτούς διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής. Πρβλ. οι οποίοι περιλαμβάνονται στο κύριο δικόγραφο και στο πρόσθετο αναιρετήριο. τ. εφόσον όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στο εσωτερικό.Ε. σύμφωνα με τα παραπάνω κ. 94.Ε. 93. Ο Πρόεδρος του Τμήματος αυτού ορίζει στη συνέχεια με απλή σημείωση στο αντίγραφο της αναιρέσεως που έχει κανονισθεί: α) δικάσιμο της υποθέσεως. όταν προτείνει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και του εμπρόθεσμου της αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων.Ε. Η παραπομπή από τον Πρόεδρο και τον Εισαγγελέα στην Ολομέλεια μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους αναιρέσεως. Η κατάθεση και η ημερομηνία αυτής βεβαιώνεται με σχετική σημείωση της γραμματείας πάνω στο φάκελο της δικογραφίας. ο οποίος υποχρεούται να καταθέσει (εγγράφως) προτάσεις. ότι προκύπτουν ζητήματα ειδικότερου ενδιαφέροντος ή ότι αυτό είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. με τα οποία θα στηρίξουν ή θα αποκρούουν την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους καθώς και τα έγγραφα που παραδεκτά υποβάλλονται για τη συζήτηση της αναιρέσεως.Ε. 568 (586)95 ΚΠολΔ. Τα αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων97 που προσά95. ΚΠολΔ 563 (581) Πρβλ.152 § 290 – Αναίρεση ββ) οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων. για την οποία ισχύει η προαναφερθείσα ειδική διάταξη).Ε. ΠολΔ Α. ΚΠολΔ 580 (598) § 4 Σχ. Α) Η συζήτηση της αναιρέσεως διεξάγεται δημόσια και προφορικά χωρίς να είναι κατά κανόνα υποχρεωτική υποβολή (εγγράφων) προτάσεων.ΠολΔ Σ. Εξαίρεση ισχύει για τον αναιρεσίβλητο. ο Πρόεδρος ορίζει συγχρόνως δικάσιμο Ολομέλειας. αν η απόφασή του για την αίτηση αναιρέσεως (αναιρετική ή απορριπτική) λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται την εφαρμογή ενός νόμου ως αντισυνταγματικού. ενώ τηρούνται οι διατάξεις των §§ 3 και 4 αρθρ. 621 Α. 588. 97. . δδ) Εάν η παραπομπή στην Ολομέλεια γίνεται με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. και αμέσως ανωτ. αν σε κάθε μια από τις περιπτώσεις κριθεί. ΚΠολΔ 570 (588) Σχ. οι οποίες παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια είτε με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είτε με απόφαση του τμήματος που δικάζει την απόφαση. 598 § 4. V. Προπαρασκευή της συζητήσεως στο ακροατήριο. IV Β (στην ίδια αυτή σελίδα). Οι προτάσεις των διαδίκων πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. γγ) Εξάλλου το τμήμα που δικάζει έχει υποχρέωση να παραπέμψει την εκδίκαση της υποθέσεως στην Ολομέλεια. 96. Μέσα στην προθεσμία που αναφέρθηκε οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα. στοιχ. Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων καθώς και νέα αποδεικτικά μέσα για την μετ' αναίρεση κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως από τον Άρειο Πάγο υποβάλλονται με βάση όσα ισχύουν για τα δικαστήρια ουσίας (εκτός βέβαια από την προθεσμία καταθέσεως. εε) Στην αρμοδιότητα της ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπαγόταν υπό το προϊσχύσαν δικονομικό καθεστώς και η άρση της διαφωνίας σχετικά με νομικό ζήτημα που τυχόν αναφυόταν μεταξύ του αναιρετικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και του Τμήματος παραπομπής96 του Αρείου Πάγου. Ε. Δεδομένου ότι επρόκειτο για διαδικασία σε Συμβούλιο δεν προβλεπόταν η κλήτευση των διαδίκων στη διαδικασία συζητήσεως της εισηγήσεως του εισηγητού Αρεοπαγίτου για την απόρριψη της εκκρεμούς αναιρέσεως. Ο αριθμός της Διατάξεως του τριμελούς συμβουλίου ως προς την αναίρεση σημειωνόταν με επιμέλεια του γραμματέα στο πινάκιο και στο φάκελο της υποθέσεως και επιδιδόταν κυρωμένο αντίγραφό της στον αναιρε98. Τα ποσά αυτά μπορούσαν να αυξομειώνονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορούσε να μειώνεται έως το ποσό περίπου των 150 ευρώ. καθώς και επί του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων (αρχικών ή προσθέτων) αναιρέσεως. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου (καθώς) και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση του περιεχομένου της εκθέσεως του Εισηγητή98. 46).Ε. τότε εκδιδόταν διάταξη με την οποία ματαιωνόταν η συζήτηση επί του παραδεκτού της αναιρέσεως. Βλ. Με την επίκληση λόγων ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης και απαλλαγής του Αρείου Πάγου από απαράδεκτες ή προδήλως αβάσιμες αναιρέσεις είχε προβλεφθεί στο παρελθόν (άρθρο 571 ΚΠολΔ. αν ο αναιρεσίβλητος είχε καταθέσει προτάσεις και ταυτόχρονα οριζόταν παράβολο τριακοσίων έως οκτακοσίων ευρώ.ΠολΔ Σ. 625 Α. (των αντιδίκων αυτών ή άλλων διαδίκων) υποβάλλονται ατελώς (εφ' απλού) νόμιμα επικυρωμένα. . 3994/2011 (αριθμ. Αν το τριμελές αυτό Συμβούλιο αποδεχόταν ομόφωνα την πρόταση του εισηγητού Αρεοπαγίτου. Με την ίδια ως άνω διάταξη του Τριμελούς Συμβουλίου επιδικαζόταν στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη. Στην περίπτωση της κατά τα άνω επιδικάσεως στον αναιρεσίβλητο δικαστικής δαπάνης η αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου υπολογιζόταν στο μισό του αντιστοίχου ελαχίστου ορίου. ότι η αναίρεση που του ανατέθηκε προς εισήγηση ήταν απαράδεκτη ή ότι όλοι οι λόγοι της συγκεκριμένης αναιρέσεως – τόσον οι αρχικοί όσο και οι πρόσθετοι – ήταν απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι. όπως είχε αντικατασταθεί με το Ν. Β) Ο Αρεοπαγίτης εισηγητής της υποθέσεως οφείλει να συντάξει συνοπτική έκθεση για το παραδεκτό της αναιρέσεως. 589. αρθρ. 10). τότε εισηγείτο προφορικώς σε τριμελές Συμβούλιο την απόρριψη της εκκρεμούς αναιρέσεως αντίστοιχα ως απαράδεκτης ή ως αβάσιμης. Το ως άνω τριμελές Συμβούλιο απαρτιζόταν από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου (ή το νόμιμο αναπληρωτή του) και δύο Αρεοπαγίτες. ΚΠολΔ 571 (589). όπως ισχύει μετά το Ν.§ 290 – Αναίρεση 153 γουν οι διάδικοι. και Σχ. 3043/2002. καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως και να την καταθέσει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν τη δικάσιμο. ότι ο εισηγητής Αρεοπαγίτης σε περίπτωση κατά την οποία έκρινε. Ειδικότερα στην αίτηση του αναιρεσείοντα έπρεπε να επισυνάπτεται με ποινή απαραδέκτου το διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία είχε εκδοθεί διάταξη με την οποία σύμφωνα με τα ανωτέρω ματαιωνόταν η συζήτηση της υποθέσεως – δηλαδή η συζήτηση επί της συγκεκριμένης αναιρέσεως – δεν επρόκειτο για οριστική και αμετάκλητη ματαίωση. όταν εκδόθηκε η προηγούμενη Διάταξή του για τη ματαίωση της συζητήσεως της υποθέσεως. τότε το Τμήμα του Αρείου Πάγου διέτασσε συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Σε μία τέτοια περίπτωση υποβολής από τον αναιρεσείοντα αιτήσεως για συζήτηση της υποθέσεως έπρεπε η υπόθεση να προσδιορίζεται για να συζητηθεί στο ακροατήριο όσο το δυνατόν ταχύτερα. τότε ακύρωνε την προηγούμενη διάταξη του τριμελούς Συμβουλίου για τη ματαίωση της υποθέσεως και εκδίκαζε την αναίρεση. από το οποίο προέκυπτε η κατάθεση του παραβόλου που είχε ορισθεί με τη διάταξη αυτή του τριμελούς Συμβουλίου. τότε η . Σε περίπτωση κατά την οποία δεν είχε υποβληθεί από τον αναιρεσείοντα εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ή η αίτηση που είχε υποβληθεί απορριπτόταν ως απαράδεκτη. Ειδικότερα παρείχετο. η δυνατότητα στον αναιρεσείοντα να ζητήσει με ειδική προς τούτο αίτησή του να συζητηθεί παρά ταύτα η υπόθεση στο ακροατήριο του αντιστοίχου αρμοδίου κατά τον κανονισμό Τμήματος του Αρείου Πάγου.154 § 290 – Αναίρεση σείοντα ή στο δικηγόρο που είχε υπογράψει το δικόγραφο της αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοσή της. παρά τη ματαίωση αυτή. Αν το δικαστήριο απέρριπτε την αίτηση για συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ως απαράδεκτη ή αντιθέτως έκρινε μεν παραδεκτή την αίτηση για συζήτηση της υποθέσεως. πλην όμως απέρριπτε στο σύνολό της την αναίρεση. Στη σύνθεση του αναιρετικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που θα εκδίκαζε την αίτηση του αναιρεσείοντα δεν μετείχαν τα μέλη του τριμελούς Συμβουλίου που είχαν μετάσχει στη σύνθεση αυτού. στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκε και η σύνταξη σχετικής εκθέσεως στο οικείο ειδικό βιβλίο που τηρείτο προς τούτο στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου. Η αίτηση αυτή του αναιρεσείοντα έπρεπε να υποβληθεί μέσα σε προθεσμία ενεργείας εξήντα ημερών από την επίδοση της διατάξεως και κατατίθετο στη γραμματεία του Αρείου Πάγου. Η αίτηση αυτή συνδέετο με την πρόβλεψη ενός συγκεκριμένου όρου του παραδεκτού. Διαφορετικά – δηλαδή αν γινόταν δεκτή η αναίρεση – το παράβολο επιστρεφόταν στον καταθέσαντα. Ο αριθμός και η χρονολογία της εκθέσεως που συντασσόταν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου σημειωνόταν στο πρωτότυπο της αιτήσεως από το συντάσσοντα την έκθεση και ο οποίος υπέγραφε τη σχετική αίτηση. Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε παραδεκτή την αίτηση του αναιρεσείοντα για τη συζήτηση της υποθέσεως. Γ) Οι διατάξεις των άρθρ. Οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να πληροφορηθούν το περιεχόμενο της εκθέσεως του εισηγητού Αρεοπαγίτου. καθώς και οι αιτήσεις που υποβάλλονταν στο πλαίσιο αυτής της δικονομικής ρυθμίσεως και αυτής της διαδικασίας με αίτημα τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του κατά τον κανονισμό αρμοδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου καταχωρίζονταν σε ειδικά προς τούτο βιβλία που τηρούνταν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου. Αθήνα. Οι τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τους νόμους 2915/2001 και 3043/2002. IV A σελ. 3043/2002). 1065 επ. 203 επ. αποδείχθηκε κατ’ αποτέλεσμα ανεπιτυχής (με την έννοια ότι ο Άρειος Πάγος δεν την εφάρμοζε). Κ. καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της και να την καταθέσει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. 2915/2001 και στη συνέχεια με το άρθρο 10 Ν. πέραν του ότι δημιουργούσε πολλά ερωτήματα δογματικής φύσεως99. Για το λόγο αυτό ορθώς καταργήθηκε με το Ν. 3994/2011. Αν ο εισηγητής Αρεοπαγίτης δεν εισηγείτο την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης ή επειδή κατά τη γνώμη του όλοι οι λόγοι της ήταν απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι ή δεν εκδιδόταν απορριπτική διάταξη του τριμελούς Συμβουλίου καθ’ υιοθέτηση της αντίστοιχης προτάσεως του εισηγητού Αρεοπαγίτη ή αν ο αναιρεσείων υπόβαλε τελικά αίτηση για να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο του κατά τον κανονισμό αρμοδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου. Τιμητικός Τόμος για τα 150 χρόνια του Αρείου Πάγου.. Κλαμαρή. 187 επ. Τόμος VI.. Σε περίπτωση αναιρέσεως που ασκείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η έλλειψη κλητεύσεως (και η μη προσήκουσα κλήτευση) των διαδίκων δεν καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση. Βλ. τότε ο εισηγητής Αρεοπαγίτης που είχε ορισθεί για την υπόθεση όφειλε να συντάξει συνοπτική έκθεση για το παραδεκτό της εκκρεμούς αιτήσεως αναιρέσεως.). Άλλωστε επρόκειτο προφανώς για μία «παρορμητική» ρύθμιση και όχι για μία ρύθμιση που ήταν αποτέλεσμα μιας προηγούμενης ενδελεχούς μελέτης. για τις οποίες γίνεται λόγος παραπάνω (στοιχ. 3043/2002). Η διάταξη αυτή του άρθρου 571 ΚΠολΔ (όπως είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 17 § 3 Ν. . Όλες οι διατάξεις του τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου που εκδίδονταν σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή που θέσπιζε το άρθρο 571 ΚΠολΔ (όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 Ν.§ 290 – Αναίρεση 155 αίτηση αναιρέσεως θεωρείτο πως δεν ασκήθηκε. 207 επ.λπ. σελ. 568-571 (586-589) ΚΠολΔ σχετικά με την προδικασία κ. εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου των πρωτοδικών ή εφετών. 2007. Εξαίρεση ισχύει μόνο για τις περιπτώ- 99. κριτική και από πλευράς δόγματος του αστικού δικονομικού δικαίου στο Ν. ο οποίος έχει ασκήσει αναίρεση (οπότε ακολουθεί την σειρά του διαδίκου. Α) Στη διαδικασία της δίκης της αναιρέσεως εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρακάτω άρθρων του ΚΠολΔ: 1) 233-236 (για την έναρξη και διεξαγωγή της συζητήσεως στο ακροατήριο. VI) Κύρια διαδικασία και συζήτηση στο ακροατήριο. ΠολΔ Σ. 593. 226 (229) ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή102. Δ) Μετά την εκφώνηση της υποθέσεως και εφόσον παρίστανται όλοι οι διάδικοι (με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος) αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή. 628 Α. ΣΤ) Εάν ο αντίδικος του διαδίκου που επιμελήθηκε την επίσπευση της συζητήσεως δεν εμφανισθεί σε αυτή (ή αφού εμφανισθεί δε μετέχει σε αυτή σύμφωνα με το νόμο).Ε. οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του διαδίκου. 101.Ε. 3994/2011 (άρθρο 46 § 2). 626 Α. 632 § 1 Α. 102.Ε. 166 επ.156 § 290 – Αναίρεση σεις. 104. ΚΠολΔ 573 (591) Σχ.Ε. εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αναίρεση (του αναιρεσιβλήτου) καθώς και των τυχόν άλλων διαδίκων. δεδικασμένο).Ε.Ε. ΠολΔ Σ.Ε. ο Άρειος Πάγος προβαίνει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι104. Β) Τους εισαγγελείς. και Σχ. Στη συνέχεια αγορεύουν οι πληρεξούσιοι εκείνου που ασκεί την αναίρεση (αναιρεσείοντα). αν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.Ε. επανάληψη και περάτωση της δίκης κ. και κατωτ. αφού εμφανισθεί. δεν εμφανισθεί σε αυτή ή. ΚΠολΔ 576 (594) § 1 Σχ. ΠολΔ Σ. 630 Α. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αγορεύει τελευταίος.Ε. 590 Πρβλ.Ε. στις οποίες η αναίρεση παράγει αποτελέσματα και ως προς τους διαδίκους100.λπ)˙ 5) 286-308 (για διακοπή. 103. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο με αίτηση του εισηγητού. ΠολΔ Σ.λπ)˙ 3) 246 (για συνεκδίκαση ή χωρισμός περισσότερων δικών)˙ 4) 252-261 (για πρόσληψη διερμηνέα κ. Ε) Εάν ο διάδικος. Γ) Η συζήτηση στο ακροατήριο μπορεί να αναβληθεί για μεταγενέστερη δικάσιμο με αίτηση του Εισαγγελέα. του οποίου έχει τη θέση)103. στοιχ. 591. Χ. δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. ΚΠολΔ 574 (592) Σχ. 631 Α. ΠολΔ Σ. του εισηγητού. την εξουσία και το καθήκον επιβολής ερωτήσεων κλπ. 594 § 1.λπ. Οι διατάξεις των εδαφίων γ΄ και δ΄ της τετάρτης παραγράφου του άρθρ.˙ 2) 245 (για την εξουσία του δικαστηρίου να διατάσσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων κ. εκτός αν είναι διάδικος ή εκπροσωπεί Εισαγγελέα. 592. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα. διόρθωση και ερμηνεία των δικαστικών αποφάσεων. ΣΤ σελ. . ΚΠολΔ 572 (590) Σχ. εκπροσωπεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου101. Εάν 100. περιεχόμενο.)˙ 6) 310 (για γνωστοποίηση δικαστικών αποφάσεων)˙ 7) 312-334 (σύνταξη. ΚΠολΔ 575 (593). με επιμέλεια του οποίου γίνεται η συζήτηση. ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. όπως ισχύει μετά το Ν. Βλ. ΠολΔ Σ. Στη συνέχεια. την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση κ. ενώ η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Ζ) Αν στη δίκη της αναιρέσεως μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς. τα οποία ανάγονται στις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως ή σε γεγονότα παρεμπίπτοντα. 107. 632 § 2 εδ. 594 § 2. Εξετάζει δηλαδή.Ε. Βλέπε και ιδιαίτερα αμέσως πιο κάτω υπό VII και VIII πιο κάτω σελ. Σε αντίθετη περίπτωση (δηλαδή αν υπήρξε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση). εφόσον συντρέχει περίπτωση. Εξαίρεση μπορεί να ισχύει μόνο για γεγονότα. προχωρεί στην εξέταση του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αυτής με βάση όσα εκτίθενται παρακάτω108.Ε.ΠολΔ Σ. καθώς αυτή θεωρείται ασυμβίβαστη με την αναιρετική διαδικασία. . Βο. ΚΠολΔ 577 (595) Σχ. Τμήμα ή η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κρίνει με βάση τα πραγματικά γεγονότα.Ε. οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τις δύο τελευταίες περιπτώσεις (Ε και ΣΤ). του πραγματικού υλικού που αποτελεί τη βάση της δι105. VIII) Η έκταση του ελέγχου του Αρείου Πάγου. α Α. ΠολΔ Σ.§ 290 – Αναίρεση 157 η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εκπρόθεσμα. 594 § 3. 108. 632 § 2 εδ. 632 § 4 Α. κατόπιν εκτιμήσεως. Το Ακυρωτικό (Αο. όπως π. δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας107. η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους106. ΠολΔ Σ.χ. β και § 3Α. και τα προαποδεικτικά έγγραφα και λοιπά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι. Γο. Α) Κατά βασική και θεμελιώδη αρχή.).Ε.κ. που αφορούν το κύρος της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά απαράβατο κανόνα ο Άρειος Πάγος δεν διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων. 594 § 4.Ε. χωρίς να εκτείνεται και στην ορθότητα της διαπιστώσεως. καθώς δεν γίνεται (κατ' ουσία) συζήτηση εναντίον του απόντος ή των απόντων. που προέκυψαν κατά τη διαδικασία στον Άρειο Πάγο. 595. τη διακοπή και επανάληψη της δίκης στον Άρειο Πάγο.λπ.Ε. θ) Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητά πρώτα για το παραδεκτό της αναιρέσεως.Ε. Η) Κατά των αποφάσεων.Ε. που έγιναν δεκτά από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 633-634 Α.ο. Δο κ. VII) Εξουσία του Αρείου Πάγου. 106. ΚΠολΔ 576 (594) § 8 Σχ. Ο λόγος αποκλεισμού της ανακοπής ερημοδικίας είναι προφανής. ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται μόνο στη νομική ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και ενδεχόμενα προβαίνει στον καταλογισμό των εξόδων. ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία των διαδίκων105. ΚΠολΔ 576 (594) § 2 Σχ. 129-138 επ. ΚΠολΔ 576 (594) § 4 Σχ. για γεγονότα. εάν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως και αν η τελευταία ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις και προθεσμίες. § 290 – Αναίρεση 158 καστικής κρίσεως. ή αν συντρέχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. α) Η εκτίμηση του περιεχομένου και της ουσιαστικής βαρύτητας ή δυνάμεως των πρώτων (αποδεικτικών μέσων ή εγγράφων που αποτελούν μέσα αποδείξεως) γίνεται κατά βάση ανέλεγκτα από τα δικαστήρια της ουσίας. ενόψει του αναιρετικού ελέγχου. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και κυρίως του περιεχομένου εγγράφων. Δεν δικάζει δηλαδή. 561 (579) ΚΠολΔ109.Ε. αν τηρήθηκαν και σωστά εφαρμόσθηκαν οι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο της ενάρξεως και της διεξαγωγής της δίκης. παρά μόνο στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου συμπεριλαμβανομένων και των ερμηνευτικών κανόνων. όπως το εκλαμβάνει και το δέχεται το δικαστήριο που εκδίδει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. δεν υπόκειται στον έλεγχο του ΑΠ. την πορεία της διαδικασίας. τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του δικαστή. σύμφωνα μ' αυτά που θα εκτεθούν παρακάτω. ενδίκων μέσων. ελέγχεται. αλλά μόνον τα τυχόν νομικά σφάλματά της. Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης.λπ. της εκδόσεως και των συνεπειών της αποφάσεως κλπ. όπως συχνά λέγεται. σύμφωνα με το σύστημα. τα οποία είναι τα δικόγραφα της αγωγής. δ) Ο ΚΠολΔ. τις ευχέρειες. τα αποδεικτικά ή τα έγγραφα τα οποία αποτελούν μέσα αποδείξεως (δημόσια ή ιδιωτικά) από τα διαδικαστικά έγγραφα. β) Κατ' εξαίρεση. γ) Περαιτέρω ελέγχεται. Γ) Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρ. την υπόθεση αλλά την απόφαση. τα δικαιώματα. 19 και 20. των ενδίκων μέσων κ. επώνυμοι δικονομικοί λόγοι αναιρέσεως. Σχ. Αλλά συχνά εμφανίζονται άμεσα ή έμμεσα ορισμένες εξαιρέσεις ή διαφοροποιήσεις από τον κανόνα αυτό. αίροντας την αμφισβήτηση που υπήρχε σύμφωνα με το προγενέ109.Ε. αυτή διακρίνει. του βάρους και των μέσων αποδείξεως καθώς και τα ζητήματα της διεξαγωγής της αποδείξεως. Αυτά ισχύουν κατ' αρχήν. στο μέτρο που υπάρχουν οι παραπάνω διατυπωμένοι. ο Άρειος Πάγος δεν αποτελεί τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας. προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. παρεμβάσεων. 579. . Β) Όπως κατ' επανάληψη έχει σημειωθεί παραπάνω. η ορθή και προσήκουσα εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Κατά το ακυρωτικό στάδιο δεν εξετάζει την ουσία της υποθέσεως. κυρίως δε των αγωγών.ΠολΔ Σ. και περαιτέρω οι κανόνες που ρυθμίζουν τα ουσιαστικά ή βασικά ζητήματα της αποδείξεως και κυρίως τα θέματα του αντικειμένου. Όπως προκύπτει λοιπόν από την παρατιθέμενη διάταξη. την εξουσία του δικαστή. το οποίο καθιέρωνε το προγενέστερο δίκαιο και υιοθετεί κατά βάση και ο ΚΠολΔ. 612 Α. ο οποίος εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. σύμφωνα με την οποία σε ακυρωτικό έλεγχο υπόκειται η κρίση των δικαστηρίων της ουσίας σχετικά με το περιεχόμενο οποιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως.χ. της εκτάσεως και των υποκειμενικών και αντικειμενικών ορίων του ουσιαστικού δεδικασμένου κ. Μερικές φορές τα διαδικαστικά έγγραφα χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά έγγραφα. Έτσι ελέγχεται από το Ακυρωτικό. και κυρίως σχετικά με το αν θεωρείται. Ενόψει της αντιμετωπίσεως του προβλήματος και των απόψεων. Αναφορικά δε με το ζήτημα του ελέγχου της εκτιμήσεως του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων γεννώνται επίσης διάφορες άλλες θεωρητικής πάντως κατά κύριο λόγο φύσεως.λπ. όπως λ. σχετικά με το αν το δικόγραφο της αγωγής ή της παρεμβάσεως περιέχει ένα ή περισσότερους πραγματικούς ισχυρισμούς. οι οποίες υποστηρίχθηκαν και έγιναν δεκτές καθώς και των προπαρασκευαστικών εργασιών (πριν από την σύνταξη και την εισαγωγή του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τα παραπάνω έτσι έχει το ζήτημα π. αλλά κυρίως περί διαδικαστικών γεγονότων. αμφισβητήσεις. στον οποίο προβαίνει ο δικαστής προκειμένου να εκδώσει την απόφασή του. επιτρέπει ρητά και. ο Άρειος Πάγος ελέγχει: α) εάν σωστά θεωρήθηκε ως εφαρμοστέος ο κανόνας δικαίου. επιβάλλει τον έλεγχο του ΑΠ επί της εκτιμήσεως του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων. ότι υπόκεινται σε έλεγχο οι αποφάσεις του ίδιου ή και άλλου δικαστηρίου. στον οποίο προβαίνουν τα δικαστήρια της ουσίας. ορθότερη θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο κατά βάση η ευρύτερη ερμηνεία. αν αποδόθηκε σ' αυτόν η προσήκουσα αληθής ερμηνεία ή έννοια. όταν προσάγονται και αναφέρονται για την εκτίμηση της αποδεικτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. οι οποίες ανάγονται σε ειδικότερα ζητήματα. αν κατ' επέκταση έγινε η ορθή εφαρμογή του. αν αυτά έλαβαν ή όχι υπόψη ολόκληρο το περιεχόμενό τους ή των προτάσεων των διαδίκων ή δικαστικών αποφάσεων κ. Δ) Λαμβάνοντας υπόψη τον ανωτέρω αναφερόμενο νομικό ή δικανικό συλλογισμό (διάμεσο ή τελικό). την ίδια ή και άλλη δικαιοδοσία. εάν σωστά ή όχι έκριναν τα δικαστήρια της ουσίας. που αφορούν την ίδια ή άλλη δίκη. δηλαδή αν διατυπώθηκε σωστά η μείζονα πρόταση του .§ 290 – Αναίρεση 159 στερο αστικό δικονομικό δίκαιο. ως προς την εκτίμηση δικαστικών αποφάσεων για την κρίση περί συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων της εκκρεμοδικίας και του ουσιαστικού δεδικασμένου.λπ. Αλλά και τότε δεν πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου δικαιοπρακτικών και άλλων παρεμφερών δηλώσεων και συμφωνιών και εν γένει κλασσικής μορφής πραγματικών γεγονότων. θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί.χ. Σε αυτόν τον έλεγχο απέβλεπε άλλωστε η ρητά διατυπωμένη από τον ΚΠολΔ διάκριση μεταξύ αποδεικτικών και διαδικαστικών εγγράφων. Ράμμο αμφίβολη και κυρίως μετά τη διάταξη του αριθμ. 133 κείμενο και σημ. δεν ελέγχεται από τον ΑΠ. οι οποίοι έχουν ορισμένη έννοια. και ανωτ. ήταν κατά το Γ. εάν τα πραγματικά περιστατικά που έχουν διαπιστωθεί έχουν σωστά υπαχθεί στις έννοιες αυτές.χ. Ε) Αντιθέτως. 19 του άρθρ.160 § 290 – Αναίρεση συλλογισμού˙ β) εάν κατά τη συλλογή και τη διαπίστωση της αλήθειας του πραγματικού υλικού. στην περίπτωση που νόμιμα – πριν καταργηθεί αυτό το αποδεικτικό μέσο με το Ν. κατά τη διαπίστωση της αληθείας του πραγματικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας. των ορισμών του νόμου ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Η νομολογία του ΑΠ ήδη. η εκτιμηση των αποδείξεων (αποδεικτικών μέσων) και των πραγματικών γεγονότων. ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου. 140 κείμενο και σημ. 2915/2001 – είχε επιβληθεί ως αποδεικτικό μέσο σε διάδικο επακτός όρκος και είχε δοθεί στο επακτό όρκο η πλήρης αποδεικτική δύναμη που προβλεπόταν πριν από το Ν. που να συνιστά λόγο αναιρέσεως.χ. 45.˙ γ) εάν σωστά έγινε υπαγωγή του πραγματικού υλικού σύμφωνα με τον κανόνα δικαίου. χωρεί έλεγχος. ΣΤ) Όσον αφορά δε τη χρησιμοποίηση ή την εφαρμογή νομικών όρων. σ. ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση. που δεν επιτρέπονται από το νόμο κ. Θ . χώρησε παράβαση κανόνα δικαίου από αυτούς που καθορίζουν τα σχετικά ζητήματα αναφορικά με τον τρόπο συλλογής και διαπιστώσεως της αλήθειας του υλικού αυτού. Η ορθότητα της παραπάνω απόψεως. . δηλαδή αν υφίσταται λογική ακολουθία μεταξύ μείζονος προτάσεως και ελάσσονος προτάσεως και συμπεράσματος του παραπάνω συλλογισμού. Βλ.τι ισχύει και στην περίπτωση της ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων δικαίου. ως προς το αν αποδόθηκε στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα η σύμφωνα με το νόμο προσήκουσα αποδεικτική δύναμη. π. 110. 2915/2001 η ισχύς του αμάχητου τεκμηρίου110 ή στην περίπτωση που δεν δίδεται στη δικαστική ομολογία η από το νόμο προβλεπόμενη πλήρης αποδεικτική δύναμη ή αντίστροφα θεωρήθηκε ότι ισχύει ως προς ορισμένο αποδεικτικό μέσο το σύστημα των νομικών αποδείξεων.λπ. εγκατέλειψε την παλαιότερα κρατούσα άποψη. Ράμμος – εξακολουθούσε να δέχεται το Ακυρωτικό και υπό την ισχύ του ΚΠολΔ. την οποία – κατά την άποψη που είχε διατυπώσει ο Γ. 64. π. Σε όσες όμως περιπτώσεις ισχύει το σύστημα των νομικών αποδείξεων. επίσης σελ. από το δικαστήριο της ουσίας. εάν δεν ελήφθησαν υπόψη οι προσαγόμενες αποδείξεις ή αν έγινε χρήση αποδεικτικών μέσων. σύμφωνα με το προγενέστερο δίκαιο. 559 (577) ΚΠολΔ. που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του ανωτέρω συλλογισμού. σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να καθορίζει την αποδεικτική δύναμη του κάθε αποδεικτικού μέσου προκειμένου να είναι δυνατός ο έλεγχος του ΑΠ που αναφέρεται στο κείμενο και θεωρεί ότι ο παραπάνω καθορισμός δεν είναι απαραίτητος. Δηλαδή ο ΑΠ εξετάζει. δημιουργουμένων διαφορετικά των προϋποθέσεων της εφαρμογής του παραπάνω αναφερόμενου λόγου αναιρέσεως. ισχύει κατά βάση ό. Κ. προκειμένου να κρίνει μήπως ο δικαστής συμπεριέλαβε περιπτώσεις. που αντίκεινται στη νομική και συγχρόνως και στην ηθική σχέση του γάμου και μπορούν να επιφέρουν τον κλονισμό σ' αυτήν. 1970. Σύμφωνα με μία άποψη. Ράμμο. μπορεί να συμπληρώνει την αόριστη κ. Αθήναι. συνιστούν πράξεις ή παραλείψεις.111 – ότι υπόκειται στον έλεγχο του ΑΠ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. τ. των χρηστών ηθών. η τότε πρόσφατη νομολογία του ΑΠ π. ενώ αντιθετα είναι ανέλεγκτη 111. ενώ είναι ανεξέλεγκτη η κρίση. διατυπώνοντας ειδικότερο κανόνα. 5 του ν. σελ. εάν από τα παραπάνω περιστατικά επήλθε πραγματικά τέτοιος κλονιμός κ. Γαζή. στη συγκεκριμένη περίπτωση.Κ. Α.§ 290 – Αναίρεση 161 π. 1442 του Α. Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου. η οποία συμπληρώνει κατά κάποιο τρόπο το έργο του νομοθέτη. που πρόκειται για νόμο με τον οποίο είχε εκσυγχρονισθεί το ελληνικό δίκαιο κατ’ επίδραση κυρίας του γερμανικού Α. ή απέκλεισε περιπτώσεις. σωστά είχε δεχθεί. υπόκειται στον έλεγχο του ΑΠ. Βλ. ελέγχει το Ακυρωτικό Δικαστήριο (Άρειος Πάγος). Την ενέργεια και την κρίση του δικαστή της ουσίας.λπ. της καλής πίστεως. 15. δηλαδή ουσιαστικά θέτει ειδικό κανόνα δικαίου. σύμφωνα με την οποία ο δικαστής. Ζ) Προκειμένου εξάλλου για αόριστους νομικούς όρους ή σύμφωνα με την άποψη άλλων. σύμφωνα με τη διατύπωση του κανόνα αυτού. που υπάγονταν σ' αυτήν. εάν συνιστούν (τα πραγματικά περιστατικά) την εννοια του δόλου. Κατ' εφαρμογή της απόψεως αυτής. 20 του άρθρ. – του οποίου είχε προηγηθεί η διάταξη του άρθρ. για ελαστικές ή αξιολογικές ή μετανομικές έννοιες. κατά το Γ. . εάν οι καθημερινές ύβρεις του ενός από τους συζύγους κατά του άλλου ή ο μεταξύ τους ξυλοδαρμός μπορούν γενικά και αφηρημένα να επιφέρουν ισχυρό κλονισμό στη σχέση του γάμου. αν ορισμένα περιστατικά που έχουν διαπιστωθεί (από την αντικειμενική τους πλευρά).χ. ο οποίος δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση. 2228/1920 «περί διαζυγίου».λπ. 559 (577) ΚΠολΔ. Α΄. αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρ. το ζήτημα της εκτάσεως του ελέγχου του Ακυρωτικού συζητείται επισταμένα και αμφισβητείται πολύ τόσο από τη δική μας θεωρία όσο και από την αλλοδαπή. που δεν υπάγονταν στην εν λόγω έννοια. ο έλεγχος του Ακυρωτικού χωρεί σε κάθε περίπτωση. Εισαγωγή. Έτσι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. έννοια. υπό την προϋπόθεση ότι θα συντρέχουν οι όροι που θεωρούνται απαραίτητοι για να υπάρχει λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τον αριθμ.χ. εάν από ορισμένες πράξεις ή παραλείψεις των διαδίκων είναι δυνατό να συναχθεί αποδοχή δικαστικής αποφάσεως κλπ. και πάντα στα πλαίσια της εξουσίας που του παραχωρεί ο νόμος. Θ. αλλά και κάθε άλλη όμοια – και δεν γίνεται επί την βάση των πραγματικών δεδομένων αλλά γενικά και αφηρημένα – και ο οποίος θα εφαρμοσθεί επί των πραγματικών περιστατικών που έχουν διαπιστωθεί. εάν δηλ. δέχθηκε ο ΑΠ. η οποία δεν επιτρεπόταν σύμφωνα με το νόμο. ότι ελέγχεται η κρίση του δικαστή της ουσίας. ότι υπάγεται κατ' ευθείαν στον αναιρετικό έλεγχο ο νομικός χαρακτηρισμός των δηλώσεων δικαιοπρακτικού χαρακτήρα που περιέχονται στο έγγραφο. στη συγκεκριμένη περίπτωση επήλθε ή όχι πράγματι ο κλονισμός.)112. 579 § 1 Α. από τις προσαγόμενες αποδείξεις και από τις περιστάσεις. ότι δεν ελέγχεται ακυρωτικά η εφαρμογή της αόριστης νομικής έννοιας «ανάλογη διατροφή».λπ. μίσθωση. Περαιτέρω ελέγχεται ακυρωτικά η κρίση των δικαστηρίων της ουσίας. η νομολογία του ΑΠ δεν ακολουθεί πάντα την ίδια γραμμή. .λπ. Θ) Όσον αφορά εξάλλου την εκτίμηση του περιεχομένου των δικαιοπραξιών ή άλλων δηλώσεων βουλήσεως ή εκδηλώσεων σκέψεων και αντιλήψεων και εν γένει του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων μπορούν (είναι δυνατόν) να παρατηρηθούν τα επόμενα: α) Σύμφωνα με το προγενέστερο δίκαιο αμφισβητούνταν το ζήτημα. ενώ δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό η εκτίμηση.ΠολΔ Σ. 612 § 1 του Σχ. εάν ορισμένο έγγραφο μπορεί να ληφθεί υπόψη και να χρησιμεύσει ως αρχή της εγγράφου αποδείξεως. Πάντως ελέγχεται ακυρωτικά η κρίση των δικαστηρίων της ουσίας. εάν ορισμένη δήλωση ή συμπεριφορά συνιστά βαρειά κατηγορία κ. ανταλλαγή. ενώ αντίθετα θεώρησε. όπως προαναφέρθηκε. η οποία συνάγεται από τα γεγονότα αυτά. Η) Η εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται.§ 290 – Αναίρεση 162 ακυρωτικά η κρίση. οι οποίες γίνονται από το δικαστή της ουσίας. όταν αυτά λήφθηκαν υπόψη νόμιμα προκειμένου να εκτιμηθεί η αλήθεια των πραγματικών γεγονότων ή για να εκτιμηθούν σωστά οι αποδείξεις.λπ. παρακαταθήκη κ. αλλά και ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων στο πλαίσιο της εκτάσεως της έννοιάς του. και τα άρθρ. εάν συνιστά λόγο αναιρέσεως η παράβαση των κανόνων δικαίου που ερμηνεύουν τις δικαιοπραξίες και εν γένει τις δηλώσεις βουλήσεως. από τον ΑΠ στο ποσοστό που αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων. αν από το περιεχόμενο του εγγράφου πιθανολογείται η αλήθεια ορισμένου πραγματικού ισχυρισμού κ. ότι η παράβαση των προαναφερθέντων ερμηνευτικών κανόνων δεν 112. καθώς και η υπαγωγή στις νομικές έννοιες των γνωστών τύπων της δικαιοπραξίας (πώληση. ή όταν προβάλλεται ότι κακώς γινόταν η χρήση τους προκειμένου να διαπιστωθεί η αλήθεια κάποιου γεγονότος. Είναι πασιφανές εξάλλου.χ.Ε. Π. Δεν ελέγχεται όμως η εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Στην κατά περίπτωση όμως αντιμετώπιση. όχι μόνο ως προς την αποδιδόμενη σε αόριστο νομικό ή μετανομικό όρο έννοια. Πρβλ. Η νομολογία τότε συνήθως δεχόταν.Ε. δωρεά. έμμεσα δε ο έλεγχος της ορθής ερμηνείας του περιεχομένου των δικαιοπρακτικών κ. 173 και 200 ΑΚ. Ο ΚΠολΔ. Δημιουργείται εξάλλου και αδικαιολόγητη. εάν ανταποκρίνεται προς την ορθή και προσήκουσα θέση του όλου προβλήματος. Έτσι περαιτέρω καταλήγει λανθασμένα στις περισσότερες περιπτώσεις να αποφεύγεται άμεσα μεν η εφαρμογή των προαναφερθεισώνν μνημονευθεισών διατάξεων του νόμου. ενδεχομένως δε και 288 του ΑΚ κ. Κατά το σημείο αυτό χωρεί έλεγχος του ΑΠ και. Ράμμου το τελευταίο αυτό και το τελικό συμπέρασμα είναι ορθό. αλλά και (θα) πρέπει να διαπιστώνεται. στις οποίες είναι ίσως περισσότερο αναγκαίος. άνιση και διαφορετική μεταχείριση ομοίων περιπτώσεων. ότι δεν υπάρχει ασάφεια του περιεχομένου της δικαιοπραξίας κ. Είναι απαραίτητο να επιτρέπεται ο αναιρετικός έλεγχος στις περιπτώσεις αυτές. Εν όψει της εφαρμογής των διατάξεων αυτών σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως και ως προς τα όρια και την έκταση του ελέγχου της κρίσεως των δικαστηρίων της ουσίας από τον ΑΠ πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η νομολογία του ΑΠ σχεδόν πάγια δέχεται. και παρίσταται ανάγκη ερμηνείας. Σχετικά ορίζεται. Η αφετηρία όμως της παραπάνω απόψεως είναι αμφίβολο. εγ- . Κατά τη διδασκαλία του Γ. σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.§ 290 – Αναίρεση 163 δημιουργεί λόγο αναιρέσεως. όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρ. Δεν αρκεί πράγματι – αυτή ήταν η άποψη του Γ. αν διαπιστωθεί τέτοια παράλειψη ή μη προσήκουσα εφαρμογή των παραπάνω κανόνων. Διαφορετικά η κατάληξη θα είναι να ματαιώνεται στις περισσότερες περιπτώσεις. ότι είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των δικαιοπραξιών που κυρίως αποδεικνύονται εγγράφως και των άλλων δηλώσεων βουλήσεως. 288 ΑΚ. ότι η παράβαση των κανόνων αυτών από την άποψη του παραδεκτού της αναιρέσεως ισοδυναμεί με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή των υπολοίπων κανόνων δικαίου. λύνει το ζήτημα αυτό και αποσαφηνίζει τη σχετική αμφισβήτηση. Εφόσον όμως τίθεται ζήτημα και αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως κλπ. αλλά για οδηγίες προς το δικαστή. διότι δεν πρόκειται για κανόνες δικαίου. Ιδιαίτερη πρακτική και θεωρητική σημασία παρουσιάζει το ζήτημα αυτό. 173 και 200 του ΑΚ κ. γίνεται δεκτός ως βασίμως προβαλλόμενος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.λπ.λπ. και υπό κάποια έποψη του άρθρ. τότε επιβάλλεται η χρησιμοποίηση και εφαρμογή σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω αναφερομένων διατάξεων και κυρίως των άρθρ. ότι το περιεχόμενο αυτό είναι σαφές και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας. όπως ήδη ειπώθηκε. ο έλεγχος αυτός.λπ.λπ. εφ' όσον το δικαστήριο αυτό δέχεται. ότι πράγματι αυτό συμβαίνει. που απασχολεί την επιστήμη και την νομολογία πολύ για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ράμμου στην πρώτη έκδοση αυτού του έργου – να βεβαιώνει το δικαστήριο της ουσίας. λπ. σύμφωνα με τον οποίο. ο οποίος εξετάζει. 20 ΚΠολΔ. για να κρίνει. Στο σημείο αυτό η τελευταία άποψη της νομολογίας δεν ανταποκρίνεται . οπωσδήποτε αποδεικνυομένου. όπως και κάθε άλλου πραγματικού γεγονότος. εάν και σε ποια έκταση παράγει δεδικασμένο κ.λπ. ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. από κανόνες δικαίου ή νομικές έννοιες και νομικούς όρους και η συναγωγή συμπερασμάτων είναι εκτός του κυρίου πλαισίου του ελέγχου. 559 (577) αριθμ. εάν εν προκειμένω παραβιάσθηκαν ερμηνευτικοί κανόνες. της παρεμβάσεως (κυρίας ή απλής) κ. στην περίπτωση ασάφειας. 288 ΑΚ κ.λπ.κατά την άποψη που είχε διατυπώσει ο Γ. όπως επισημάνθηκε.164 § 290 – Αναίρεση γράφων. ΙΑ) Η παραμόρφωση του περιεχομένου δηλώσεως βουλήσεως. θεωρείται ότι ενεργεί στο όνομά του (ή μήπως παραβιάσθηκαν και άλλοι κανόνες δικαίου). του περιεχομένου του εγγράφου. αν λήφθηκε υπόψη κάποιος ισχυρισμός κ. της εφέσεως. το πιθανότερο είναι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να εμφιλοχωρήσει εσφαλμένη κρίση στο πρώτο στάδιο ή στο δεύτερο. να εξετασθεί από το Ακυρωτικό και να οδηγήσει στην αναίρεση της αποφάσεως. της ανακοπής.λπ. εφόσον προτείνεται ο παραπάνω εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως του άρθρ. όπως είναι εκτός από τους αναφερόμενους γενικούς κανόνες των άρθρ. όπως ήδη τονίσθηκε.λπ. Ι) Τα παραπάνω εκτεθέντα δεν έχουν κατ' αρχήν. ο Άρειος Πάγος μπορεί και οφείλει. αν κάποιος ενεργεί στο όνομα κάποιου άλλου. δ) Η υπαγωγή του περιεχομένου που διαπιστώνεται και. 173. εφαρμογή στα διαδικαστικά έγγραφα. που δεν περιέχονταν και ήταν προδήλως διαφορετικά από αυτά που περιλαμβάνονταν στο έγγραφο της δηλώσεως βουλήσεως και επομένως δεν είχαν προταθεί ούτε αποδειχθεί ή αντιθέτως δεν ελήφ- . ότι αυτή εξέρχεται του κύκλου της απλής εκτιμήσεως των πραγματικών γεγονότων και αποδείξεων.. τελεσίδικη κ. ή το έγγραφο της δικαστικής αποφάσεως προκειμένου να κρίνει. ερμηνεύεται κ. να εκτιμήσει και να αξιολογήσει το δικόγραφο της αγωγής. Ράμμος – προς το πνεύμα και το σκοπό των νέων ρητών ορισμών του ΚΠολΔ β) Η διαπίστωση της αλήθειας του περιεχομένου των παραπάνω δικαιοπρακτικών και άλλων δηλώσεων κ. αν σωστά χαρακτηρίστηκε αυτή οριστική. 200. ο κανόνας του άρθρου 212 ΑΚ. των οποίων η εκτίμηση υπόκειται δυνάμει της μνημονευομένης παραπάνω ρητής διατάξεως του ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου χωρίς κανένα περιορισμό.λπ. μπορεί. είναι.. που αποδεικνύεται εγγράφως. γ) Η ερμηνεία αυτού του περιεχομένου υπόκειται στον έλεγχο του ΑΠ. εφόσον προβάλλεται και αποδεικνύεται. διότι ελήφθησαν υπόψη γεγονότα. αν δεν μπορεί να διαπιστωθεί.λπ. όπως ήδη επισημάνθηκε. Επομένως. Άλλωστε. όπως επισημάνθηκε. κατά το οποίο είναι δεδομένο ότι υπάρχει ασάφεια στη διατύπωση κ. οι οποίοι καθορίζουν ή τον τρόπο αυτής ή την αποδοτέα στην περίπτωση σιωπής των ενδιαφερομένων ή αμφιβολίας έννοια.λπ. Π. περισσότερο από φιλοσοφική σκοπιά. το δικαστήριο αποφαίνεται. ότι πρόκειται για πραγματικό γεγονός. καταλήγουν όμως σε παρεμφερείς διακρίσεις και κυρίως μεταξύ ιστορικού συμβάντος ή υφιστάμενης φυσικής καταστάσεως και δεοντολογικού ή επιβαλλόμενου μέσα από τη ρύθμιση ή εφαρμογή γενικότερου κανόνα στοιχείου και συνήθως σε διάκριση μεταξύ οντολογικών και δεοντολογικών κρίσεων. εξαιτίας άγνοιας ή εξαιτίας άλλης εύλογης αιτίας χρησιμοποιήθηκε ο όρος «μίσθωση» και ότι από τους όρους της συμφωνίας ή από άλλα στοιχεία πείσθηκε σχετικά μ' αυτό.§ 290 – Αναίρεση 165 θησαν υπόψη γεγονότα εμφανώς και αναμφισβήτητα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν. οι οποίες αποβλέπουν στη θεώρηση του προβλήματος μέσα από την παραδοχή και χάραξη γενικών κατευθύνσεων σε γενικότερη φιλοσοφική βάση.χ. Η μεν. διότι κακώς δικάσθηκε ερήμην ο διάδικος. αν στην περίπτωση που προβάλλεται λόγος αναιρέσεως. Σύμφωνα με τον ΚΠολΔ σωστότερη φαίνεται η καταφατική απάντηση με την έννοια. Δέχονται όμως. εάν η κρίση που εκφέρεται χαρακτηρίζεται οντολογική ή ότι το ζήτημα είναι νομικό. ότι παρατηρούνται δύο νεώτερες αξιόλογες συστηματικές τάσεις. ότι πρόκειται για κατάρτιση συμβάσεως δόσεως κατά παράκληση. η οποία μπορεί να ονομαστεί υποκειμενική θεωρία. ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει και τα τελευταία στοιχεία ενόψει των όσων δέχονται σε κάθε περίπτωση τα δικαστήρια της ουσίας ή εφ' όσον αμφισβητείται η συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων για την εγκυρότητα της επιδόσεως. Για το λόγο αυτό η μέθοδος αυτή λέγεται αντικειμενική. Σύμφωνα με την άλλη κατεύθυνση η εξέταση και ο χαρακτηρισμός γίνονται με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Στο σημείο αυτό είναι δυνατό να λεχθεί. Ανάλογα δε με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται κάθε φορά προστίθενται ή αφαιρούνται από την έννοια του πραγματικού ή του νομικού γεγονότος ένα ή και περισ- . ενώ το έγγραφο που προσάγεται μιλά για μίσθωση. εάν γίνεται δεοντολογική κρίση. μεταξύ πραγματικού γεγονότος και νομικού ζητήματος ή θέματος. και επομένως που είχαν προταθεί και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. ΙΓ) Στα παραπάνω εκτιθέμενα συμπεράσματα της αντιμετωπίσεως του προβλήματος που γίνονταν παλαιότερα θεωρητικά και πρακτικά στα περισσότερα θέματα και σημεία καταλήγουν οι νεώτερες θεωρητικές και συστηματικές μελέτες. Κυρίως επιδιώχθηκε και επιδιώκεται η διάκριση. προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και να προσδιορίσει ασφαλές κριτήριο διακρίσεως μεταξύ πραγματικού και νομικού ζητήματος με βάση υποκειμενικά κριτήρια. ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο αν συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις της ερημοδικίας ή προβαίνει και στην έρευνα της συνδρομής των πραγματικών προϋποθέσεων. χωρίς να δέχεται ότι κατά παραδρομή. οι οποίες διαφέρουν η μία από την άλλη ως προς την αφετηρία και τη μέθοδο. και προσαχθείσες αποδείξεις. ΙΒ) Από το προγενέστερο δίκαιο αμφισβητούνταν το ζήτημα. οι περιπτώσεις –όπως συνάγεται από την καθημερινή πείρα– στις οποίες τα διάφορα ζητήματα εμφανίζονται και γίνονται γνωστά υπό τη σύνθετη και θεωρητική ή γενική μορφή τους. Επίσης ασκεί ορισμένη επίδραση στη θεωρία και στην πράξη η κρατούσα κάθε φορά τάση του περιορισμού ή της επεκτάσεως του ακυρωτικού ελέγχου. εν μέρει τουλάχιστον. στις οποίες τώρα περιλαμβάνονται στοιχεία που άλλοτε αποτελούσαν περιεχόμενο ειδικών επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων. Ακόμη δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις. ότι τα περισσότερα από τα καθημερινά συμβάντα και τα κοινωνικά φαινόμενα εμπίπτουν στο πλαίσιο της εφαρμογής κάποιου κανόνα δικαίου. η οποία σχεδόν πάντα βασίζεται σε ορισμένες φιλοσοφικές αντιλήψεις. Το γεγονός αυτό έχει συντελέσει σε συνδυασμό με άλλους λόγους στην προσέγγιση των διαχωριστικών ορίων και γραμμών μεταξύ πραγματικού και νομικού ζητήματος. κατά τα οποία τα περιστατικά είτε εμφανίζονται απλά είτε εισέρχονται στο πεδίο ειδικών χαρακτηρισμών. σχετικά με το αντίστοιχο θέμα του καθορισμού του αντικειμένου της δικονομικής αποδείξεως113. Περαιτέρω και οι αφετηρίες των διαφόρων θεωριών. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ολοένα σημειουμένης εξελίξεως του πολιτισμού και της επεκτάσεως των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων.§ 290 – Αναίρεση 166 σότερα στοιχεία. κατά τις οποίες διακρίνεται ή διαφαίνεται από το κείμενο των 113. ώστε να καθίσταται ολοένα δυσχερέστερη η ως άνω διάκριση. Δεν είναι σπάνιες. και έχουν τη σφραγίδα αυτής της εφαρμογής ως προς το περιεχόμενο και μερικές φορές ως προς τη διατύπωση. στηρίζονται σε υποθέσεις και όχι σε γενικά αναγνωρισμένες αρχές ή σταθερά θετικά δεδομένα. Κατ' αυτό τον τρόπο επεκτείνονται ή περιορίζονται τα όρια του ελέγχου του Ακυρωτικού. Βλ. Όλες οι σχετικές προσπάθειες ξεκινούν από ορισμένη αφετηρία σκέψεων. αλλά κυρίως μάλλον θεωρητική. εμφανούς ή αφανούς. άμεσα ή έμμεσα. πιο πάνω § 261. ώστε (να) μπορεί να λεχθεί χωρίς υπερβολή. τα διάφορα πραγματικά γεγονότα δεν εμφανίζονται αμιγώς φυσικά ή ιστορικά. ΙΔ) Όπως και παραπάνω σημειώθηκε. Κατ' ανάγκη λοιπόν τα συμπεράσματά τους τελούν σε συνάρτηση με αυτές τις αντιλήψεις και έχουν βεβαίως αξία. αλλά περιβεβλημένα περισσότερο ή λιγότερο με κρίσεις αναλόγως των προσώπων και των πραγμάτων. Αλλά και οι άλλοι τρόποι καθορισμού και διακρίσεως του πραγματικού από το νομικό στοιχείο με περισσότερες ή λιγότερες παραλλαγές καταλήγουν σε ανάλογα και αντίστοιχα συμπεράσματα. . Είναι λοιπόν επόμενο η επισκόπηση αυτών των περιστατικών να παρουσιάζει ποικίλα φαινόμενα. Κατά συνέπεια. τα διάφορα περιστατικά παρουσιάζονται ενδεδυμένα με χαρακτηρισμούς που περιέχουν πολλές ή λίγες κρίσεις. εξάλλου. Εξάλλου η ρυθμιστική επίδραση του δικαίου έχει σε τέτοιο βαθμό διαποτίσει τη ζωή. 533(551)§ 2 ΚΠολΔ που αναφέρθηκε παραπάνω για την έφεση. Γεννάται. επομένως. ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται με την ίδια απόφαση και για τις δύο κατηγορίες παραδεκτού. ο Άρειος Πάγος εξετάζει πρώτα το νομότυπο της εισαγωγής της υποθέσεως προς συζήτηση και στη συνέχεια το παραδεκτό της αναιρέσεως γενικά. ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν πρέπει. Τέλος. Υποστηρίζεται όμως και γίνονται δεκτές διάφορες εξαιρέσεις από την αρχή αυτή. ανάλογες με εκείνες που εκτέθηκαν σχετικά με την έφεση. δυνάμει ρητής διατάξεως ή από τη φύση του. Είναι πρόδηλο ότι. ότι πρόκειται για αναίρεση ή ακύρωση ή αναθεώρηση. ότι η παρατηρούμενη διαφορά αντιλήψεων και απόψεων μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών συγγραφέων και Ανωτάτων Δικαστηρίων δικαιολογείται εν μέρει και από το γεγονός. Χ) Απόφαση επί της αναιρέσεως. Ο ΚΠολΔ δεν περιέχει σχετικά με την αναίρεση και την αναιρετική διαδικασία διάταξη ανάλογη με αυτή του άρθρ. η οποία οδήγησε στην παραδοχή του σχετικού λόγου της παραμορφώσεως. ή με τη δημοσίευση ερμηνευτικού νόμου κ. για τα οποία κρατεί ζωηρή αμφισβήτηση. Όσον αφορά τα σχετικά ζητήματα. αν λείπει μία από τις προϋποθέσεις του . δηλαδή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής. Εξετάζονται πρώτα οι λόγοι που ανάγονται σε δικονομικές παραβάσεις και έπειτα οι λόγοι που αφορούν τη μη ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. να παραβλέπεται. στην Ιταλία και στη συνέχεια και στη χώρα μας σχετικά με τη διάκριση μεταξύ παραμορφώσεως και απλής εσφαλμένης εκτιμήσεως του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων. όπως προβάλλεται με τους λόγους της αναιρέσεως. Καταρχήν εφαρμοστέος είναι ο κανόνας που ισχύει κατά το χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και του οποίου σημειώθηκε παράβαση. το ζήτημα με βάση ποίο δίκαιο θα κριθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της αναιρέσεως σε περίπτωση μεταβολής της νομοθεσίας με τη δημοσίευση νομοθετήματος που θα έχει αναδρομική ισχύ. ότι η αντιμετώπιση του γενικότερου προβλήματος ή και των ειδικότερων ζητημάτων γίνεται με την εν γνώσει ή εν αγνοία υφιστάμενη επίδραση. η οποία ακούσια συνήθως επηρεάζει την κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της οποίας η διαπίστωση δεν είναι πάντα βέβαιο. γίνεται ειδικότερα λόγος στα περί διαχρονικού δικονομικού δικαίου. Α) Όπως και παραπάνω σημειώθηκε. Με αυτή την αντίληψη συνδέεται εν μέρει η σκέψη που επικράτησε στη Γαλλία. και έπειτα το παραδεκτό και τη βασιμότητα κάθε λόγου αναιρέσεως (περιλαμβανομένων και των πρόσθετων λόγων).§ 290 – Αναίρεση 167 αποφάσεων του Ακυρωτικού Δικαστηρίου η αντίληψή του για τη λεγόμενη «ουσία της υποθέσεως». εξάλλου.λπ. εφόσον αυτή δεν προκύπτει με σαφήνεια από το φάκελλο της υποθέσεως. ΙΧ) Εφαρμοστέο Δίκαιο. με σκοπό ακριβώς την αποτροπή αυτής της συνέπειας.ΠολΔ Σ. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως προς ένα ή περισσότερα ζητήματα ή κεφάλαια περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές κρίνεται ορθή. δεν απαγγέλλεται τέτοια καταδίκη αυτού.Ε. μπορώντας να στηρίξει κατά την κρίση του Ακυρωτικού την ορθότητα του αντίστοιχου διατακτικού. Β) Αν η αναίρεση κριθεί απαράδεκτη ή όλοι οι λόγοι της είναι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι. Σχ. αν από την απόρριψη κάποιου ισχυρισμού ή αιτήσεως παράγεται δεδικασμένο. Π. ο Άρειος Πάγος αναιρεί όπως λέχθηκε. ο αντίστοιχος λόγος ή γενικά η αναίρεση απορρίπτεται. 115. Ε) Αν η αναίρεση θεωρηθεί παραδεκτή και ένας τουλάχιστον από τους λόγους είναι βάσιμος. που παράγεται από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης βάσεως – να ασκήσει αναίρεση. απορρίπτεται η αναίρεση.§ 290 – Αναίρεση 168 παραδεκτού της αναιρέσεως. κι αν ακόμη το διατακτικό είναι ορθό. απορρίπτεται η αναίρεση. ΚΠολΔ 578 (596). 635 Α. Γιατί και αν ακόμη αυτές είναι εσφαλμένες δεν δικαιολογείται η αποδοχή του σχετικού λόγου ή της αναιρέσεως στο σύνολό της. αν απορρίφθηκε η μία βάση και έγινε τελεσίδικα δεκτή η άλλη. αν είναι αναιρεσίβλητος. πλειστηριασμού κ. Αυτή γίνεται δεκτή. ούτε. Γ) Αν έχει επιληφθεί ένα από τα ακυρωτικά Τμήματα του Αρείου Πάγου και κρίνει ότι συντρέχει. έστω και αν οι αιτιολογίες είναι εσφαλμένες. που έχουν το ίδιο αίτημα (την ακύρωση διαθήκης. . σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν. απορρίπτεται αυτή χωρίς άλλη εξέταση. σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών. περίπτωση παραπομπής στην Ολομέλεια. την προσβαλλόμενη απόφαση 114.Ε.χ. Βλέπε παραπάνω παραπομπές. Αν αναιρεσείων είναι ο εισαγγελέας.). λαμβάνεται υπόψη και εν προκειμένω το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει περισσότερα κεφάλαια ή υπάρχει έννομο συμφέρον για την εξέταση και την αποδοχή ή την απόρριψη ενός ή και όλων των άλλων λόγων της αναιρέσεως. Κατ' εξαίρεση. 596. Δ) Όταν κρίνεται η βασιμότητα των λόγων της αναιρέσεως. τότε παραπέμπει την υπόθεση σ' αυτή. Αν αυτό είναι ορθό. αν ο σχετικός λόγος κριθεί βάσιμος. χωρίς να θίγεται το τελικό διατακτικό της αποφάσεως115. ο ενάγων δικαιούται – για να αποτρέψει ακριβώς το δεδικασμένο.λπ. ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα114. χωρίς να εξετασθεί η ορθότητα των υπόλοιπων αιτιολογιών. Διαφορετική είναι η περίπτωση. επιδικάζονται υπέρ του τα έξοδα και η αποζημίωση. μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. η αναίρεση γίνεται δεκτή και δεν εξετάζονται οι υπόλοιποι λόγοι. Αν περαιτέρω ένας από τους λόγους της αναιρέσεως κριθεί όχι μόνο παραδεκτός αλλά και βάσιμος. αν εννοείται η κατάσταση η πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας αποφάσεως ή.§ 290 – Αναίρεση 169 και καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα έξοδα. οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε. όπως λέχθηκε. β) ανατρέπονται οι πράξεις που ενεργήθηκαν δυνάμει αυτής της αποφάσεως και κάθε διαδικασία που επακολούθησε. που υποβλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση και κατά τη συζήτηση αυτής.Ε.Ε.λπ. και τα πρακτικά της δίκης αυτής. 117.Πολ.) εκμηδενίζονται. Η αμφισβήτηση αυτή είχε και έχει πρακτική σημασία κυρίως για τη λύση του ζητήματος. κατά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση. ενώ η πριν από αυτή διαδικασία ακυρώνεται μόνο. . Την αποκατάσταση αυτή μπορεί να διατάξει ο Άρειος Πάγος με την αναιρετική απόφαση. ενώ αυτές που διαγράφτηκαν εγγράφονται εκ νέου. εφόσον τηρείται ορισμένη προδικασία και μάλιστα υποβάλλεται σχετική αίτηση με το αρχικό ή το πρόσθετο αναιρετήριο ή με το ίδιο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία μέχρι την προηγουμένη της συζητήσεως. η αναίρεση περιορίζεται σε ένα ή κάποια μόνο ή εκτείνεται σε περισσότερα ή όλα. ανάλογα με το αν η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά ενός ή περισσοτέρων ή όλων των κεφαλαίων της και ο λόγος που έγινε δεκτός πλήττει και ανατρέπει το έρεισμα του ενός. Τα χρήματα και τα πράγματα που ελήφθησαν σε εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως αποδίδονται με τους τόκους και καρπούς117. αίρονται και διαγράφονται. Αν αναιρεθεί κάποια απόφαση. Συνεπάγεται λοιπόν ότι: α) η αναιρεθείσα απόφαση αποβάλλει όλη την ισχύ της και τα αποτελέσματά της (δεδικασμένο κ. μόνο εφόσον στηρίζεται σε παράβαση. κάποιων ή όλων αυτών των κεφαλαίων. αν διατηρούν την ισχύ τους οι (έγγραφες) προτάσεις. Κατά τον ΚΠολΔ εφαρμοστέο είναι το κοινό δίκαιο. εφόσον η αναίρεση και οι λόγοι της αναιρέσεως στρέφονται και εναντίον αυτών των αποφάσεων. Σχετικά με το ζήτημα της αφετηρίας της οφειλής τόκων και καρπών επικρατούσε στο προϊσχύσαν αστικό δικονομικό δίκαιο αμφισβήτηση. Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο αμφισβητήθηκε το ζήτημα. ΣΤ) Μετά την αναίρεση κάποιας αποφάσεως. 637 § 1 Α. β) Η αναίρεση κάποιας διατάξεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνεπάγεται την αναίρεση και των διατάξεων που στηρίζονται σε αυτή.χ. ή και με τις προτάσεις και ε- 116. η σχετική με τα έξοδα. διότι ορίζει. Σ. αναιρούνται επίσης όλες οι σε αυτή στηριζόμενες αποφάσεις. καθώς και των διατάξεων που αφορούν κεφάλαια που συνέχονται αναπόσπαστα με αυτή. Ο ΚΠολΔ λύνει το ζήτημα που εκτέθηκε. α) Αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει περισσότερα κεφάλαια. όπως π. εφόσον στηρίζεται σε παράβαση. ότι η πριν από την αναιρεθείσα απόφαση διαδικασία ακυρώνεται. δηλαδή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της επιδόσεως της αποφάσεως που διατάσσει την απόδοση. όπως δεχόταν η κρατούσα γνώμη. για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. ΚΠολΔ 579 (597) § 1 Σχ. η πριν από τη συζήτηση. οι υποθήκες και οι κατασχέσεις που εγγράφτηκαν αποσβήνονται. για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση116. 597 § 1. β 123. δηλαδή αν η υπόθεση δεν είχε διευκρινισθεί κατ' ουσία. ΚΠολΔ 579(597) § 2 Σχ. παραπέμπει την υπόθεση στο κατά την κρίση του αρμόδιο δικαστήριο. Ειδικότερα: α) Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόδοση λόγω υπερβάσεως δικαιοδοσίας. γ) Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Εξάλλου.Ε. η εκτέλεση κ. Ειδικώτερα για τα ζητήματα αυτά γίνεται λόγος στο τμήμα για την αναγκαστική εκτέλεση. όπως λέχθηκε. § 1 Σχ. εκτός από αυτούς που αναφέρονται παραπάνω. 638 § 1 Α. ΚΠολΔ 581 (599) § 3 Σχ. Σε αντίθετη περίπτωση. 121. 638 § 2 Α. 598 § 1. Σχετικά με το ζήτημα. τα πολιτικά δικαστήρια δεν μπορούν να επιληφθούν περαιτέρω της υποθέσεως.Ε. 124.Ε. Ζ) Η αναίρεση απαγγέλλεται. Περαιτέρω. Διαφορετικά η αποκατάσταση αυτή διατάσσεται από το Τμήμα ή το δικαστήριο της παραπομπής119 ή εφαρμόζεται το κοινό δίκαιο. όπως εκτίθε- . ΚΠολΔ 580 (598).ΠολΔ Σ.Ε. σύμφωνα με τις γενικές αρχές.λπ. 575 εδ. αποδεικνύεται προαποδεικτικά118.λπ. 599 § 3.ΠολΔ Σ. κατά την ορθότερη γνώμη. 639 § 3 Α. για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου γενικά ή ορισμένων κανόνων δικονομικού δικαίου. 597 § 2. εκτός των περιπτώσεων των αδιαιρέτων δικαίων121. εφόσον αυτή ενέχει υπέρβαση καθηκόντων ή υπέρβαση δικαιοδοσίας123. ΚΠολΔ 580 (598) § 2 Σχ. βλέπε κατωτέρω στα περί των συνεπειών της ακυρώσεως κλπ. β) Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων περί αρμοδιότητας. Τα παραπάνω αποτελέσματα. Επομένως. 637 § 2 Α. δηλαδή ανατρέχουν στον πριν από την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως χρόνο. Εξαίρεση ισχύει.ΠολΔ Σ.Ε.ΠολΔ Σ. 119. στους διαδίκους και τους καθολικούς ή οιονεί καθολικούς διαδόχους τους.170 § 290 – Αναίρεση φόσον η καταβολή. 120. επέρχονται αναδρομικά. β Σχ. όσα έγιναν κατά το ενδιάμεσο διάστημα ανατρέπονται. το δικάζον Αναιρετικό Τμήμα του Αρείου Πάγου μπορούσε με βάση το προϊσχύσαν αστικό δικονομικό δίκαιο να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεώς της κατ' ουσία. ενώ αναιρείται επίσης η πρωτόδικη απόφαση που τυχόν επικυρώθηκε απο την αναιρεθείσα απόφαση. αν γεννάται αξίωση για αποζημίωση που προέρχεται από την εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως. παραπεμπόταν124 στο τότε από τον κανονισμό οριζόμενο Τμήμα παραπομπής του Αρείου 118.Ε.Ε. 608 εδ.Ε.ΠολΔ Σ.Ε. 122. 598 § 2. χωρίς να επεκτείνονται σε τρίτους. εκτός των περιπτώσεων υπερβάσεως καθηκόντων ή ελλείψεως καθ' ύλην αρμοδιότητας122. ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειαζόντουσαν περαιτέρω διευκρινίσεις (με την προϋπόθεση βέβαια ότι οι διάδικοι ή τουλάχιστον ένας από αυτούς είχαν υποβάλει προτάσεις επί της ουσίας).120. τα αποτελέσματα αυτά περιορίζονται. η αποδοχή της αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν έχει αποτελέσματα απέναντι στους διαδίκους. της αναγκαστικής εκτελέσεως. ΚΠολΔ 557 (575) εδ. αφού εγερθεί ξεχωριστή αγωγή κ.Ε. β Α. στοιχ. Α) Η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής με εγγραφή στο πινάκιο και επίδοση της κλήσεως για συζήτηση κατά το κοινό δίκαιο. Όσον αφορά τους με αριθ. αλλά ο Άρειος Πάγος δίκαζε ο ίδιος την ουσία της υποθέσεως125. Για το λόγο αυτό η γραμματεία του Αρείου Πάγου οφείλει να ειδοποιεί αμελλητί τη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Πριν από το Ν. 127. παραπομπή κ. 2. ΧΙ) Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής. η οποία υποχρεούται να προβεί χωρίς αναβολή στη σημείωση αυτή127. ο διάδικος που ηττήθηκε καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Αρείου Πάγου. ισχύουν κατά βάση mutatis mutandis και όταν δικάζει την αναίρεση στις ανωτέρω αναφερθείσες περιπτώσεις αντί των αναιρετικών Τμημάτων η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου126. κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρείται. ΚΠολΔ 582 (600) Σχ. δεν επιτρέποντα –κατά κανόνα τουλάχιστον– ένδικα μέσα και μάλιστα σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται δεύτερη αναίρεση. 125. Α-Ζ).Ε. 126. όπως ίσχυε πριν από το Ν.Ε. 638 § 3 Α.ο. Για τα υπόλοιπα θέματα και ζητήματα της αρμοδιότητας της Ολομελείας του Αρείου Πάγου βλέπε κατωτ. ή στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. ΙΑ) Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως αναιρέσεως.ΠολΔ Σ. ως προς τη διαδικασία εκδικάσεως διαφορών παραδόσεως ή αποδόσεως μισθίου κ.§ 290 – Αναίρεση 171 Πάγου. 2172/1993 (άρθρο 31 § 1) ίσχυε η αρχική ρύθμιση. η οποία τη δέχεται ή την απορρίπτει. πλην όμως με βάση το ισχύον δίκαιο ο Άρειος Πάγος υποχρεούται να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς αυτό που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Η) Όσα εκτέθηκαν παραπάνω (υπό στοιχ. 2172/1993. .Ε. σύμφωνα με την οποία αν αναιρείτο πάλι η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής.λπ. Θ) Η αναιρετική απόφαση σημειώνεται στο περιθώριο του πρωτοτύπου της αναιρεθείσας απoφάσεως. 598 § 3). 3 και 6-17 του άρθρ. ενώ σε περίπτωση αναιρετικής αποφάσεως στα έξοδα και της δίκης. 171 επ. 600. ο Άρειος Πάγος με βάση μεν το προϊσχύσαν δίκαιο απλώς μπορούσε. όπως συνήθως. 559 (577) ΚΠολΔ προβλεπόμενους λόγους.ΠολΔ Σ. ΚΠολΔ 580 (598) § 3 (Σχ. Ι) Σε κάθε περίπτωση. 640 Α. τότε δεν γινόταν εκ νέου δεύτερη παραπομπή. 2172/1993 με συνέπεια με βάση το ισχύον δίκαιο να είναι επιτρεπτή και πιθανή και η δεύτερη. Αυτό ίσχυε τότε αδιάφορα αν η αίτηση αναιρέσεως είχε εισαχθεί σε ένα από τα αναιρετικά Τμήματα. Αυτή η ορθή ρύθμιση καταργήθηκε με το Ν. ΧΙΙΙ σελ. ή ακόμη και τρίτη.κ. Επίδοση της ται στον οικείο τόπο.Ε. ΚΠολΔ 581 (599) § 1 Σχ. αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε τη λύση που δόθηκε επί του νομικού ζητήματος από την αναιρετική απόφαση. Ράμμου να περιληφθεί και στον ΚΠολΔ. 490/1974. 598 § 5. 18. 133. αν είχε ασκηθεί αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής για τον ίδιο λόγο. β και γ) όριζε ότι. Βλέπε σχετικά με την περαιτέρω διαδικασία σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής από τον Άρειο Πάγο. 639 § 2 Α. κατά το οποίο υπάρχει λόγος αναιρέσεως. 18 ΚΠολΔ. Σχ.Ε. 639 § 1 Α. 2 και 4 εδ. Β) Ως προς τη συζήτηση στο ακροατήριο και γενικά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής. σύμφωνα με όσα κατωτέρω εκτίθενται. με βάση την ισχύουσα ρύθμιση. ΧΖ. Η συζήτηση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής περιορίζονται μέσα στα πλαίσια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.ΠολΔ Σ. 599 § 1. 237(245) ΚΠολΔ (όπως στη συζήτηση ενώπιον πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων)129. Παρόμοια διάταξη έπρεπε κατά την άποψη του Γ. 599 § 2. στοιχ. 641 § 1 Α.ΠολΔ Σ. . όπως είχε μέχρι το ν. πιο πάνω και στοιχ. χωρίς να μπορεί να αποφανθεί αντίθετα με αυτή και ιδιαίτερα δεν μπορεί να αποφανθεί σύμφωνα με την απόφαση που αναιρέθηκε (και ειδικότερα ως προς τα σημεία που αναιρέθηκε). Αυτή η υποχρέωση και η αντίστοιχη ενδοδιαδικαστική δέσμευση του δικαστηρίου παραπομπής προκύπτει από τις ακόλουθες διατάξεις: α) από το άρθρ. εφόσον συντρέχουν οι 128. ΚΠολΔ 559 (577) αριθ. αν δεν δεσμευόταν το Τμήμα της παραπομπής από την (πρώτη) αναιρετική απόφαση κατά το σύστημά του. Το άρθρο αυτό δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη διάκριση και η ρύθμιση αυτή δεν μεταβλήθηκε μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 (598) ΚΠολΔ με το ν. ενώ οι προτάσεις κατατίθενται από τους διαδίκους κατά το άρθρ. 3810/1957 (ν.Ε. Δ) Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής επιτρέπονται όλα τα ένδικα μέσα. 132. 130. 134. Το προγενέστερο δίκαιο. κατά την οποία μπορούσε να χωρήσει παραπομπή σε περίπτωση αποδοχής της αναιρέσεως και σε δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές με το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση132. που διέπουν τη συζήτηση και τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. περιλαμβανομένης και της αναιρέσεως133. Βλ. ΚΠολΔ 581 (599) § 2 Σχ.ΠολΔ Σ. αρμόδια να αποφανθεί για τη νέα αναίρεση ήταν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. υποχρεωτική την παραπομπή σε κατώτερο δικαστήριο ουσίας. ανωτ.134. Το άρθρο 580 ΚΠολΔ καθιστά πλέον. Γ) Το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την αναιρετική απόφαση. 131.Ε. για το οποίο γίνεται λόγος και κατωτέρω131 και β) από το άρθρ.172 § 290 – Αναίρεση παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν είναι απαραίτητη128. ΧΖ.Ε. ΧΜΖ/1877 αρθρ.Ε. 580 (598) ΚΠολΔ130. για τον οποίο αναιρέθηκε η πρώτη απόφαση. 129.Ε. 559 (577) αριθ. εφαρμόζονται οι κανόνες. και ανακοπή ερημοδικίας. η υπόθεση αναπέμπεται στο Τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό. ή άλλως είχε την εξουσία. Κατά των αποφάσεων του Τμήματος της παραπομπής. να εκφράσει αντίθετη γνώμη προς αυτή που δόθηκε από το ακυρωτικό Τμήμα. αναψηλάφηση και. 19 και 20 του άρθρ. ΧΣΤ. 136. Μόνο σε περίπτωση αναιρέσεως για παράβαση κανόνω ουσιαστικού δικαίου ή για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στις διατάξεις των αριθ. ΚΠολΔ 580 (598) §§ 1 και 5. Ενώπιον αυτού το Τμήματος η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μετά από προσδιορισμό δικασίμου και επίδοση κλήσεως. δεσμευόταν επίσης καταρχήν από τη λύση του νομικού ζητήματος που δόθηκε από την αναιρετική απόφαση και όφειλε να θέσει αυτή ως βάση της αποφάσεώς του. 16. επιτρέπονταν. εφόσον συνέτρεχαν οι υπόλοιπες νόμιμες προϋποθέσεις. σύμφωνα με όσα ανωτέρω (υπό στοιχ. Σε τέτοιες περιπτώσεις η υπόθεση παραπεμπόταν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με σκοπό την άρση της διαφωνίας135. Το Τμήμα αυτό. εφόσον υπάρχουν και άλλοι λόγοι αναιρέσεως που παραπέμφθηκαν (στην Ολομέλεια). ΚΠολΔ 581 (599) § 3. στοιχ. κατά μία γνώμη. την εξουσία να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση με τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω136. το Τμήμα της παραπομπής δικαιούτο. 568 ΚΠολΔ. και ανωτ. προβαίνει στην εκδίκαση 135. Βλ. εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία με εκείνη που εφαρμόζεται ενώπιον του Τμήματος αυτού. . και πιο πάνω. σύμφωνα με τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρ. XIII) Η διαδικασία ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Το τελευταίο είχε. χωρίς να επιτρέπεται η προσθήκη νέων πρόσθετων λόγων. αφού αποφανθεί – αν συντρέχει τέτοια περίπτωση– για τους υπόλοιπους λόγους αναιρέσεως.λπ. Αυτή η απόφαση της Ολομέλειας δέσμευε και το Τμήμα της παραπομπής. Βλ.). Το καταργηθέν Τμήμα της παραπομπής του Αρείου Πάγου. ενώπιον του οποίου φερόταν κατά το προϊσχύσαν δίκαιο προς συζήτηση η υπόθεση. καθώς και διότι το δικαστήριο παράνομα κήρυξε ή δεν κήρυξε έκπτωση από δικαίωμα (δηλαδή σχετικά με τους κανόνες για το βάρος αποδείξεως κ. 559 (577) ΚΠολΔ. ΧΙΑ) εκτίθενται. όπως λέχθηκε παραπάνω. α) Όσες φορές η Ολομέλεια δικάζει αντί του αναιρετικού Τμήματος. ΧΙΙ) Η διαδικασία ενώπιον του καταργηθέντος Τμήματος της παραπομπής του Αρείου Πάγου. Αν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αναιρέσει την απόφαση ή απορρίψει τους λόγους αναιρέσεως που παραπέμφθηκαν σε αυτή.§ 290 – Αναίρεση 173 νόμιμες προϋποθέσεις (κατά το κοινό δίκαιο). 13. 137. δεν περιλήφθηκαν ούτε στο σχέδιο Α. 139. Η συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας γινόταν κατά τις διατάξεις της συζητήσεως στο ακροατήριο ενώπιον του Αρείου Πάγου. Σ. έτσι ώστε μόνο μετά από νέα μελέτη να μεταβάλλονται οι απόψεις που υιοθετήθηκαν. Κατά τον ΚΠολΔ δεν απαιτείτο επίδοση της αποφάσεως εκείνου του Τμήματος που διαπίστωνε τη διαφωνία.174 § 290 – Αναίρεση της υποθέσεως137.Ε. όσες φορές αυτή έλυνε διαφωνία μεταξύ των δύο Τμημάτων. για τα νομικά ζητήματα τα Τμήματα του Αρείου Πάγου δεσμεύονταν από τις αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων. στοιχ. ΚΠολΔ 580(598) § 5 Βλ. τον οποίο. 641 του Σχ. δεν επιτρέποντο ένδικα μέσα. Η Ολομέλεια περιορίζετο στις περιπτώσεις αυτές στη λύση του νομικού ζητήματος και στην άρση της διαφωνίας που αναφύετο μεταξύ των δύο Τμημάτων. ΧΙΙ. Στη συνέχεια παρέπεμπε την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο Τμήμα του Αρείου Πάγου που ορίζετο από τον κανονισμό. η υπόθεση εισαγόταν για συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας κατόπιν εγγραφής στο πινάκιο και επιδόσεως της κλήσεως για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που οριζόταν από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. 138. παρέπεμπε με απόφαση το νομικό ζήτημα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου όριζε εισηγητή μετά τη συζήτηση. ότι η προγενέστερη απόφαση δεν ήταν ορθή. ενώπιον του οποίου είχε συζητηθεί η αναίρεση. ΠολΔ. . Βλέπε ανωτ.Ε. ως προς το νομικό ζήτημα που επιλύθηκε από αυτή138. γ) Κατά των αποφάσεων της Ολομέλειας. Αν δίκαζε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου μπορούσε να μεταβάλει την άποψη επί του νομικού ζητήματος χωρίς να τηρηθούν οι αναφερθείσες διατάξεις. ούτε στον ΚΠολΔ για διάφορους λόγους. οι οποίες σκοπό είχαν την αποφυγή διχογνωμιών και διακυμάνσεων στη νομολογία του Αρείου Πάγου χωρίς σοβαρό λόγο. είχε κατά πλειοψηφία τη γνώμη. Όταν για κάποιο νομικό ζήτημα είχε αποφανθεί η Ολομέλεια ή Τμήμα του Αρείου Πάγου και το Τμήμα αυτό. όπως λέχθηκε. ΧΙΙ. το οποίο αποφαινόταν χωρίς νέα συζήτηση στο ακροατήριο.τι και στις αποφάσεις των αναιρετικών Τμημάτων139. Μετά την απόφαση της Ολομέλειας η υπόθεση επαναφερόταν με επιμέλεια της γραμματείας στο Τμήμα. δεσμευόταν από την απόφαση αυτή. και ανωτ. στοιχ. β) Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ αφενός του Αναιρετικού Τμήματος και αφετέρου του τότε προβλεπόμενου από το προϊσχύσαν δίκαιο (και ήδη καταργηθέντος) Τμήματος παραπομπής. Η υπόθεση εισαγόταν για συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας με κλήση που επιδιδόταν οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Κατά το άρθρ. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις ίσχυε ό. Οι διατάξεις αυτές. της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως.χ.λπ. ΠολΔ (άρθρ. τ. επιτρέπεται αποκλειστικά για ορισμένους λόγους (όπως προκύπτει από τη χρησιμοποίηση της λέξεως «μόνο»). ανωτ. 161. Ι) Γενικά.Α. Το Σχ. ο ΚΠολΔ2 επιτρέπει την έγερση ή άσκηση αγωγής ή την προβολή ενστάσεως. Οι λόγοι αυτοί είναι οι επόμενοι: Α) Εάν η «δικαστική απόφαση» εκδόθηκε από πρόσωπα. 329-330. οι οποίοι αναγράφονται στον ΚΠολΔ.Ε.Ε. § 289. 593 . όπως τα παραπάνω εξεταζόμενα και αναπτυσσόμενα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας.602) προέβλεπε το θεσμό της αγωγής ακυρώσεως των δικαστικών αποφάσεων.: Η ακύρωση των δικαστικών αποφάσεων. αλλά απλό ένδικο βοήθημα. . – Ζήσης Π. Σ. Αυτό συμβαίνει π. όπου και ειδική βιβλιογραφία. και ο ΚΠολΔ. εάν η απόφαση εκδόθηκε από πρόσωπο που δεν 1. ΕΕΝ 9 (1942). εφόσον συντρέχουν και οι συνήθεις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναγνωριστικής αγωγής και ιδιαίτερα η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κ. κάποιοι από τους οποίους αφορούσαν ανυπόστατες ή ανύπαρκτες «δικαστικές αποφάσεις». – Μπέης Κ.: Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις. Βλ. Όπως έχει λεχθεί και παραπάνω1. ΚΠολΔ 313-314 (329 . που στερούνταν δικαστικής ιδιότητας. ενώ άλλους λόγους ακυρώσεως δικαστικών αποφάσεων περιέλαβαν στους λόγους αναψηλαφήσεως. Δ9 (1978).: Οι ανυπόστατες αποφάσεις που εκδίδει ο δικαστής μετά την αποδοχή της παραίτησής του (επιστολή). η οποία ήταν δυνατό να ασκηθεί για ορισμένους λόγους. η οποία δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά τη στενή και κυριολεκτική έννοια του όρου. Το Σχ. της εφέσεως. Α.Ε.ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ Η ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ»* § 291 *Ειδική Βιβλιογραφία: Αρβανίτης Γ. αντί για την αγωγή αυτή ανέγραψαν διατάξεις που αφορούσαν την αγωγή για αναγνώριση του ανυπόστατου ή της ανυπαρξίας ορισμένων «δικαστικών αποφάσεων». Βλ. 1968. Η αγωγή ή η ένσταση για αναγνώριση του ανυπόστατου ή της ανυπαρξίας «δικαστικών αποφάσεων». ανωτ. 2. 397. Ι § 200. η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση του ανυπόστατου ή της ανυπαρξίας «δικαστικών αποφάσεων». ΙΙ) Νομική φύση της αγωγής κλπ.330) Σχ. δεν συντρέχει ο εξεταζόμενος λόγος. Εφόσον. Γ) Εάν η «δικαστική απόφαση» δεν δημοσιεύθηκε. δεν νοείται δίκη. το οποίο δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. εκτός από αυτές που προβλέπει το άρθρο 313 ΚΠολΔ δεν συνιστούν λόγο (για την αναγνώριση) ανυπαρξίας της σχετικής δικαστικής αποφάσεως. Ι §§ 196 και 198. λ. ή το νομικό πρόσωπο.χ. Η ανακοίνωση ή γνωστοποίηση με άλλο τρόπο. ΙΙΙ) Φύση απαριθμήσεως. εάν δεν ανακλήθηκε νόμιμα αυτός ή δεν απαγγέλθηκε η ακυρότητα από το αρμόδιο όργανο και σύμφωνα με τις κανονισμένες διατυπώσεις. όπως έχει λεχθεί. Βλ. Το συμπέρασμα που συνάγεται από τη διατύπωση της σχετικής διατάξεως. Εφόσον σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί3. το οποίο απολαμβάνει ετεροδικίας4. Βλ. Αποκλειστική ή ενδεικτική. που είχε παραιτηθεί ή απολυθεί κ.κ. Ε) Εάν η «απόφαση» εκδόθηκε εναντίον προσώπου. Ι § 108. η οποία δεν είχε ανακληθεί νόμιμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Δ) Εάν η «απόφαση» εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί εναντίον ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου. έστω και επίσημο.ο. Σε περίπτωση άκυρου διορισμού. Αυτό συμβαίνει. με έγερση αγωγής ή με προβολή ενστάσεως.λπ. για τους οποίους είναι δυνατό να ζητηθεί. η απόφαση αποκτά νομική ύπαρξη με τη δημοσίευσή της. Ανύπαρκτο θεωρείται το φυσικό πρόσωπο. σύμφωνα με το νόμο. σχετικά και ανωτ. το οποίο δεν είχε συσταθεί ποτέ ή η σύστασή του έγινε κατά τέτοιο τρόπο. δεν συνεπάγονται την ανυπαρξία της σχετικής δικαστικής αποφάσεως. είναι συνεπές να θεωρείται ανύπαρκτη η μη δημοσιευθείσα απόφαση. είχε πεθάνει κατά το χρόνο διεξαγωγής της δίκης ή είχε κηρυχθεί σε αφάνεια. είναι ότι η απαρίθμηση των αναφερθέντων λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων.λπ. ώστε να το καθιστά νομικά ανύπαρκτο ή είχε νόμιμα διαλυθεί κατά την ίδια ως ανωτέρω εποχή κ. . Β) Εάν πολιτικό δικαστήριο αποφάνθηκε για αντικείμενο. δεν αίρει αυτόν το λόγο του ανυπόστατου. Επομένως και παραβάσεις του άρθρου 301 ΚΠολΔ κ. το οποίο δεν υπήρξε ποτέ (στο παρελθόν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης).176 § 291 – Αναγνώριση του ανυπόστατου ή της ανυπαρξίας των δικαστικών αποφάσεων είχε αποκτήσει ποτέ τη δικαστική ιδιότητα ή από δικαστή. ΣΤ) Άλλες παραβάσεις. που υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών ή των ποινικών δικαστηρίων κ. τ. είναι επόμενο και η απόφαση που εκδίδεται για τη δίκη αυτή να θεωρείται ανύπαρκτη. η αναγνώριση της ανυπαρξίας «δικαστι3.λπ. 4. ανωτ. τ. εάν πολιτικό δικαστήριο εξέδωσε απόφαση για υπόθεση. η οποία διεξάγεται εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. ως δικαστική απόφαση και δεν θα αναγνωρισθούν ότι προέρχονται από την πράξη ή δήλωση. αφενός από την πλευρά των προϋποθέσεων. μολονότι τα ελαττώματά της δεν είναι δυνατό να υπαχθούν ακριβώς σε μία από τις παραπάνω αναφερόμενες κατηγορίες. 329 § 2.ο. και ανωτ.Ε. Από το δικαιολογητικό λόγο του προαναφερθέντος περιορισμού που βασίζεται στην αρχή της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας και της αποφυγής του πολλαπλασιασμού των δικών. Βλ. και αφετέρου από την άποψη των συνεπειών της αυθεντικής ή με τελεσίδικη απόφαση κηρύξεως ή αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας συγκεκριμένης πράξεως ή δηλώσεως που εμφανίζεται ή προσβάλλεται ως «δικαστική απόφαση». που καθιστούν μια «δικαστική απόφαση» ανύπαρκτη.Α. σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου5. αλλά ταυτόχρονα δεν θα μπορεί να κηρυχθεί ή αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι η ανωτέρω απόφαση είναι νομικά ανύπαρκτη. σημ. αποκλείεται. V) Αρμοδιότητα. του οποίου γίνεται επίκληση. με τη συνδρομή των οποίων είναι δυνατό να ασκηθεί η παραπάνω αγωγή ή να προταθεί η αντίστοιχη ένσταση.Α. αυτή που στερείται τα ουσιώδη κλασικά διακριτικά γνωρίσματα του γενικώς παραδεδεγμένου τύπου αυτής. 6. για την οποία γίνεται λόγος. VI) Άσκηση της αγωγής. σημαίνει απλά ότι δεν είναι δυνατό να υποβληθεί με αγωγή ή ένσταση το παραπάνω αίτημα. και ανωτ. IV) Αποκλεισμός ή απαράδεκτο της αγωγής. είναι αποκλειστική. Πρβλ.Ε. Αυτό. Η παρατήρηση αυτή δε στερείται θεωρητικής και πρακτικής σημασίας. με βάση άλλο λόγο. που αποδεικνύονται με αυτό. εισάγεται για συζήτηση και δικά5.κ. Πάντως παραβάσεις του άρθρου 301 ΚΠολΔ κ. – καθώς και της ιδίας φύσεως και μορφής παραβάσεις – δεν συνεπάγονται οποιαδήποτε ανυπαρξία της σχετικής δικαστικής αποφάσεως. όμως. οι οποίες περιλαμβάνουν βεβαίως τα κυριότερα και συνηθέστερα εμφανιζόμενα ελαττώματα. 2. Εάν τυχόν διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.§ 291 – Αναγνώριση του ανυπόστατου ή της ανυπαρξίας των δικαστικών αποφάσεων 177 κής αποφάσεως». ΚΠολΔ 313 (329) § 2 Σχ. σημ. δεν θα μπορεί ίσως να θεωρηθεί το έγγραφο που προσάγεται. 329 § 3. δε σημαίνει – κατά την άποψη του Γ. είναι δυνατό να συναγάγει κανένας επιχείρημα υπέρ της τελευταίας λύσεως. Η αγωγή. 2β και 3. εάν εναντίον της «αποφάσεως» ασκήθηκαν ένδικα μέσα. . Η διάταξη αυτή δε διακρίνει. οι γνωστές συνέπειες «δικαστικής αποφάσεως». Αρμόδιο για την εκδίκαση της ανωτέρω αγωγής είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου6. ΚΠολΔ 313 (329) § 3 Σχ. Η αγωγή ασκείται. Ράμμου – ότι αποκλείεται θεωρητικά σε πολύ ακραίες περιπτώσεις να χαρακτηρισθεί «δικαστική απόφαση» ανύπαρκτη. εάν ο αποκλεισμός αυτός ισχύει μόνο εφόσον ασκήθηκαν όλα τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα ή μόνο κάποια ή ακόμα και ένα από αυτά. Ι § 205. 8. ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. Θεωρούσε τις αποφάσεις αυτές οιονεί ανίσχυρες. 9. ΠολΔ και 564 επ. εφόσον το ζήτημα της ανυπαρξίας της «αποφάσεως» προβλήθηκε ύστερα από ένσταση όπως προβλέπεται από την περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 322 (338) § 1 ΚΠολΔ8. Ο νόμος δεν αναγράφει προϋποθέσεις. οι οποίες εκδίδονταν πέρα από τις προβλεπόμενες περιπτώσεις των άρθρ. ο οποίος εκτιμά τις συντρέχουσες περιστάσεις. Η ανασταλτική απόφαση είναι δυνατό να ανακληθεί από το δικαστήριο μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως. που διέπει τα αντίστοιχα θέματα για υποθέσεις. όπως π. Συνήθως περίπτωση εφαρμογής παρουσιαζόταν. Όσα έχουν παραπάνω εκτεθεί δεν έχουν εφαρμογή προκειμένου για απλά άκυρες από οποιοδήποτε λόγο αποφάσεις.Ε. καθώς και της ανακλήσεώς του. τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα9. Το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται. τις γνωστές κύριες και δευτερεύουσες ή ενδεχόμενες συνέπειες και δη ουσιαστικό δεδικασμένο. VIII) Συνέπειες της παραδοχής της αγωγής. Η ακυρότητα αυτή προβάλλεται μόνο με τα επιτρεπόμενα. την πιθανολόγηση της ανυπαρξίαςς της «αποφάσεως» κ. 330. αναγνωρίζεται ή κηρύσσεται η ανυπαρξία ή το ανυπόστατο της «αποφάσεως».λπ. παράγει. το ζήτημα απόκειται στην κρίση του δικαστή. ΚΠολΔ 314 (330) Σχ. σχετικά ανωτ.178 § 291 – Αναγνώριση του ανυπόστατου ή της ανυπαρξίας των δικαστικών αποφάσεων ζεται σύμφωνα με όσα ορίζει το κοινό (Αστικό Δικονομικό) Δίκαιο. Η απόφαση που αναγνωρίζει ή κηρύσσει την ανυπαρξία. εφόσον εκδόθηκε μετά από άσκηση αγωγής. ΠολΔ . Βλ.ΠολΔ Α. τ. με τη συνδρομή των οποίων επιτρέπεται να γίνει χρήση του παραπάνω μέτρου. η οποία είναι δυνατό να υποβληθεί ή με αυτοτελές δικόγραφο ή και με τις προτάσεις. Αφού γίνει δεκτή η αγωγή ή η ένσταση. 634 επ. Μέχρι την τελεσίδικη απαγγελία ή την αναγνώριση της ακυρότητας οι εδώ εξεταζόμενες αποφάσεις παράγουν όλες τις 7. που υπάγονται στη γενική ή τακτική διαδικασία. αφού καταστεί τελεσίδικη. Το δικαστήριο που δικάζει την ανωτέρω αγωγή έχει την εξουσία να διατάξει αναστολή της εκτελέσεως της «αποφάσεως» στο συνολό της ή εν μέρει. η οποία υποβάλλεται κατά τον ίδιο τρόπο7. Κρητ. VII) Αναστολή εκτελέσεως της «αποφάσεως».χ. η οποία είχε εκδοθεί καθ' υπέρβαση της καθ' ύλην ή κατά λειτουργία αρμοδιότητας ή χωρίς αυτή. Επομένως. προκειμένου για αποφασεις του προέδρου πρωτοδικών. Κατά το προγενέστερο δίκαιο η νομολογία δεχόταν συνήθως την έγερση αγωγής για κήρυξη της ακυρότητας δικαστικής αποφάσεως. για κάθε μία χωριστά άκυρη απόφαση. Η απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής αυτής υπόκειται σε ένδικα μέσα σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου. ΙΧ) Τα ισχύοντα σε άκυρες αποφάσεις. ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. Κατά τα σημεία αυτά διαφέρουν και πρέπει να διακρίνονται οι απλά άκυρες από τις ανύπαρκτες ή ανυπόστατες «δικαστικές αποφάσεις». .λπ.).§ 291 – Αναγνώριση του ανυπόστατου ή της ανυπαρξίας των δικαστικών αποφάσεων 179 έννομες συνέπειές τους (ουσιαστικό δεδικασμένο κ. Το σύστημα αυτό υιοθετεί κατά βάση και ο ΚΠολΔ (άρθρ. με το οποίο τρίτοι. – Χατζηιωάννου Β. ένδικα βοηθήματα είναι δημιούργημα και θεσμός του παλαιότερου Γαλλικού Δικαίου της εποχής μετά την αναγέννηση (της Ordonnance του 1667). που καλείται ανακοπή και προκειμένου για αποφάσεις. 1995. 4 «a sententia inter alios dicta appelare non potest nisi ex justa causa» Πανδ 49. 294 επ. κατά την οποία εκδόθηκε κάποια απόφαση και βλάπτονται από αυτή. και ιδίως πρώτιστα της εφέσεως.: Η αντικειμενική σώρευση των ανακοπών των άρθρων 632 § 1 και 933 ΚΠολΔ. 5. το Κανονικό Δίκαιο.Δ. η Κοινή Γερμανική Δικονομία. διαδικαστικής ή εξώδικης πράξεως ή κατά τη δίκη. (Το ίδιο σύστημα υιοθετούσαν υπό την επίδραση του Ρ. συνήθως για διάκριση από τα ένδικα μέσα. Τα ένδικα βοηθήματα1 που αναφέρθηκαν. 5 Βασιλ.: Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής. για τα οποία γίνεται λόγος ανωτέρω. από όπου τις παρέλαβε και ανέγραψε στη δική μας ΠολΔ το 1834 ο Maurer. Βασιλ. Η προϊσχύουσα ΠολΔ (άρθρ. 235 επ. Αυτά που ανωτέρω μπορούν να ονομασθούν και ονομάζονται. ΠολΔ (άρθρ. 236 επ.) και η Κρητ. 49. τα 1. τα Βαυαρικά Νομοσχέδια της ΠολΔ των ετών 1825. 1863 και η Βαυαρική Δικονομία του 1865). 1831.). Βλέπε σύντομη ανάλυση της ιστορικής εξελίξεως του θεσμού .ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΚΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΔΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ* ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ § 292 *Ειδική Βιβλιογραφία: Πανταζόπουλος Στ. 4 § 2 προοιμ. τριτανακοπή. της οποίας το δικαίωμα της ασκήσεως αναγνωριζόταν και παρεχόταν υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ιδιαίτερα της υπάρξεως έννομου συμφέροντος λόγω ήττας ή βλάβης τόσο στους διαδίκους όσο και στους τρίτους «alio condemmato is cujus interest. appellare potest» Πανδ. 1. 1827. που δεν κλήθηκαν ούτε παραστάθηκαν κατά την ενέργεια δικαστικής.Ρ.) αναγνώριζαν και ρύθμιζαν παράλληλα με τα στην κυριολεξία ένδικα μέσα. 9. ειδικό ένδικο βοήθημα με δύο μορφές. ΙΙ) Διαφορές από ένδικα μέσα. ΧρΙΔ 2006. αλλά μόνο των ένδικων μέσων.Δ. 1. 1. οι διατάξεις της οποίας με κάποιες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις περιλήφθηκαν στον ΚΠολΔ Το Β. 583 επ. Οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περιλήφθηκαν και συμπληρώθηκαν στη Γαλλική ΠολΔ του 1806. 9. δεν πρόβλεπε το θεσμό της τριτανακοπής. 1. δικαιούνταν να εναντιωθούν σε αυτή και να ζητήσουν την ακύρωσή της. Ι) Γενικά. η κατά της σφραγίσεως κ. ενώ τα ένδικα μέσα αναγνωρίζονται στους διαδίκους και στους ταυτιζομένους νομικά με αυτούς.λπ. 35. η κατά της δηλώσεως τρίτου.§ 292 – Ανακοπές. ΙΙΙ) Ενδεικτική απαρίθμηση